Υπάρχει μια ερώτηση που λίγοι κάνουν δημόσια. Γιατί ορισμένοι δρώντες αποφεύγουν να μιλήσουν τόσο για το Ιράν όσο και για την αμερικανική επίθεση;
Δεν πρόκειται για ρητορικό ερώτημα. Πρόκειται για πολιτική επιλογή.
Αρχικά, η αμερικανική Αριστερά και οι Δημοκρατικοί του Ομπάμα, που επένδυσαν πολιτικό κεφάλαιο στη συμφωνία του 2015 για τα πυρηνικά. Το Ιράν αντιμετωπίστηκε ως «μετριοπαθής παράγοντας» με τον οποίο μπορεί κανείς να συναλλαχθεί. Αυτή η επιλογή απαιτούσε συστηματική υποβάθμιση της ιρανικής πραγματικότητας: των εκτελέσεων, της καταπίεσης γυναικών, της χρηματοδότησης παραστρατιωτικών από τη Βηρυτό ως τη Σαναά. Η στρατηγική λογική νίκησε την ηθική συνέπεια.
Το παράδοξο όμως δεν σταματά εκεί. Η ίδια αυτή τάση, που για χρόνια παρουσίαζε τον διάλογο ως μοναδική λύση, δεν αντιτίθεται σήμερα σθεναρά ούτε στα αμερικανικά πλήγματα κατά του Ιράν. Η κριτική είναι χλιαρή, διστακτική, νομικίστικη. Σαν να μην ξέρει πού να σταθεί: ούτε να υπερασπιστεί το καθεστώς ούτε να νομιμοποιήσει τον Τραμπ. Το αποτέλεσμα είναι μια πολιτική αφασία που δεν ωφελεί κανέναν και σίγουρα όχι τον ιρανικό λαό.
Υπάρχει ένα παράδοξο στον ανθρωπιστικό χώρο: οι οργανώσεις που καταγράφουν κάθε παραβίαση στη Δυτική όχθη ή τη Γάζα σπανίως αφιερώνουν ανάλογη ενέργεια στην Τεχεράνη.
Το Ιράν εκτελεί περισσότερους ανθρώπους κατ’ αναλογία πληθυσμού από σχεδόν κάθε άλλη χώρα στον κόσμο. Όμως δεν «ταιριάζει» στην αφήγηση. Η κριτική του ιρανικού καθεστώτος έχει συνδεθεί -λανθασμένα- με νέοσυντηρητικές ατζέντες. Και έτσι η σιωπή γίνεται ιδεολογική στάση.
Η Τουρκία: Ο πιο ευέλικτος σιωπηλός
Η Άγκυρα αξίζει ξεχωριστή αναφορά. Ο Ερντογάν διατηρεί με το Ιράν μια σχέση που δύσκολα χαρακτηρίζεται. Δεν είναι συμμαχία, δεν είναι ανταγωνισμός είναι ένα στρατηγικό συγκατοίκηση συμφέροντος. Στο Ιράκ, στη Συρία, στο Αζερμπαϊτζάν, οι δύο χώρες βρέθηκαν συχνά σε αντίθετες πλευρές και εξίσου συχνά σε σιωπηλή συνεννόηση. Η Τουρκία ποτέ δεν πιέζει δημόσια την Τεχεράνη. Το ΝΑΤΟ το ανέχεται. Η Ευρώπη κοιτάει αλλού και σκέφτεται να εντάξει την Άγκυρα στην ευρωπαϊκή αρχιτεκτονική ασφαλείας.
Αντίστοιχα, και η Κίνα με την Ινδία. Το Πεκίνο αγοράζει ιρανικό πετρέλαιο, παρακάμπτει κυρώσεις και προσφέρει διπλωματική κάλυψη στον ΟΗΕ. Το Νέο Δελχί κάνει ακριβώς το ίδιο, με λιγότερη φασαρία. Και οι δύο χώρες έχουν αναγάγει τη «μη-παρέμβαση» σε ιδεολογία, η οποία, στην πράξη, σημαίνει στήριξη του status quo όποιος κι αν το εκπροσωπεί.
Πλάι σε όλους αυτούς, μέρος της ευρωπαϊκής Αριστεράς και του ακαδημαϊκού κόσμου, στους οποίους επικρατεί η λογική πως ό,τι αντιτίθεται στις ΗΠΑ είναι εξ ορισμού αξιοσέβαστο. Έτσι, το θεοκρατικό καθεστώς που κρεμά ομοφυλόφιλους και καταπιέζει γυναίκες μεταμορφώνεται σε «αντιστασιακή δύναμη».
Το συμπέρασμα είναι σκληρό αλλά αναγκαίο: η σιωπή απέναντι στο ιρανικό καθεστώς δεν είναι ουδετερότητα. Είναι επιλογή. Όμως πλέον, πρέπει να ξυπνήσουμε από τις παραισθήσεις. Το ότι κοιτάμε τον ίδιο ουρανό δε σημαίνει πως πορευόμαστε όλοι με την ίδια ηθική πυξίδα.
*Ο κ. Λυσιγάκης είναι δρ Διεθνών Σχέσεων στο Πανεπιστημίο Μακεδονίας.
Εφημερίδα Απογευματινή










