Αφέθηκε ελεύθερος ο πρώην πρίγκιπας Άντριου από την αστυνομική κράτηση, μετά τη σύλληψή του την Πέμπτη με την υποψία παράβασης καθήκοντος.
Υπενθυμίζεται ότι νωρίτερα σε σύλληψητου πρώην Πρίγκιπα προχώρησαν το μεσημέρι της Πέμπτης οι αρχές της κομητείας του Thames Valley, στο πλαίσιο έρευνας για φερόμενη παράβαση καθήκοντος. Όπως έγινε γνωστό, η υπόθεση αφορά ισχυρισμούς περί διαβίβασης κυβερνητικών εμπιστευτικών εγγράφων στον εκλιπόντα χρηματιστή Τζέφρι Επσταϊν. Αστυνομικοί με πολιτικά και οχήματα με συμβατικές πινακίδες έφθασαν στο Wood Farm, στο κτήμα του Sandringham House, προκειμένου να συλλάβουν τον Άντριου. Σύμφωνα με πληροφορίες, περίπου οκτώ αστυνομικοί συμμετείχαν στην επιχείρηση.
Ο Δούκας της Υόρκης έχει βρεθεί στο επίκεντρο του σκανδάλου Επσταϊν, υπόθεση που οδήγησε στην απομάκρυνσή του από τα δημόσια καθήκοντα της βρετανικής βασιλικής οικογένειας.
Πώς έγινε η σύλληψη
Ο πρώην πρίγκιπας Άντριου συνελήφθη περίπου στις 08:00 (τοπική ώρα) σε κτήμα του Σάντρινχαμ Εστέιτ, στο Νόρφλοκ, στο πλαίσιο της έρευνας που βρίσκεται σε εξέλιξη.
Παράλληλα, οι αρχές συνεχίζουν τις έρευνες τόσο στο συγκεκριμένο ακίνητο όσο και στην πρώην κατοικία του στο Γουίνδσορ. Σύμφωνα με τις μέχρι στιγμής πληροφορίες, ο πρώην πρίγκιπας παραμένει υπό κράτηση, χωρίς να έχει διευκρινιστεί επίσημα ο χώρος κράτησής του.
Footage showed what appeared to be police officers arriving to Wood Farm on the Sandringham estate in several unmarked vehicles the day of Andrew Mountbatten-Windsor’s arrest.
Για την υπόθεση τοποθετήθηκε ο Ντέιβιντ Λάμι, αναπληρωτής πρωθυπουργός και υπουργός Δικαιοσύνης της Βρετανίας, μιλώντας στο BBC. Όπως ανέφερε, «κανείς σε αυτή τη χώρα δεν είναι υπεράνω του νόμου», υπογραμμίζοντας ότι η αστυνομική έρευνα οφείλει να εξελιχθεί «με τον συνήθη τρόπο», χωρίς παρεμβάσεις.
Η έρευνα είχε ανακοινωθεί νωρίτερα μέσα στον Φεβρουάριο, με τις αστυνομικές αρχές να εξετάζουν καταγγελίες που σχετίζονται με τη δεκαετή θητεία του Άντριου ως ειδικού απεσταλμένου του Ηνωμένου Βασιλείου για το διεθνές εμπόριο και τις επενδύσεις, θέση την οποία κατείχε από το 2001 έως το 2011. Η αποχώρησή του από το αξίωμα είχε τότε συνοδευτεί από έντονες επικρίσεις εξαιτίας της σχέσης του με τον Επσταϊν.
Ο ίδιος ο Άντριου έχει αρνηθεί οποιαδήποτε παράβαση, δηλώνοντας στο παρελθόν ότι μετανιώνει για τη φιλική του σχέση με τον Επσταϊν, χωρίς ωστόσο να αποδέχεται ποινική ευθύνη.
Η πρώτη δήλωση του Βασιλιά Καρόλου: «Να εφαρμοστεί ο νόμος»
«Πληροφορήθηκα με βαθιά ανησυχία τις εξελίξεις σχετικά με τον Αντριου Μαουντμπάτεν – Γουίδσορ και την υποψία παράβασης καθήκοντος σε δημόσιο αξίωμα», ανέφερε ο Κάρολος.
«Αυτό που ακολουθεί τώρα είναι η πλήρης, δίκαιη και αρμόζουσα διαδικασία με την οποία το ζήτημα αυτό διερευνάται με τον κατάλληλο τρόπο και από τις αρμόδιες αρχές. Σε αυτό, όπως έχω ήδη πει, έχουν την πλήρη και αμέριστη υποστήριξη και συνεργασία μας», διεμήνυσε.
