Νέες αποκαλύψεις για την υπόθεση της ΜΚΟ «Παιδική Χαρά» έρχονται στο φως μέσα από τη δικογραφία, η οποία περιλαμβάνει συνομιλίες, τραπεζικά στοιχεία και καταγεγραμμένες επικοινωνίες των εμπλεκομένων. Ανάμεσα στα περιστατικά που εξετάζουν οι Αρχές ξεχωρίζει η καταγγελία σε βάρος μητέρας παιδιού με καρκίνο, η οποία είχε συγκεντρώσει χρήματα για τις ανάγκες του χωρίς τη μεσολάβηση της οργάνωσης.
Σύμφωνα με τη δικογραφία, η 35χρονη συγκατηγορούμενη του φερόμενου ως εγκεφάλου της οργάνωσης συνεννοήθηκε με τη μητέρα της, η οποία ήταν ταμίας του σωματείου, προκειμένου να καταγγελθεί η συγκεκριμένη γυναίκα για απάτη. Αφορμή αποτέλεσε το γεγονός ότι οι δωρεές συγκεντρώνονταν σε προσωπικό τραπεζικό λογαριασμό της μητέρας και όχι σε ειδικό ερανικό λογαριασμό.
Η καταγγελία είχε ως αποτέλεσμα την απενεργοποίηση του λογαριασμού της, ενώ, σύμφωνα με τις Αρχές, η συγκατηγορούμενη εξακολουθούσε να επικοινωνεί μαζί της σε φιλικό τόνο, χωρίς να της αποκαλύπτει ότι είχε κινηθεί εναντίον της. Οι ερευνητές εκτιμούν ότι επιδίωξη ήταν να σταματήσει η μητέρα να συγκεντρώνει χρήματα ανεξάρτητα από τη ΜΚΟ, την ώρα που δωρεές για το σωματείο φέρονται να κατέληγαν και σε προσωπικούς λογαριασμούς του βασικού κατηγορουμένου.
Ψευδή στοιχεία παιδιών
διαίτερη βαρύτητα έχουν οι συνομιλίες που καταγράφουν τον τρόπο με τον οποίο φέρεται να οργανώνονταν νέες καμπάνιες συγκέντρωσης χρημάτων για οικογένειες που είχαν ήδη λάβει οικονομική ενίσχυση.
Σε μία από αυτές, ο φερόμενος ως εγκέφαλος της οργάνωσης φέρεται να δίνει οδηγίες σε πατέρα ανήλικης να χρησιμοποιήσει νέο αριθμό τηλεφώνου και διαφορετικό όνομα, ώστε η οικογένεια να παρουσιαστεί ως νέα περίπτωση. Για την ανάρτηση της έκκλησης θα χρησιμοποιούνταν, σύμφωνα με τη συνομιλία, φωτογραφίες άλλου παιδιού.
Ο κατηγορούμενος φέρεται να ενημέρωσε τον πατέρα ότι τα χρήματα θα δίνονταν μέσω προπληρωμένης κάρτας και ενδεχομένως με ένα μικρό ποσό σε μετρητά.
Στις 16 Σεπτεμβρίου, η ίδια ανήλικη εμφανίζεται, σύμφωνα με την έρευνα, με το όνομα «Αννούλα» σε νέα επικοινωνία του κατηγορουμένου με γυναίκα που ζητούσε πληροφορίες για τη δράση της ΜΚΟ.
Λίγες ημέρες αργότερα, στις 23 Σεπτεμβρίου, ο πατέρας ρώτησε πόσα χρήματα είχαν συγκεντρωθεί. Ο κατηγορούμενος φέρεται να του απάντησε ότι το ποσό ανερχόταν περίπου στις 30.000 ευρώ. Όταν ο πατέρας ζήτησε 5.000 ευρώ σε μετρητά, εκείνος είπε ότι θα το φροντίσει και τον προέτρεψε να φορτίσει την κάρτα του για να μεταφερθούν εκεί χρήματα.
Οι Αρχές εκτιμούν ότι στον πατέρα γνωστοποιήθηκε μικρότερο ποσό από το σύνολο των δωρεών και ότι ο κατηγορούμενος σκόπευε να κρατήσει για τον εαυτό του το μεγαλύτερο μέρος των χρημάτων.
Σε άλλη συνομιλία, συνεργάτιδα της οργάνωσης αναφέρει ότι είχε αναδημοσιεύσει έκκληση χωρίς να αντιληφθεί ότι το παιδί που εμφανιζόταν με διαφορετικό όνομα ήταν εκείνο που είχε ήδη αποβιώσει. Όπως εξήγησε, τηλεφώνησε στη συνέχεια στον πατέρα για να ζητήσει συγγνώμη. Για τις Αρχές, η συγκεκριμένη επικοινωνία αποτελεί ακόμη μία ένδειξη της σύγχυσης γύρω από τα στοιχεία των παιδιών που εμφανίζονταν στις εκστρατείες δωρεών.
