ΤΟΥ ΟΡΕΣΤΗ ΟΜΡΑΝ*
Ο πόλεµος στο Ιράν δεν αποτελεί απλώς ακόµη µία εστία έντασης στη διαχρονικά γεωπολιτικά ασταθή Μέση Ανατολή, αλλά και συνθήκη ικανή να αλλάξει ξανά τις ισορροπίες στις διεθνείς αγορές ενέργειας. Η αντίδραση των επενδυτών τις τελευταίες ηµέρες δείχνει την ευαισθησία των θεµελιωδών µεγεθών: το Brent έχει ήδη υπερβεί τα 85 δολάρια ανά βαρέλι -την υψηλότερη τιµή του εδώ και ένα χρόνο- και παρότι αυτή η άνοδος δεν είναι ακόµη εκρηκτική, αποτυπώνει µια αγορά που τιµολογεί εµφανώς τον αυξηµένο κίνδυνο διαταραχής εφοδιασµού από τη Μέση Ανατολή.
Βραχυπρόθεσµα, οι τιµές του πετρελαίου φαίνεται να έχουν ακόµη περιθώρια ανοδικής κίνησης, κυρίως λόγω του πριµ κινδύνου που θα συνεχίσει να ενσωµατώνει η αγορά σε περιόδους αυξηµένης αβεβαιότητας, αλλά και πιθανών πραγµατικών ζητηµάτων διαθεσιµότητας παραγωγής, ιδίως εάν ο πόλεµος δεν τερµατιστεί σύντοµα. Σε πιο µεσοπρόθεσµο ορίζοντα, όµως, η εικόνα αλλάζει: η παγκόσµια ζήτηση, ιδίως πετρελαίου, παραµένει συγκρατηµένη και η προσφορά από βασικούς παραγωγούς κινείται σε υψηλά επίπεδα. Αυτοί οι παράγοντες συνήθως λειτουργούν σταθεροποιητικά µετά το πέρασµα του αρχικού κύµατος αναταραχής, οδηγώντας την αγορά σε πιο οµαλή πορεία, πράγµα που εξάλλου υποστηρίζει και ο πρόεδρος Τραµπ, καθησυχάζοντας τις φωνές ανησυχίας εντός των ΗΠΑ.
Η εικόνα στο φυσικό αέριο εµφανίζει ορισµένες οµοιότητες, αλλά µε µεγαλύτερη ένταση. Η άνοδος της τιµής κοντά στα 50 ευρώ ανά µεγαβατώρα οφείλεται στην πλήρη αναστολή παραγωγής και εξαγωγής υγροποιηµένου φυσικού αερίου (LNG) από το Κατάρ, η επανεκκίνηση της οποίας δεν θα είναι άµεση για πρακτικούς και τεχνικούς λόγους. Τα ευρωπαϊκά αποθέµατα παραµένουν, ωστόσο, σε σχετικά ικανοποιητικά επίπεδα για την εποχή, αλλά υποχωρούν όσο προχωράµε και προς το τέλος του χειµώνα, υπενθυµίζοντας ότι η Ευρώπη εξακολουθεί να παραµένει ενεργειακά εκτεθειµένη στο εξωγενές γεωπολιτικό ρίσκο. Εντούτοις, η σηµερινή κατάσταση, ακόµα και αν επιδεινωθεί, δεν θα οδηγήσει σε συνθήκες ενεργειακής κρίσης ανάλογες αυτής του 2022. Η Ευρώπη έχει πλέον πιο διευρυµένες πηγές προµήθειας, υψηλότερα αποθέµατα και καλύτερη ενεργειακή οχύρωση, που λειτουργούν αποτρεπτικά σε ακραίες αυξοµειώσεις τιµών.
Η Ελλάδα βρίσκεται, επίσης, σε σαφώς ισχυρότερη θέση σε σχέση µε το παρελθόν και σε σχέση µε τα άλλα κράτη-µέλη της Ενωσης. Η διεύρυνση της εισαγωγής αµερικανικού LNG, ο εξορθολογισµός του ενεργειακού µίγµατος µε έξυπνη χρήση των Ανανεώσιµων Πηγών και η µεταφραζόµενη σε νέες υποδοµές και αναβαθµισµένο δίκτυο την επόµενη δεκαετία γεωπολιτική αναβάθµιση της χώρας δηµιουργούν ένα προστατευτικό δίχτυ που δεν υπήρχε πριν ή αµέσως µετά την κρίση της Ουκρανίας.
Ως προς τις επιπτώσεις στους επιµέρους κλάδους της ελληνικής οικονοµίας, οι τοµείς µε υψηλή άµεση ενεργειακή εξάρτηση -ηλεκτροπαραγωγή, βαριά βιοµηχανία, µεταφορές και logistics- θα είναι αυτοί που θα απορροφήσουν πρώτοι τις διακυµάνσεις, καθώς το κόστος τους εξαρτάται άµεσα από τις διεθνείς τιµές πετρελαίου και φυσικού αερίου. Αντίθετα, κλάδοι όπως οι υπηρεσίες ή ο τουρισµός, ιδιαίτερα κοµβικοί για την Ελλάδα, θα δεχτούν πιο έµµεσες και πιο ήπιες επιπτώσεις, εκτός εάν οι αυξήσεις παραταθούν επ’ αόριστον. Συνολικά, συνιστάται ψυχραιµία. ∆εν είναι η πρώτη φορά που ένας πόλεµος στη Μέση Ανατολή οδηγεί σε αυξήσεις τιµών. Είναι όµως, ίσως, η πρώτη φορά που η Ευρώπη και ιδίως η Ελλάδα έχει δηµιουργήσει τις απαραίτητες συνθήκες συγκράτησης των τιµών χωρίς να απειλείται η ενεργειακή ασφάλεια.
*∆ικηγόρος, ειδικός σε θέµατα ενέργειας και πρόεδρος του think tank SYNERGIΑ
Εφημερίδα «Κυριακάτικη Απογευματινή»







