Η άνοδος του Αντι Μπέρναµ στην ηγεσία των Εργατικών και στην πρωθυπουργία γεννά προσδοκίες για πολιτική αλλαγή στη Βρετανία. Ωστόσο, οι βαθιές οικονοµικές και γεωπολιτικές κρίσεις απαιτούν περισσότερα από ρητορικές διακηρύξεις. Η αποχώρηση του Κιρ Στάρµερ µπορεί να έφερε κάποια ανακούφιση στις τάξεις των ψηφοφόρων του κόµµατος, όµως το κρίσιµο ερώτηµα είναι αν ο Αντι Μπέρναµ θα αποδειχθεί πραγµατικά καλύτερος, µε δεδοµένο ότι πριν από τους Εργατικούς είχαν ήδη παραιτηθεί στη σειρά πέντε πρωθυπουργοί των Συντηρητικών, µέσα στους «κοιλόπονους» της 10ετίας Brexit.
Η απόφαση Μπέρναµ να αποχωρήσει από το Γουέστµινστερ το 2017 και να διεκδικήσει επιτυχώς τη δηµαρχία του Μείζονος Μάντσεστερ θεωρείται πολιτικά έξυπνη. Με αυτόν τον τρόπο αποστασιοποιήθηκε από τον σκληρό εσωτερικό πόλεµο που διέλυσε την ηγεσία του Τζέρεµι Κόρµπιν στους Εργατικούς (εκπροσωπούσε την αριστερή πτέρυγα) και άνοιξε τον δρόµο για την ανάδειξη του Στάρµερ.
Παράλληλα, το Μάντσεστερ του προσέφερε µια ανεξάρτητη πολιτική βάση και τη δυνατότητα να παρουσιάσει δικό του κυβερνητικό έργο. Το πολυδιαφηµισµένο «µαντσεστεριανό µοντέλο» του Μπέρναµ, µε το οποίο υποσχέθηκε ότι θα φέρει «ανάπτυξη σε κάθε γωνιά της χώρας», ασκώντας δριµεία κριτική στην οικονοµική κληρονοµιά της Μάργκαρετ Θάτσερ, µοιάζει περισσότερο µε προσπάθεια συνέχισης των υφιστάµενων πολιτικών µε πιο ανθρώπινο πρόσωπο.
Υποσχέσεις για τους άστεγους
Χαρακτηριστική είναι µια περιγραφή των «Financial Times» από τη Βόρεια Αγγλία. Στην πρώτη προεκλογική εκστρατεία, ο Μπέρναµ είχε δεσµευθεί να «τερµατίσει τον ύπνο στον δρόµο έως το 2020», όπως χαρακτηριστικά αποκαλείται το φαινόµενο των αστέγων που κοιµούνται στον δρόµο. Ωστόσο, όσο περνούσε η πρώτη του θητεία η διατύπωση µετατράπηκε από «τερµατισµό» του φαινοµένου σε «προσπάθεια» τερµατισµού. Ανάλογη ήταν η τύχη και της υπόσχεσής του για την ενίσχυση της οικονοµικά προσιτής στέγασης. Και τις δύο δεσµεύσεις επανέλαβε ο Μπέρναµ, έξω από την Ντάουνινγκ Στριτ.
Η ρητορική του, πάντως, δηµιουργεί την προσδοκία µιας πιο ριζοσπαστικής αλλαγής. Οπως είπε, «τέσσερις δεκαετίες νεοφιλελευθερισµού, που ξεκίνησαν τη δεκαετία του 1980, δεν υπήρξαν ευνοϊκές». Υποστήριξε ότι η συγκέντρωση της πολιτικής εξουσίας και η ιδιωτικοποίηση βασικών υπηρεσιών, όπως η ενέργεια, το νερό, οι µεταφορές και η στέγαση, επιβάρυναν το κόστος ζωής και διεύρυναν τις κοινωνικές ανισότητες. Αφησε επίσης ανοιχτό το ενδεχόµενο µεγαλύτερου δηµόσιου ελέγχου σε στρατηγικούς τοµείς της οικονοµίας, θεωρώντας ότι χωρίς κρατική παρέµβαση είναι δύσκολο να αντιµετωπιστούν ο πληθωρισµός και η ακρίβεια. Πρόκειται για καταδίκη όχι µόνο της εποχής της Θάτσερ, αλλά και των κυβερνήσεων του Νέου Εργατικού Κόµµατος υπό τον Τόνι Μπλερ και τον Γκόρντον Μπράουν, στις οποίες ο ίδιος ο Μπέρναµ υπηρέτησε τελικά ως υπουργός. Το ερώτηµα είναι εάν η υπόσχεσή του για «µια νέα πολιτική» σηµαίνει πραγµατική ρήξη µε τον «µπλερισµό» που επιχείρησε να συνεχίσει ο Στάρµερ, µε το γνωστό αποτέλεσµα.