Οι προσωπικοί λογαριασμοί και τα ερωτήματα για τις δωρεές
Στις 18 Αυγούστου, ο φερόμενος ως εγκέφαλος της οργάνωσης συνομιλεί με τον λογιστή του σωματείου για τις δωρεές που είχαν κατατεθεί στον λογαριασμό της ΜΚΟ, αλλά και για άλλα ποσά που επρόκειτο να εμφανιστούν ως έσοδα από επιχειρηματική δραστηριότητα.
Σύμφωνα με τη δικογραφία, ο λογιστής υπέβαλλε τις ετήσιες δηλώσεις του σωματείου με βάση τα ποσά που του γνωστοποιούσε ο κατηγορούμενος, χωρίς να έχει πρόσβαση στους τραπεζικούς λογαριασμούς ή πλήρη εικόνα των κινήσεων. Ο τελευταίος φέρεται να τον διαβεβαίωνε ότι διατηρούσε αρχείο με αποδείξεις για τα χρήματα που δίνονταν στις οικογένειες, χωρίς ωστόσο να του έχει παρουσιάσει σχετικά παραστατικά.
Μία ημέρα αργότερα, στις 19 Αυγούστου, ο γενικός διευθυντής της ΚΑΕ Παναθηναϊκός επικοινώνησε μαζί του προκειμένου να ενισχύσει οικονομικά οικογένεια παιδιού. Ο κατηγορούμενος φέρεται να τον ενημέρωσε ότι για τη συγκεκριμένη δράση απέμεναν 8.000 ευρώ και ότι οι δωρεές κατατίθεντο στον λογαριασμό της ΜΚΟ και όχι απευθείας στην οικογένεια. Πρόσθεσε, μάλιστα, ότι τυχόν πλεόνασμα θα δινόταν επίσης στους δικαιούχους.
Την ίδια ημέρα, υπάλληλος τράπεζας ενημέρωσε τον κατηγορούμενο ότι ο προσωπικός του λογαριασμός επρόκειτο να απενεργοποιηθεί, καθώς είχαν εντοπιστεί πιστώσεις μεγάλων ποσών που δεν συμβάδιζαν με τον τύπο του λογαριασμού. Σε επόμενη επικοινωνία πληροφορήθηκε ότι θα εκδιδόταν τραπεζική επιταγή για την παραλαβή του υπολοίπου. Σύμφωνα με τα στοιχεία της έρευνας, στις 20 Αυγούστου μετέβη σε υποκατάστημα και εισέπραξε το ποσό.
Η φορολογική δήλωση των 180.000 ευρώ
Στις 29 Αυγούστου, σε συνομιλία με αστυνομικό, ο κατηγορούμενος αναφέρθηκε στο εισόδημά του, υποστηρίζοντας ότι είχε υποβάλει φορολογική δήλωση ύψους 180.000 ευρώ και είχε καταβάλει δόση 5.500 ευρώ στην Εφορία.
Ως πηγές των χρημάτων επικαλέστηκε επιχειρηματικές δραστηριότητες, ενοικιάσεις αυτοκινήτων και μισθοδοσία από το σωματείο. Σύμφωνα με τη δικογραφία, φέρεται να εξήγησε ότι δήλωσε σκόπιμα τόσο υψηλό εισόδημα, προκειμένου να καταβάλλει μεγαλύτερους φόρους και να περιορίσει την πιθανότητα ελέγχου σε περίπτωση καταγγελίας.
Οι Αρχές αντιπαραβάλλουν τους ισχυρισμούς του με τα οικονομικά στοιχεία που έχουν συγκεντρώσει, αλλά και με τον εθελοντικό χαρακτήρα που προβλεπόταν για τα μέλη του σωματείου.
Στις αρχές Σεπτεμβρίου, σε συνομιλίες με γυναίκα με την οποία φέρεται να διατηρούσε παράλληλη σχέση, ο κατηγορούμενος αναφέρθηκε σε δαπάνη 100.000 ευρώ για εκείνη. Σε άλλη επικοινωνία τής υπενθύμισε ότι της είχε αγοράσει τσάντα αξίας 2.500 ευρώ και σκουλαρίκια αξίας 500 ευρώ. Η δικογραφία συσχετίζει τις συνομιλίες με τραπεζικές μεταφορές ποσών άνω των 1.000 ευρώ προς τη συγκεκριμένη γυναίκα.
Παράλληλα, στις 18 Αυγούστου, ο κατηγορούμενος είχε επικοινωνήσει με υπάλληλο γνωστού ξενοδοχείου στη Βόρεια Ελλάδα, δηλώνοντας τακτικός πελάτης και ρωτώντας για τη διαθεσιμότητα γωνιακής σουίτας, με κόστος διανυκτέρευσης 480 ευρώ. Οι Αρχές εξετάζουν τις συγκεκριμένες επικοινωνίες στο πλαίσιο της έρευνας για τις προσωπικές του δαπάνες.
Η απόδειξη δωρεάς που δεν έφτασε ποτέ
Στις 11 Σεπτεμβρίου, δωρητής επικοινώνησε με τον κατηγορούμενο, καθώς δεν είχε λάβει την απόδειξη για τα χρήματα που είχε καταθέσει στη ΜΚΟ και χρειαζόταν το σχετικό παραστατικό για φορολογική χρήση.
