Η Σύνοδος Κορυφής του ΝΑΤΟ στην Αγκυρα στις 7 και 8 Ιουλίου πραγµατοποιείται σε µια περίοδο αυξανόµενων γεωπολιτικών προκλήσεων, µε τον πόλεµο στην Ουκρανία, την αστάθεια στη Μέση Ανατολή και τις εσωτερικές διαφωνίες να δοκιµάζουν τη συνοχή της Συµµαχίας. Παρότι το ΝΑΤΟ δεν βρίσκεται ακόµη σε κρίση, η συζήτηση στις ΗΠΑ για επανεξέταση της στρατηγικής του αξίας µετά τον πόλεµο µε το Ιράν ενισχύει την αβεβαιότητα. Η Ευρώπη βρίσκεται στο επίκεντρο. Ο Αµερικανός πρόεδρος έσπευσε να γράψει στο Truth Social ότι «οι ΗΠΑ δαπανούν, µε διαφορά, περισσότερα χρήµατα για το ΝΑΤΟ». Το υπουργείο Πολέµου των ΗΠΑ έχει ανακοινώσει ήδη ευρεία επανεξέταση της στρατιωτικής του στάσης και της παρουσίας του στην Ευρώπη. Ο υπουργός Πιτ Χέγκσεθ δήλωσε ότι η πρωτοβουλία στοχεύει σε ένα «ΝΑΤΟ 3.0», όπου η Ευρώπη θα ηγείται της δικής της άµυνας, ενώ οι ΗΠΑ θα έχουν υποστηρικτικό ρόλο, στο πλαίσιο µιας πιο ισορροπηµένης συµµαχίας.
Υπό αυτό το πρίσµα αβεβαιότητας, οι Ευρωπαίοι σύµµαχοι προσπαθούν να επιταχύνουν την επεξεργασία ενός εναλλακτικού σχεδίου ασφαλείας, το οποίο µέχρι πριν από λίγα χρόνια θεωρούνταν πολιτικά αδιανόητο. Σύµφωνα µε αναλυτές στον «Economist», οι Ευρωπαίοι εξετάζουν πλέον σοβαρά το ενδεχόµενο δηµιουργίας µιας αυτόνοµης δοµής διοίκησης και άµυνας, ικανής να λειτουργήσει ακόµη και αν η αµερικανική στήριξη αποδειχθεί ανεπαρκής ή καθυστερήσει σε µια κρίσιµη στιγµή.
Σύµφωνα µε Ευρωπαίους αξιωµατούχους, το σοκ που επιτάχυνε τη σχετική συζήτηση ήταν η κρίση γύρω από τη Γροιλανδία, όταν ο Ντόναλντ Τραµπ άφησε ανοιχτό το ενδεχόµενο προσάρτησης του νησιού, προκαλώντας έντονη ανησυχία στη ∆ανία και στους συµµάχους της. Το περιστατικό λειτούργησε ως «καµπανάκι αφύπνισης», ενισχύοντας την πεποίθηση ότι η Ευρώπη χρειάζεται ένα αξιόπιστο «Plan B». Το βασικό πρόβληµα, ωστόσο, δεν αφορά µόνο τις στρατιωτικές δυνατότητες, αλλά κυρίως τη δοµή διοίκησης. Το ΝΑΤΟ αποτελεί έναν βαθιά ενοποιηµένα πειθαρχηµένο στρατιωτικό µηχανισµό, στον οποίο ο Ανώτατος Συµµαχικός ∆ιοικητής Ευρώπης είναι παραδοσιακά Αµερικανός στρατηγός. Εποµένως, σε περίπτωση που η Ουάσινγκτον επιλέξει να µην εµπλακεί ή περιορίσει τον ρόλο της, οι Ευρωπαίοι θα πρέπει να δηµιουργήσουν έναν νέο µηχανισµό λήψης αποφάσεων, επιχειρησιακού συντονισµού και διοίκησης των χερσαίων, ναυτικών και αεροπορικών δυνάµεων.
Οι νέοι πρωταγωνιστές
Στο επίκεντρο των σχεδιασµών βρίσκονται οι χώρες της Βαλτικής, οι σκανδιναβικές χώρες και η Πολωνία, που θεωρούν τη Ρωσία άµεση απειλή. Πιθανή συµµετοχή θα είχαν επίσης η Βρετανία, η Γαλλία και η Γερµανία, οι οποίες έχουν ήδη αναλάβει αυξηµένες αποστολές αποτροπής στην ανατολική πτέρυγα του ΝΑΤΟ.
Η πιο ώριµη εναλλακτική λύση θεωρείται σήµερα η Joint Expeditionary Force (JEF), µια δύναµη ταχείας αντίδρασης υπό βρετανική ηγεσία, στην οποία συµµετέχουν δέκα χώρες της Βόρειας Ευρώπης, αναφέρουν αναλυτές του χώρου στον «Economist». Σε αντίθεση µε το ΝΑΤΟ, η JEF µπορεί να ενεργοποιηθεί χωρίς οµοφωνία όλων των συµµάχων, διαθέτοντας δικές της δυνατότητες σχεδιασµού, επικοινωνιών και επιχειρησιακού συντονισµού. Παρά τα πλεονεκτήµατά της, η JEF παρουσιάζει σηµαντικούς περιορισµούς, καθώς δεν συµµετέχουν σε αυτήν µεγάλες ευρωπαϊκές δυνάµεις, όπως η Γαλλία, η Γερµανία και η Πολωνία, ενώ η επιχειρησιακή ετοιµότητα της Βρετανίας έχει επηρεαστεί από χρόνια υποχρηµατοδότηση των ενόπλων δυνάµεων. Ωστόσο, οι ίδιοι αναλυτές εκτιµούν ότι η πιθανή ένταξη της Γερµανίας θα µπορούσε να ενισχύσει σηµαντικά το εγχείρηµα, ιδιαίτερα µετά τη θεαµατική αύξηση των αµυντικών δαπανών.
