Σανίδα σωτηρίας…

Όταν οι κυβερνήσεις περνούν κρίσεις, οι βουλευτές συνιστούν ίσως το μοναδικό πολιτικό σωσίβιο στη θάλασσα των δυσκολιών για την ανάκαμψη, τη συσπείρωση και τη μετάδοση του μηνύματος σε επίπεδο κοινωνίας
10:20 - 22 Απριλίου 2026

Είναι αλήθεια ότι πολλές φορές η Κοινοβουλευτική Ομάδα και το στελεχιακό δυναμικό κάθε κυβερνώντος κόμματος καθίστανται βαρίδια στη διάρκεια της διακυβέρνησης. Είτε επειδή πάντα θα υπάρχουν παραπονούμενοι βουλευτές που δεν έχουν καταλάβει κάποιο χαρτοφυλάκιο ή οι υπουργοί δεν τους κάνουν τα χατίρια, είτε διότι οι ίδιοι πολλές φορές καλούνται να ισορροπήσουν μεταξύ της υπεράσπισης συγκεκριμένων κυβερνητικών αποφάσεων και των αντίστοιχων διαθέσεων ενός κομματιού του ακροατηρίου τους. Η παράμετρος αυτή έχει αρχίσει να γίνεται ιδιαίτερα εμφανής στην παρούσα συγκυρία, όπου με φόντο τις διαδοχικές κρίσεις που αντιμετωπίζει το Μέγαρο Μαξίμου βγήκαν στην επιφάνεια ζητήματα τα οποία υπέβοσκαν καθημερινά και αργά ή γρήγορα θα αποτελούσαν -με μαθηματική ακρίβεια- «αγκάθι» για την εσωκομματική συνοχή. Πολλώ δε μάλλον όταν ο Κυριάκος Μητσοτάκης και το στενό του επιτελείο είχαν στηρίξει την προεκλογική τους στρατηγική (και πριν από το 2019 και πριν από το 2023) στη διεύρυνση της ΝΔ προς το Κέντρο και την Κεντροαριστερά, ενώ θεμελίωσαν το κυβερνητικό αφήγημα στη λογική της αριστείας όσον αφορά την κατάληψη υπουργικών θώκων και θέσεων-κλειδιά στην κρατική μηχανή, ανεξαρτήτως κομματικής προέλευσης των ανθρώπων που προκρίνονται.

Στον αντίποδα, όμως, όταν οι κυβερνήσεις περνούν κρίσεις ή ακόμη χειρότερα δείχνουν να έχουν πάρει την κάτω βόλτα, οι βουλευτές και τα στελέχη της εκάστοτε κυβερνώσας παράταξης συνιστούν ίσως το μοναδικό πολιτικό σωσίβιο στη θάλασσα των δυσκολιών και πιθανώς τον μοναδικό πιθανό παράγοντα ανάκαμψης στη βάση αρχικά της συσπείρωσης, της εξεύρεσης ενός αποτελεσματικού βηματισμού και ακολούθως στη μετάδοση του μηνύματος σε επίπεδο κοινωνίας. Κάπως έτσι έχει η κατάσταση τώρα στο κυβερνητικό στρατόπεδο σε μια στιγμή κατά την οποία οι κεντρικοί άξονες, πάνω στους οποίους στηρίζονταν πολιτικά και επιχειρηματολογικά ο πρωθυπουργός και οι προβεβλημένοι παράγοντες της κυβέρνησης, κλυδωνίζονται για πρώτη φορά τόσο ισχυρά.