Ο κατηγορούμενος απέδωσε την καθυστέρηση σε νοσηλεία του στην κλινική «Άγιος Λουκάς» και υποσχέθηκε ότι θα διευθετήσει το ζήτημα. Ο δωρητής, ωστόσο, ζήτησε να επισπευσθεί η αποστολή της απόδειξης, αναφέροντας ότι άρχιζαν να του δημιουργούνται αμφιβολίες.
Σύμφωνα με τη δικογραφία, η ανάλυση των κεραιών κινητής τηλεφωνίας τοποθετεί τον κατηγορούμενο εκείνη την ημέρα στην περιοχή της Τούμπας και όχι στην κλινική που είχε επικαλεστεί.
Οι αποκαλύψεις επωνύμων που στήριξαν τη ΜΚΟ
Η υπόθεση έχει προκαλέσει αντιδράσεις και στον χώρο της τηλεόρασης και των μέσων κοινωνικής δικτύωσης, καθώς γνωστά πρόσωπα έχουν αποκαλύψει ότι είχαν δεχθεί επανειλημμένα αιτήματα από τη ΜΚΟ «Παιδική Χαρά» για να προβάλλουν εκκλήσεις οικονομικής βοήθειας προς άρρωστα παιδιά.
Η Κατερίνα Καινούργιου ανέφερε ότι η οργάνωση είχε επικοινωνήσει πολλές φορές μαζί της, ζητώντας τη συνδρομή της είτε μέσω της τηλεοπτικής εκπομπής της είτε μέσω των προσωπικών της λογαριασμών στα κοινωνικά δίκτυα. Η παρουσιάστρια χαρακτήρισε την καταγγελλόμενη πρακτική «τη χειρότερη μορφή απάτης», εκφράζοντας την οργή της για την πιθανή εκμετάλλευση οικογενειών με σοβαρά προβλήματα υγείας.
Η Μαίρη Συνατσάκη αποκάλυψε ότι οι εκπρόσωποι της ΜΚΟ προσπαθούσαν να καλλιεργήσουν σχέση εμπιστοσύνης μαζί της, κάνοντας συχνά αναφορές στη διαφάνεια του έργου τους. Όπως είπε, η τελευταία επικοινωνία έγινε τον Αύγουστο, όταν της προτάθηκε να παρουσιάσει μεγάλη φιλανθρωπική συναυλία, η οποία τελικά δεν πραγματοποιήθηκε.
Από την πλευρά της, η Μαριάννα Τουμασάτου ανέφερε ότι είχε ανταποκριθεί πολλές φορές σε εκκλήσεις της οργάνωσης, κοινοποιώντας αναρτήσεις για παιδιά που χρειάζονταν οικονομική ενίσχυση. «Ή είμαι φοβερά ευκολόπιστη ή αυτοί ικανοί απατεώνες», σχολίασε, εκφράζοντας παράλληλα την ανησυχία της για τις επιπτώσεις που μπορεί να έχει η υπόθεση στην εμπιστοσύνη των πολιτών προς πραγματικές φιλανθρωπικές δράσεις.
Οι δωρεές χιλιάδων ευρώ και τα αιτήματα στα social media
Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται στις περιπτώσεις της Φαίης Ζακάκου και της Δήμητρας Κατσαφάδου, οι οποίες περιέγραψαν την οικονομική στήριξη που είχαν προσφέρει για τις ανάγκες παιδιών.
Η γυμνάστρια και επιχειρηματίας Φαίη Ζακάκου αποκάλυψε ότι μέσα σε δύο χρόνια είχε προσφέρει συνολικά 13.900 ευρώ, ανταποκρινόμενη σε εκκλήσεις για διαφορετικά παιδιά. Όπως ανέφερε, δεχόταν επανειλημμένα μηνύματα που επικαλούνταν τη σοβαρότητα της κατάστασης των μικρών ασθενών και ζητούσαν άμεση κινητοποίηση.
Η Δήμητρα Κατσαφάδου δήλωσε ότι η συνολική οικονομική στήριξή της ξεπέρασε τις 33.000 ευρώ, διευκρινίζοντας ότι επέλεξε να δώσει τα χρήματα απευθείας σε γονείς.
Μηνύματα που είχε λάβει από την οργάνωση δημοσιοποίησε και ο Δημήτρης Αλεξάνδρου, αναφέροντας ότι του ζητούσαν επανειλημμένα να αναδημοσιεύσει εκκλήσεις για οικονομική βοήθεια. Αντίστοιχα αιτήματα μέσω Instagram και TikTok αποκάλυψε ότι είχε δεχθεί η Μαρία Αντωνά.
Για την εμπειρία του μίλησε και ο δημοσιογράφος Λάζος Μαντικός, ο οποίος παραδέχθηκε ότι είχε εμπιστευτεί την οργάνωση και παρουσίασε μηνύματα που είχε λάβει.








