«Κόκκινα» δάνεια: Πλαφόν στους τόκους, επανυπολογισμός οφειλών και νέοι κανόνες για τους πλειστηριασμούς

Τι προβλέπει το νομοσχέδιο που βρίσκεται σε δημόσια διαβούλευση έως τις 22 Οκτωβρίου
09:30 - 17 Οκτωβρίου 2026
«Κόκκινα» δάνεια:

Νέο πλαίσιο για τους δανειολήπτες με ληξιπρόθεσμες οφειλές προωθεί το υπουργείο Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, με στόχο τον περιορισμό των υπέρογκων απαιτήσεων από τόκους, την επιτάχυνση των ρυθμίσεων και τη θέσπιση σαφέστερων κανόνων για τράπεζες, funds και εταιρείες διαχείρισης απαιτήσεων (servicers).

Το σχετικό νομοσχέδιο βρίσκεται σε δημόσια διαβούλευση έως τις 22 Οκτωβρίου. Όπως δηλώνει στο ΑΠΕ-ΜΠΕ η γενική γραμματέας Χρηματοπιστωτικού Τομέα και Διαχείρισης Ιδιωτικού Χρέους, Θεώνη Αλαμπάση, στόχος είναι «λιγότερη αβεβαιότητα για τον οφειλέτη, περισσότερη ευθύνη για τον πιστωτή και ένα σύστημα ρύθμισης του ιδιωτικού χρέους που λειτουργεί με κανόνες και παράγει πραγματικές λύσεις».

Πλαφόν στις οφειλές και αυτόματος επανυπολογισμός

Κεντρική παρέμβαση του νέου πλαισίου είναι η θέσπιση ανώτατου ορίου στο συνολικό ύψος των απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις. Ειδικότερα, η οφειλή δεν θα μπορεί να υπερβαίνει το τριπλάσιο του αρχικού κεφαλαίου, ενώ για συγκεκριμένες κατηγορίες παλαιών αγροτικών οφειλών το όριο θα διαμορφώνεται στο διπλάσιο.

Η ρύθμιση καλύπτει καταναλωτικά, στεγαστικά και επιχειρηματικά δάνεια, ανεξάρτητα από το αν εξακολουθούν να βρίσκονται στην αρχική τράπεζα ή έχουν μεταβιβαστεί, τιτλοποιηθεί ή ανατεθεί σε εταιρεία διαχείρισης απαιτήσεων.

Ιδιαίτερη σημασία έχει για δανειολήπτες με οφειλές που παραμένουν σε καθυστέρηση επί χρόνια ή ακόμη και δεκαετίες, καθώς το νέο όριο θα περιορίζει τις συνολικές απαιτήσεις που έχουν διογκωθεί λόγω τόκων υπερημερίας, κεφαλαιοποιημένων τόκων και άλλων χρεώσεων.

Για δάνεια που χορηγήθηκαν πριν από το 1990 και για τα οποία δεν υπάρχουν επαρκή στοιχεία ώστε να προσδιοριστεί το αρχικό κεφάλαιο, προβλέπεται ειδικός κανόνας. Σε αυτές τις περιπτώσεις, η συνολική οφειλή δεν θα μπορεί να υπερβαίνει το 150% του ποσού που είχε διαμορφωθεί κατά την τελευταία ρύθμιση πριν από το 1990.

Πώς υπολογίζεται η νέα οφειλή

Με βάση το προτεινόμενο πλαίσιο, για ένα δάνειο αρχικού ύψους 100.000 ευρώ, η συνολική απαίτηση δεν θα μπορεί να ξεπερνά τις 300.000 ευρώ. Εάν η οφειλή έχει φτάσει τις 500.000 ευρώ, τα επιπλέον 200.000 ευρώ δεν θα αποτελούν απαιτητό υπόλοιπο.

Για τις οφειλές αγροτών που υπάγονται στην ειδική πρόβλεψη, το ανώτατο όριο διαμορφώνεται στις 200.000 ευρώ για αρχικό κεφάλαιο 100.000 ευρώ. Εφόσον έχουν προηγηθεί καταβολές 80.000 ευρώ, το υπόλοιπο της οφειλής δεν θα μπορεί να υπερβαίνει τις 120.000 ευρώ, σύμφωνα με τον προβλεπόμενο επανυπολογισμό.