Πλέγµα
Η Ευρώπη µιλά, ήδη, για «στρατηγική αυτονοµία». Οι ηγέτες της Γερµανίας, της Γαλλίας, της Ιταλίας, της Βρετανίας και της Πολωνίας (E5) επιδιώκουν να διαµορφώσουν κοινή στρατηγική µε ένα πλέγµα βασικών προτεραιοτήτων για τη Σύνοδο Κορυφής του ΝΑΤΟ.
Σε συνάντηση και κοινή δήλωσή τους τον περασµένο Μάιο προανήγγειλαν στενότερη συνεργασία στην ανάπτυξη και την κοινή προµήθεια προηγµένων οπλικών συστηµάτων, συµπεριλαµβανοµένων δυνατοτήτων πλήγµατος µεγάλης ακρίβειας και µεγάλου βεληνεκούς, που θεωρούνται κρίσιµες για τη µελλοντική αποτρεπτική ικανότητα της Συµµαχίας.
Τόνισαν ότι η ∆ύση οφείλει να αυξήσει την πίεση προς τη Ρωσία µέσω νέων οικονοµικών κυρώσεων, αλλά και να ενισχύσει περαιτέρω τη στρατιωτική βοήθεια προς το Κίεβο και αναγνώρισαν ότι Ευρώπη και ΗΠΑ βρίσκονται σε τροχιά σύγκλισης, υπογραµµίζοντας την ανάγκη διατήρησης της διατλαντικής συνοχής απέναντι στις κοινές προκλήσεις ασφαλείας.
Η στάση των Ευρωπαίων φαίνεται να επηρεάζεται και από τις τελευταίες κινήσεις του Ντόναλντ Τραµπ. Αν και ο Αµερικανός πρόεδρος είχε ασκήσει επανειληµµένα κριτική στους Ευρωπαίους συµµάχους για το επίπεδο της συνεισφοράς τους στις διεθνείς κρίσεις, µε αιχµή τον πόλεµο στο Ιράν, η πρόσφατη απόφασή του να αυξήσει εκ νέου τη στήριξη προς την Ουκρανία έχει δηµιουργήσει µεγαλύτερη αισιοδοξία στις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες.
Στη συνάντηση της οµάδας E5 εξετάστηκε, επίσης, ο τρόπος µε τον οποίο η Ευρώπη θα εκπροσωπηθεί σε ενδεχόµενες µελλοντικές ειρηνευτικές συνοµιλίες µεταξύ Ρωσίας και Ουκρανίας. Αλλά το θέµα προκαλεί εσωτερικές διαφωνίες. Πολωνία και Ιταλία ζητούν ενεργό συµµετοχή στις σχετικές διαβουλεύσεις, µε τον Πολωνό πρωθυπουργό Ντόναλντ Τουσκ να υπογραµµίζει ότι οι χώρες της ανατολικής πτέρυγας του ΝΑΤΟ πρέπει να έχουν κεντρικό ρόλο. Πάντως, Γερµανία και Ολλανδία ανέλαβαν τη διοίκηση σηµαντικού τµήµατος της ανατολικής πτέρυγας του ΝΑΤΟ, εγκαινιάζοντας νέο στρατιωτικό κέντρο διοίκησης στην πόλη Βάλγκα της Εσθονίας, κοντά στα σύνορα µε τη Λετονία, λίγες ηµέρες πριν από τη Σύνοδο Κορυφής του ΝΑΤΟ. Η νέα διοίκηση θα συντονίζει στρατιωτικές ασκήσεις, επιχειρησιακή ετοιµότητα και, εφόσον απαιτηθεί, την άµυνα της περιοχής σε περίπτωση ρωσικής επίθεσης.
«Stress test πειθαρχίας»
Η προσπάθεια για το «ΝΑΤΟ 3.0» είναι µια µεγάλη πρόκληση σε έναν κόσµο πολυκρίσης, αναφέρει ανάλυση του Center for Strategic and International Studies: «Η Σύνοδος Κορυφής στην Αγκυρα δεν είναι ένα δηµοψήφισµα για τη σηµασία του ΝΑΤΟ, αλλά ένα stress test της πειθαρχίας του και οφείλει να καταλήξει σε συγκεκριµένες αποφάσεις: σαφή καταµερισµό ρόλων, µε την Ευρώπη να αναλαµβάνει την κύρια ευθύνη για την ασφάλεια της ηπείρου και τις ΗΠΑ να διατηρούν τον ρόλο της στρατηγικής αποτροπής και της ενίσχυσης των συµµάχων όταν απαιτείται, µε έµφαση στην πραγµατική επιχειρησιακή ετοιµότητα και όχι µόνο στο ύψος των αµυντικών δαπανών».
Υπό αυτό το πρίσµα, προσθέτουν, «η Συµµαχία καλείται να αξιοποιήσει τα διδάγµατα από τους πολέµους στην Ουκρανία και το Ιράν, ενισχύοντας την αµυντική βιοµηχανία, την παραγωγική ικανότητα και την προστασία κρίσιµων υποδοµών», διαφορετικά χωρίς σταθερό πλαίσιο το «NATO 3.0» µπορεί να εξελιχθεί σε ένα «δόγµα χωρίς στρατηγική αρχιτεκτονική».
Εφημερίδα «Κυριακάτικη Απογευματινή»






