Η Ευρώπη εισέρχεται σε µια νέα πυρηνική εποχή, όχι επειδή το επέλεξε, αλλά επειδή η Ρωσία επανέφερε την πυρηνική απειλή ως εργαλείο πολιτικού καταναγκασµού. Η εισβολή στην Ουκρανία, οι επαναλαµβανόµενες αναφορές της Μόσχας σε πιθανή χρήση πυρηνικών και η ανάπτυξη ρωσικών δυνατοτήτων στη Λευκορωσία επανέφεραν στο προσκήνιο ένα ερώτηµα που η µεταψυχροπολεµική Ευρώπη είχε απωθήσει: Είναι αξιόπιστη η πυρηνική αποτροπή του ΝΑΤΟ;
Κατά την πρόσφατη Σύνοδο των Υπουργών Αµυνας (18 Ιουνίου 2026), συνεδρίασε και η Επιτροπή Πυρηνικού Σχεδιασµού (Nuclear Planning Group) της Συµµαχίας και συζήτησε την ανάγκη επανεξέτασης και επικαιροποίησης ή αναθεώρησης των επιχειρησιακών σχεδίων πυρηνικής αποτροπής της Ευρώπης. Το θέµα δεν είναι µόνο στρατιωτικό. Είναι και θεσµικό. Η START II, η οποία προέβλεπε βαθύτερες µειώσεις στρατηγικών πυρηνικών, ουδέποτε λειτούργησε ως πραγµατικό πλαίσιο σταθερότητας, καθώς δεν τέθηκε ουσιαστικά σε ισχύ και εγκαταλείφθηκε. Ακόµη πιο κρίσιµη ήταν η λήξη της New START τον Φεβρουάριο του 2026, του τελευταίου δεσµευτικού πλαισίου ελέγχου στρατηγικών πυρηνικών µεταξύ ΗΠΑ και Ρωσίας. Το αποτέλεσµα είναι ένα στρατηγικό κενό: λιγότερη διαφάνεια, λιγότερη προβλεψιµότητα, περισσότερος χώρος για εξοπλιστική κλιµάκωση.
Το δόγµα του ΝΑΤΟ παραµένει αµυντικό: όσο υπάρχουν πυρηνικά όπλα, η Συµµαχία θα παραµένει (και) πυρηνική. Η ευρωπαϊκή διάσταση της αποτροπής περιλαµβάνει τρία επίπεδα: Πρώτον, την αµερικανική εκτεταµένη αποτροπή, που συνδέει την ασφάλεια της Ευρώπης µε το στρατηγικό οπλοστάσιο των ΗΠΑ. ∆εύτερον, τη ΝΑΤΟϊκή διάταξη πυρηνικής διασποράς (nuclear sharing), µέσω αεροσκαφών διπλής ικανότητας (dualcapable aircraft), όπως τα F-35A, που δύνανται να φέρουν τις αµερικανικές πυρηνικές βόµβες B61-12, που βρίσκονται διάσπαρτες σε αποθήκες ευρωπαϊκών βάσεων, υπό αυστηρό αµερικανικό έλεγχο. Τρίτον, τις εθνικές πυρηνικές δυνάµεις Βρετανίας και Γαλλίας, οι οποίες παραµένουν κυρίαρχες και ανεξάρτητες, αλλά λειτουργούν εντός του ευρύτερου ευρωπαϊκού στρατηγικού περιβάλλοντος.
Το Nuclear Planning Group αποτελεί τον πολιτικό πυρήνα αυτής της αρχιτεκτονικής. Εκεί οι Σύµµαχοι, πλην της Γαλλίας που διατηρεί τα πυρηνικά της όπλα υπό αυστηρά εθνικό έλεγχο, συζητούν τη δοµή, την αξιοπιστία και τη µελλοντική προσαρµογή της πυρηνικής αποτροπής. Η πρόσφατη συζήτηση για εκσυγχρονισµό δυνατοτήτων και σχεδίων δεν σηµατοδοτεί επιθετική στροφή, αλλά προσπάθεια να µη δηµιουργηθεί κενό αξιοπιστίας απέναντι στη Ρωσία. Η Μόσχα, από την πλευρά της, επιχειρεί να µετατρέψει την πυρηνική απειλή σε εργαλείο πολιτικού καταναγκασµού. Με τακτικά πυρηνικά όπλα, συστήµατα Iskander και ανάπτυξη δυνατοτήτων στη Λευκορωσία, επιδιώκει να περιορίσει τη δυτική υποστήριξη προς την Ουκρανία και να επιβάλει ζώνες στρατηγικής επιρροής στον εγγύς χώρο ενδιαφέροντός της.
Το δίληµµα για την Ευρώπη δεν είναι αν πρέπει να «πυρηνικοποιήσει» τη στρατηγική της σκέψη. Αυτό έχει ήδη συµβεί λόγω Ρωσίας. Η συζήτηση περί µετακίνησης ή ενίσχυσης πυρηνικών δυνατοτήτων προς την ανατολική πτέρυγα, µε πιθανές υποδοµές υποστήριξης, είναι πολιτικά εκρηκτική, καθώς ενισχύει την αποτροπή αλλά αυξάνει τον κίνδυνο ρωσικής αντίδρασης. Γι’ αυτό η Ευρώπη χρειάζεται ψυχραιµία, συνοχή και στρατηγικό έλεγχο. Η αξιόπιστη αποτροπή δεν είναι επιθετική στάση. Είναι η προϋπόθεση ώστε ο πόλεµος να µη γίνει πιθανότερος.
*Υποναύαρχος (ε.α.), στρατηγικός αναλυτής και µέλος του Επιστηµονικού Συµβουλίου του Strategy International