Οι καταβολές που έχουν πραγματοποιήσει οι οφειλέτες, οι εγγυητές ή τρίτα πρόσωπα λαμβάνονται υπόψη κατά τον προσδιορισμό του υπολοίπου. Ωστόσο, το νομοσχέδιο δεν προβλέπει επιστροφή χρημάτων που έχουν ήδη καταβληθεί.

Ο επανυπολογισμός θα γίνεται αυτόματα, χωρίς να απαιτείται αίτηση από τον δανειολήπτη. Τράπεζες, funds και servicers θα υποχρεούνται να αναπροσαρμόσουν τις υφιστάμενες απαιτήσεις που εμπίπτουν στη ρύθμιση και να αποτυπώσουν τα νέα υπόλοιπα στις λογιστικές και πληροφοριακές τους καταστάσεις εντός έξι μηνών από την έναρξη ισχύος του νόμου.

Η υποχρέωση θα ισχύει ακόμη και όταν η αρχική τράπεζα έχει κλείσει ή βρίσκεται σε εκκαθάριση και η απαίτηση έχει μεταβιβαστεί σε διάδοχο πιστωτικό ίδρυμα ή εταιρεία διαχείρισης.

Τι αλλάζει για κατασχέσεις και πλειστηριασμούς

Το νέο καθεστώς επηρεάζει και τις υποθέσεις στις οποίες έχει ήδη κινηθεί διαδικασία αναγκαστικής εκτέλεσης. Κατασχέσεις και πλειστηριασμοί θα μπορούν να συνεχίζονται μόνο για το ποσό που θα προκύπτει μετά τον επανυπολογισμό της οφειλής.

Σε εκκρεμείς διαδικασίες, ο δικαιούχος ή ο διαχειριστής της απαίτησης θα υποχρεούται να γνωστοποιεί το αναπροσαρμοσμένο ποσό και να περιορίζει αντίστοιχα τις πράξεις εκτέλεσης. Με τον τρόπο αυτό, οι διαδικασίες δεν θα μπορούν να στηρίζονται σε απαιτήσεις που υπερβαίνουν τα προβλεπόμενα όρια.

Ακόμη και στην περίπτωση που ο πλειστηριασμός πραγματοποιηθεί, προβλέπεται προστασία του οφειλέτη ως προς το τίμημα που θα προκύψει. Ειδικότερα, θα του αποδίδεται το ποσό που απομένει μετά την κάλυψη των μειωμένων απαιτήσεων των πιστωτών.

Προθεσμίες για τις ρυθμίσεις και όριο 15% στην προκαταβολή

Παράλληλα, το νομοσχέδιο εισάγει συγκεκριμένα χρονικά περιθώρια για τις διμερείς διαπραγματεύσεις μεταξύ δανειοληπτών και servicers. Όταν ο οφειλέτης υποβάλλει πλήρη φάκελο για τη ρύθμιση της οφειλής του, ο πιστωτής θα πρέπει να απαντήσει εντός τριών μηνών, καταθέτοντας βιώσιμη και τεκμηριωμένη πρόταση ή αιτιολογημένη απόρριψη.

Ο δανειολήπτης θα έχει στη διάθεσή του έναν μήνα για να απαντήσει, ενώ η διαδικασία διαπραγμάτευσης θα πρέπει να ολοκληρώνεται το αργότερο εντός έξι μηνών. Οι προθεσμίες θα ισχύουν ακόμη και για οφειλές που βρίσκονται ήδη σε στάδιο αναγκαστικής εκτέλεσης.

Σε περίπτωση που ο πιστωτής υπερβεί την τρίμηνη προθεσμία απάντησης, θα καταγράφεται αυτοδίκαια παράβαση, θα ενημερώνεται η Τράπεζα της Ελλάδος και θα αναστέλλονται ο εκτοκισμός και η κεφαλαιοποίηση των τόκων μέχρι να δοθεί απάντηση.

Σημαντική αλλαγή αφορά και την προκαταβολή που απαιτείται για την επίτευξη απευθείας ρύθμισης. Το ανώτατο ποσοστό ορίζεται στο 15% της οφειλής, έναντι πρακτικών που, σύμφωνα με την κυβέρνηση, μπορούσαν να φτάνουν έως και το 50%. Παράλληλα, θα υπάρχει δυνατότητα χαμηλότερης προκαταβολής όταν τεκμηριώνονται οικονομική δυσχέρεια, κοινωνικά κριτήρια ή προβλήματα υγείας.