«Επιτρέψτε μου να δηλώσω ξεκάθαρα: ο νόμος πρέπει να εφαρμοστεί. Καθώς η διαδικασία αυτή συνεχίζεται, δεν θα ήταν σωστό εκ μέρους μου να κάνω περαιτέρω σχόλια σχετικά με το θέμα αυτό», πρόσθεσε, καταλήγοντας: «Η οικογένειά μου και εγώ θα συνεχίσουμε να εκτελούμε το καθήκον και προσφέρουμε την υπηρεσία μας προς όλους εσάς».
Έρευνες σε Μπέρκσαϊρ και Νόρφολκ
Στο πλαίσιο της επιχείρησης, οι αρχές ερευνούν δύο διευθύνσεις: μία στην κομητεία του Berkshire, όπου βρίσκεται το βασιλικό κτήμα του Windsor, και μία στο Norfolk, όπου βρίσκεται το κτήμα του Sandringham House, στο οποίο φέρεται να είχε μετακομίσει προσφάτως.
Περίπου δύο ώρες μετά τη σύλληψη, ο Charles III προέβη στην πρώτη του δημόσια τοποθέτηση, υπογραμμίζοντας ότι ο νόμος πρέπει να εφαρμόζεται απαρέγκλιτα. Σύμφωνα με βρετανικά μέσα ενημέρωσης, ούτε ο ίδιος ούτε το Buckingham Palace είχαν ενημερωθεί εκ των προτέρων για την επιχείρηση της αστυνομίας.
Τι προβλέπει η βρετανική νομοθεσία
Μετά τη σύλληψή του, ο Άντριου τέθηκε υπό αστυνομική κράτηση. Σύμφωνα με τη βρετανική νομοθεσία, μπορεί να παραμείνει κρατούμενος χωρίς απαγγελία κατηγορίας έως 24 ώρες, με δυνατότητα παράτασης έως 96 ώρες κατόπιν δικαστικής έγκρισης. Στο διάστημα αυτό, οι αρχές πρέπει να αποφασίσουν αν θα του απαγγελθούν κατηγορίες ή αν θα αφεθεί ελεύθερος, ενδεχομένως με περιοριστικούς όρους. Κατά τη διάρκεια της κράτησης, ο συλληφθείς έχει δικαίωμα νομικής εκπροσώπησης και σιωπής, ενώ οποιαδήποτε δήλωσή του μπορεί να διαβιβαστεί στην Εισαγγελική Υπηρεσία του Στέμματος, η οποία θα αποφασίσει για πιθανή δίωξη.
Το αδίκημα και οι συνέπειες
Το αδίκημα της «ανάρμοστης συμπεριφοράς σε δημόσιο αξίωμα» θεωρείται από τα σοβαρότερα στο βρετανικό δίκαιο και επισύρει ποινή έως και ισόβια κάθειρξη. Για να επιτευχθεί καταδίκη, η εισαγγελία οφείλει να αποδείξει ότι ο δημόσιος λειτουργός, ενεργώντας υπό την επίσημη ιδιότητά του, παραμέλησε εκ προθέσεως το καθήκον του ή συμπεριφέρθηκε με τρόπο που έπληξε σοβαρά την εμπιστοσύνη του κοινού στο αξίωμά του. Το κατώφλι απόδειξης είναι ιδιαίτερα υψηλό και, σε περίπτωση δίωξης, η υπόθεση θα εκδικαστεί αποκλειστικά στο Crown Court.
Επιστροφή νορβηγικού παρασήμου
Υπό το βάρος των εξελίξεων, ο Άντριου αποφάσισε να επιστρέψει το Παράσημο του Αγίου Όλαφ, μία από τις ανώτατες τιμητικές διακρίσεις της Norway σε καιρό ειρήνης. Το παράσημο του είχε απονεμηθεί το 1988, σε αναγνώριση των υπηρεσιών του.
Εκπρόσωπος του βασιλικού παλατιού στο Όσλο επιβεβαίωσε την απόφαση, σημειώνοντας ότι η πρωτοβουλία για την επιστροφή της διάκρισης ελήφθη από τον ίδιο τον Άντριου.