Το νέο υπουργικό συµβούλιο και οι κινήσεις που ακολούθησαν µέσα στην εβδοµάδα δίνουν µια γεύση. Ο Μπέρναµ απέφυγε να επιλέξει ως υπουργό Οικονοµικών τη Σαµπάνα Μαχµούντ, που θεωρείται από τις πιο ισχυρές εκπροσώπους της δεξιάς πτέρυγας της κυβέρνησης Στάρµερ.
Ωστόσο, η τοποθέτηση του Τζον Χίλι, ενός σταθερού στελέχους της ίδιας πτέρυγας, αποτελεί επιλογή που δείχνει προτεραιότητα στις στρατιωτικές δαπάνες απέναντι στο κοινωνικό κράτος. Η πρώτη κίνηση Μπέρναµ ήταν να εγκρίνει τη χρήση βρετανικών βάσεων από τις ΗΠΑ για «αµυντικά πλήγµατα» κατά του Ιράν, συνεχίζοντας την πολιτική του προκατόχου του.
Ο Στάρµερ και η πρώην υπουργός Οικονοµικών Ρέιτσελ Ριβς δεν κατάφεραν να περάσουν από τη Βουλή τις περικοπές στις κοινωνικές παροχές που επεδίωκαν. Τώρα, όµως, ο Μπέρναµ είναι αντιµέτωπος µε ένα κύµα πιέσεων, για να λάβει τις «δύσκολες αποφάσεις» που ο Στάρµερ και η Ριβς απέφυγαν. Η βρετανική οικονοµία αναπτύσσεται µε χαµηλούς ρυθµούς, τα δηµοσιονοµικά περιθώρια είναι περιορισµένα, ενώ η χώρα εξακολουθεί να εξαρτάται σε µεγάλο βαθµό από τις αγορές για τη χρηµατοδότηση του δηµόσιου χρέους, την ίδια στιγµή που οι επιπτώσεις από τον πόλεµο ΗΠΑ – Ιράν απειλούν να εκτροχιάσουν την ατζέντα.
Κοινωνικό πρόσηµο
Το πώς ακριβώς θα εξελιχθούν οι πιέσεις που δέχεται ο Μπέρναµ παραµένει αβέβαιο. Ωστόσο, αναζητά ήδη µέτρα που θα µπορούσαν να δώσουν πολιτικό στίγµα στην αντιµετώπιση της κρίσης του κόστους ζωής, όπως η εξαγγελία για µείωση 20% των λογαριασµών ρεύµατος, το πλαφόν στις 2 λίρες για τα εισιτήρια λεωφορείων µειώνοντας το κόστος και η µείωση φόρων 20% σε παµπ, κλαµπ και χώρους µε live.
Παράλληλα, ενδέχεται να επιχειρήσει να δηµιουργήσει την εντύπωση µιας αλλαγής µέσω της αποκέντρωσης εξουσιών και της εκλογικής µεταρρύθµισης. Ωστόσο, οι αιτίες της πολιτικής αστάθειας, που έχουν οδηγήσει τόσους πρωθυπουργούς σε αποτυχία, είναι πολύ βαθύτερες από τις αδυναµίες του συνταγµατικού συστήµατος. Ο Μπέρναµ καλείται να αποδείξει ότι µπορεί να πετύχει εκεί όπου ο Στάρµερ απέτυχε, η αποµάκρυνση του οποίου προήλθε κυρίως από την ανησυχία των βουλευτών του κόµµατος ότι είχε εξελιχθεί σε εκλογικό βάρος, την ώρα που το ακροδεξιό Reform UK του Νάιτζελ Φάρατζ έχει προβάδισµα στις δηµοσκοπήσεις.
Οπως σχολιάζουν αναλυτές, οι πολιτικές επιλογές θα κριθούν αυστηρά και η αντιµετώπιση της κρίσης στη Βρετανία θα δοκιµαστεί στο πρόσωπο του Μπέρναµ µε την ίδια σκληρότητα που δοκιµάστηκε και ο προκάτοχός του.
Κυριακάτικη Απογευματινή