Υποχρεωτική πρόταση ρύθμισης πριν από τον πλειστηριασμό

Το νομοσχέδιο προβλέπει ότι ο πιστωτής θα πρέπει να έχει υποβάλει κατάλληλη, βιώσιμη και τεκμηριωμένη πρόταση ρύθμισης τρεις μήνες πριν από τον πλειστηριασμό.

Οι νέοι κανόνες συνδέουν τη διαδικασία ρύθμισης με την πραγματική οικονομική και περιουσιακή κατάσταση του οφειλέτη, ενώ προβλέπουν προστασία για όσους τηρούν τις συμφωνίες τους.

Ειδικότερα, όσο ο δανειολήπτης εξυπηρετεί κανονικά μια ενεργή ρύθμιση, ο διαχειριστής της απαίτησης δεν θα μπορεί να καταγγείλει τη σύμβαση, να προχωρήσει σε μέτρα αναγκαστικής εκτέλεσης ή να διενεργήσει πλειστηριασμό.

Σε περίπτωση παραβίασης της συγκεκριμένης υποχρέωσης, οι σχετικές πράξεις θα είναι άκυρες. Παράλληλα, στον οφειλέτη θα πιστώνεται ποσό ίσο με πέντε μηνιαίες δόσεις και η ρύθμιση θα παρατείνεται για αντίστοιχο χρονικό διάστημα. Το προβλεπόμενο πρόστιμο μπορεί να φτάσει έως τις 500.000 ευρώ ανά δανειολήπτη.

Οι προτάσεις των servicers θα πρέπει, επίσης, να συνοδεύονται από τεκμηρίωση των εισοδηματικών και περιουσιακών στοιχείων στα οποία βασίζονται. Όπου είναι εφικτό, θα περιλαμβάνουν δύο εναλλακτικές λύσεις, ώστε ο οφειλέτης να μπορεί να αξιολογήσει τις διαθέσιμες επιλογές.

Δικαίωμα δωρεάν ενημέρωσης για το σύνολο της οφειλής

Το νέο πλαίσιο ενισχύει και το δικαίωμα των δανειοληπτών να γνωρίζουν αναλυτικά πώς έχει διαμορφωθεί το χρέος τους.

Ο οφειλέτης θα μπορεί να ζητά χωρίς επιβάρυνση πλήρη εικόνα της οφειλής, στην οποία θα περιλαμβάνονται οι αρχικές συμβάσεις και οι τροποποιήσεις τους, το ιστορικό πληρωμών, ο υπολογισμός των επιτοκίων, το κεφάλαιο, οι τόκοι, οι προμήθειες και κάθε άλλη χρέωση.

Τα στοιχεία θα πρέπει να χορηγούνται εντός 45 ημερών. Εάν η προθεσμία παρέλθει χωρίς πλήρη απάντηση, θα αναστέλλεται ο εκτοκισμός μέχρι να ικανοποιηθεί το αίτημα του οφειλέτη.

Νέες υποχρεώσεις διαφάνειας για τους servicers

Το νομοσχέδιο προβλέπει, επιπλέον, αυξημένες υποχρεώσεις διαφάνειας για τις εταιρείες διαχείρισης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις. Ειδικότερα, θα πρέπει να δημοσιοποιούν ετησίως οικονομικά στοιχεία, πληροφορίες για τα χαρτοφυλάκια που διαχειρίζονται, τα αποτελέσματα της διαχείρισης και τον τρόπο με τον οποίο χειρίζονται τα παράπονα.

Παράλληλα, θα υποβάλλουν στρατηγικό σχέδιο με προβλέψεις για τις ανακτήσεις οφειλών και δείκτες απόδοσης.

Οι σχετικές προβλέψεις αναμένεται να αρχίσουν να εφαρμόζονται στις αρχές του 2027, τρεις μήνες μετά την ψήφιση του νέου νόμου.

Η τελική μορφή του πλαισίου θα καθοριστεί μετά την ολοκλήρωση της δημόσιας διαβούλευσης και της νομοθετικής επεξεργασίας, πριν από την κατάθεσή του προς ψήφιση στη Βουλή.

Πηγή: ΑΠΕ-ΜΠΕ