Άρθρο του Γ. Ατσαλάκη στην «Κυριακάτικη Απογευματινή»: Τα υψηλότερα επιτόκια δεν ξεµπλοκάρουν το Ορµούζ

Η σταθερότητα των τιµών προϋποθέτει τελικά αντιµετώπιση των διαταραχών παραγωγής και διακίνησης, µαζί µε συνετή διαχείριση της ζήτησης
13:42 - 12 Οκτωβρίου 2026
Άρθρο του Γ. Ατσαλάκη

Οταν οι ανατιµήσεις προκαλούνται από πολέµους, διακοπές εφοδιασµού και ανασφάλεια στις θαλάσσιες µεταφορές, η αύξηση των επιτοκίων δεν αντιµετωπίζει άµεσα την αιτία τους. Το ακριβότερο χρήµα περιορίζει τη ζήτηση, αλλά δεν εξασφαλίζει περισσότερο πετρέλαιο ούτε ασφαλέστερη ναυσιπλοΐα. Η κοινωνία κινδυνεύει εποµένως να πληρώσει διπλά: ακριβότερη ενέργεια και ασθενέστερη οικονοµική δραστηριότητα. Η διάκριση µεταξύ πληθωρισµού ζήτησης και προσφοράς είναι καθοριστική. Οταν οι δαπάνες υπερβαίνουν την παραγωγική δυνατότητα, η ακριβότερη πίστωση µπορεί να αποκαταστήσει την ισορροπία. Οταν όµως περιορίζεται η πρόσβαση σε καύσιµα, οι τιµές αυξάνονται, χωρίς καταναλωτική έξαρση.

Η απειλή στα Στενά του Ορµούζ αυξάνει τα ασφάλιστρα, προκαλεί καθυστερήσεις και ενισχύει την ανάγκη αποθεµάτων. Το κόστος διαχέεται στις µεταφορές, στη µεταποίηση και στα τρόφιµα. Ακόµη και µεγαλύτερη παραγωγή αργού δεν αρκεί, εάν το πετρέλαιο δεν µπορεί να µεταφερθεί και να διυλιστεί. Απαιτείται αποκατάσταση ολόκληρης της εφοδιαστικής αλυσίδας. Τα υψηλότερα επιτόκια ακριβαίνουν τα δάνεια και περιορίζουν κατανάλωση και επενδύσεις. Μπορούν επίσης, υπό προϋποθέσεις, να ενισχύσουν το νόµισµα και να µειώσουν το κόστος εισαγωγών. Ωστόσο, η συγκράτηση των τιµών µέσω οικονοµικής επιβράδυνσης µπορεί να κοστίσει εισοδήµατα και θέσεις εργασίας.

Αυτό δεν δικαιολογεί αδράνεια των κεντρικών τραπεζών. Μια παρατεταµένη ανατίµηση µπορεί να επηρεάσει προσδοκίες, αµοιβές και περισσότερες τιµές, αποκτώντας διάρκεια. Η αντίδραση πρέπει να σταθµίζει την επιµονή και τη διάχυση των πιέσεων. Παράλληλα, η µείωση του πληθωρισµού σηµαίνει βραδύτερες ανατιµήσεις, όχι αναγκαστικά φθηνότερα αγαθά ή αποκατάσταση της αγοραστικής δύναµης. Για την Ευρώπη, η ακριβή εισαγόµενη ενέργεια µεταφέρει εισόδηµα στους εξωτερικούς προµηθευτές. Το ακριβότερο χρήµα δυσκολεύει και τη χρηµατοδότηση αποδοτικότερου εξοπλισµού. Η διπλή πίεση απειλεί την ανταγωνιστικότητα και οδηγεί σε αναβολή επενδύσεων ή µεταφορά παραγωγής.

Στην Ελλάδα, ιδιαίτερα εκτεθειµένες είναι οι µικρές επιχειρήσεις, η γεωργία, οι µεταφορές και ο τουρισµός. Τα ξενοδοχεία αντιµετωπίζουν ακριβότερη λειτουργία, ενώ οι επισκέπτες περιορίζουν τις δαπάνες τους. Οι αγρότες χρειάζονται κεφάλαιο κίνησης για ακριβότερα καύσιµα και άρδευση. Τα ευάλωτα νοικοκυριά και οι δανειολήπτες µε κυµαινόµενο δέχονται πρόσθετη πίεση. Χρειάζονται προσωρινή, στοχευµένη στήριξη και χρηµατοδότηση βιώσιµων επιχειρήσεων. Οι γενικευµένες επιδοτήσεις αποδυναµώνουν την εξοικονόµηση. Παράλληλα απαιτούνται διαφοροποίηση προµηθευτών, στρατηγικά αποθέµατα, προστασία υποδοµών και ασφαλείς εµπορικές διαδροµές. Μακροπρόθεσµα, ανανεώσιµες πηγές, αποθήκευση, δίκτυα και ενεργειακή αποδοτικότητα περιορίζουν την εξάρτηση.

Η αντιµετώπιση απαιτεί συντονισµό: η κεντρική τράπεζα συγκρατεί την παγίωση των ανατιµήσεων, οι κυβερνήσεις προστατεύουν την κοινωνία και η διεθνής συνεργασία αποκαθιστά την ασφάλεια του εµπορίου. Η σταθερότητα των τιµών προϋποθέτει τελικά αντιµετώπιση των διαταραχών παραγωγής και διακίνησης, µαζί µε συνετή διαχείριση της ζήτησης.

*Οικονοµολόγος, αναπλ. καθηγητής Πολυτεχνείου Κρήτης, Εργαστήριο Επιστηµονικών ∆εδοµένων