Την ίδια ώρα, η Καμίλα εμφανίστηκε κανονικά σε προγραμματισμένη εκδήλωση στο Westminster, όπου παρέστη σε μεσημεριανό ορχηστρικό κονσέρτο, ενώ λίγα λεπτά νωρίτερα είχε δημοσιοποιηθεί η ανακοίνωση του βασιλιά για τη σύλληψη του αδελφού του.
Διαρροή εμπιστευτικών εγγράφων
Όπως μεταδίδει η The Daily Telegraph, οι Αρχές εξετάζουν καταγγελίες ότι ο Πρίγκιπας Άντριου φέρεται να διέρρευσε εμπιστευτικά έγγραφα στον Έπσταϊν κατά την περίοδο που υπηρετούσε ως εμπορικός απεσταλμένος της Βρετανίας.
Παράλληλα, η Αστυνομία απηύθυνε δημόσια έκκληση σε όποιον διαθέτει πληροφορίες να προσέλθει, στο πλαίσιο διερεύνησης ισχυρισμών για εμπορία ανθρώπων και σεξουαλική κακοποίηση που φέρονται να ανάγονται στη δεκαετία του 1990 και περιλαμβάνονται στα αρχεία της υπόθεσης Έπστιν.
Η ανακοίνωση της βρετανικής αστυνομίας
«Στο πλαίσιο της έρευνας, σήμερα (19/2) συλλάβαμε έναν άνδρα εξήντα ετών από το Norfolk ως ύποπτο για παράβαση καθήκοντος και πραγματοποιούμε έρευνες σε διευθύνσεις στο Berkshire και το Norfolk.
Ο άνδρας παραμένει υπό αστυνομική κράτηση αυτή τη στιγμή.
Δεν θα ανακοινώσουμε το όνομα του συλληφθέντος, σύμφωνα με τις εθνικές οδηγίες. Παρακαλούμε επίσης να θυμάστε ότι η υπόθεση βρίσκεται σε εξέλιξη, οπότε πρέπει να είστε προσεκτικοί με οποιαδήποτε δημοσίευση, ώστε να αποφύγετε την παραβίαση της δικαστικής εξουσίας».
Ο βοηθός αρχηγός της αστυνομίας Oliver Wright δήλωσε: «Μετά από ενδελεχή αξιολόγηση, ξεκινήσαμε έρευνα για την καταγγελία περί παράβασης καθήκοντος.
Είναι σημαντικό να προστατεύσουμε την ακεραιότητα και την αντικειμενικότητα της έρευνάς μας, καθώς συνεργαζόμαστε με τους εταίρους μας για τη διερεύνηση αυτού του φερόμενου αδικήματος.
Κατανοούμε το σημαντικό δημόσιο ενδιαφέρον για την υπόθεση αυτή και θα παρέχουμε ενημερώσεις την κατάλληλη στιγμή».
«Να καταθέσει στο Κογκρέσο»
Η πρώην αναπληρώτρια πρωθυπουργός Χάριετ Χάρμαν υποστήριξε ότι η σύλληψη του Άντριου Μαουντμπάτεν-Γουίνδσορ καθιστά ακόμη πιο επιτακτική την ανάγκη να καταθέσει ενώπιον του Κογκρέσου των Ηνωμένων Πολιτειών για τη σχέση του με τον Τζέφρι Επσταϊν.
Υπενθυμίζεται ότι τον Νοέμβριο μέλη των Δημοκρατικών στην αρμόδια επιτροπή της Βουλής των Αντιπροσώπων των Ηνωμένων Πολιτειών είχαν αποστείλει επιστολή στον πρώην πρίγκιπα, καλώντας τον να μεταβεί στην Ουάσινγκτον προκειμένου να καταθέσει στο πλαίσιο της σχετικής έρευνας.
«Συγκλονιστική» εξέλιξη
Τη σύλληψη χαρακτήρισε «συγκλονιστική» σχολιαστής βασιλικών θεμάτων του βρετανικού πρακτορείου ειδήσεων, επισημαίνοντας ότι πρόκειται για τον όγδοο στη σειρά διαδοχής του βρετανικού θρόνου και ότι τα ανώτερα μέλη της βασιλικής οικογένειας βρίσκονται πλέον σε αχαρτογράφητα νερά.
Σύμφωνα με την ίδια εκτίμηση, η υπόθεση αναμένεται να εντείνει την πίεση προς τη βασιλική οικογένεια να δώσει απαντήσεις και να λογοδοτήσει δημόσια για ζητήματα που έως σήμερα παρέμεναν εκτός ουσιαστικού ελέγχου.