Η σταθερότητα δείχνει να απειλείται από το φάντασμα της απροσδιόριστης αστάθειας, η θεσμικότητα να πνίγεται στη σκανδαλολογία του ΟΠΕΚΕΠΕ και κυρίως των υποκλοπών, ενώ η αριστεία και η αξιοκρατία αποτελούν πια μια μακρινή ανάμνηση των καλών ημερών της διακυβέρνησης της ΝΔ. Προφανώς, και με αφορμή τη δεύτερη εκδοχή της υπόθεσης του ΟΠΕΚΕΠΕ, ουδείς θα ανέμενε να παγιδευτεί η ηγεσία της κυβέρνησης στη λογική της επικοινωνιακής συγκάλυψης ή να πετούσε επιδεικτικά την μπάλα στην εξέδρα. Ωστόσο, η πρακτική του τσουβαλιάσματος -όπως και στον ΟΠΕΚΕΠΕ 1 που παραπέμπει σε άλλες εποχές- αγγίζει την ουσιαστική διερεύνηση παντός είδους ευθυνών και ακόμη περισσότερο η δημιουργία ενός αχρείαστου και επικίνδυνου μετώπου με την Κοινοβουλευτική Ομάδα χάριν της… αποσύνδεσης του κεντρικού πυρήνα της διακυβέρνησης και προσωπικά του πρωθυπουργού από τις εξελίξεις είναι αν μη τι άλλο στρατηγικά λανθασμένη και υπό τις παρούσες συνθήκες και πολιτικά απαράδεκτη. Κάποιοι, έχοντες τη δυνατότητα από την πολυθρόνα τους στο Μαξίμου να βλέπουν με διαχρονική άνεση τα τεκταινόμενα, θεωρούν ότι αν χρησιμοποιούσαν εκ νέου τη μέθοδο του τσουβαλιάσματος, τοποθετώντας τους ίδιους τους βουλευτές της ΝΔ στο κάδρο των χρόνιων παθογενειών του πολιτικού συστήματος και υποδεικνύοντάς τους ουσιαστικά ως μέρος του προβλήματος, θα προσέφεραν στην… αρένα του κέντρου και της μετριοπάθειας το «παλαιοκομματικό αίμα» που οι ίδιοι πιστεύουν ότι θα ξέπλενε μονομιάς τους λεκέδες της σκανδαλολογίας και της τοξικότητας.

Όμως, αφενός η στόχευση αυτή δεν είναι εύκολο να επιτευχθεί με τέτοιου είδους πρωτοβουλίες (παρά μόνο με συντονισμένες πράξεις και αποδείξεις όπως στο παρελθόν και όχι μόνο με εκτός τόπου και χρόνου τερτίπια τύπου αλλαγής του εκλογικού συστήματος που μόνο εσωτερική αναταραχή φέρνουν τούτη την ώρα) αφετέρου, προκύπτει μοιραία αποσυσπείρωση της λεγόμενης κομματικής βάσης σε μια περίοδο όπου το άρωμα των εκλογών έχει αρχίσει ήδη να διαχέεται για τα καλά στην ατμόσφαιρα. Είτε αρέσει είτε δεν αρέσει οι βουλευτές και οι παράγοντες είναι αυτοί που θα κάνουν εκλογές πολύ σύντομα σε κάθε γειτονιά και απομακρυσμένη περιοχή της χώρας.

Και μάλιστα σε μια συνθήκη κατά την οποία είναι ξεκάθαρο πια ότι η δυνατότητα μονομερούς καθορισμού του πολιτικού περιβάλλοντος και η ευχέρεια κινήσεων που είχε το Μαξίμου λόγω της αδιαμφισβήτητης (ακόμη και σήμερα) κυριαρχίας της ΝΔ και προσωπικά του πρωθυπουργού φαίνεται να χάνεται ως πλεονέκτημα, παρά την ανυπαρξία εναλλακτικής πρότασης διακυβέρνησης. Αυτό βεβαίως δεν μπορεί να αποτελεί συγχωροχάρτι για ο,τιδήποτε αλλά και αυτή η κατάσταση που μαζί με τα ξερά καίγονται και τα χλωρά είναι εξίσου προβληματική, επικίνδυνη και πιθανώς απαγορευτική για τη διαλεύκανση κάθε υπόθεσης και για την εξάλειψη τέτοιων φαινομένων.

Αν όμως δίπλα σε μία κρίση προκαλείται λόγω λανθασμένων χειρισμών μία άλλη παράλληλα και μάλιστα με χαρακτηριστικά εσωστρέφειας, τότε είναι μοιραίο πως το διακύβευμα της συσπείρωσης θα είναι μονοπάτι με κοφτερές πέτρες στον δρόμο για τις κάλπες. Και ως εκ τούτου, θα είναι πολύ πιο δύσκολη η προσπάθεια επαναφοράς όλων εκείνων που χωρίς να έχουν άμεση επαφή με τη ΝΔ την εμπιστεύθηκαν σε προηγούμενες αναμετρήσεις. Και στο σενάριο αυτό δεν θα μιλάμε μόνο για το φάντασμα της ακυβερνησίας, αλλά και για τον μοιραίο κλυδωνισμό και κατ’ επέκταση της συρρίκνωσης της παράταξης που συνιστά τον μοναδικό σταθερό πυλώνα της Μεταπολίτευσης με ό,τι αυτό θα συνεπάγεται για τη χώρα. Το χαμήλωμα των τόνων για την ατζέντα τύπου… γερμανικού μοντέλου και οι ανακοινώσεις για την ενίσχυση των πολιτών χάριν του υπερπλεονάσματος είναι μια ένδειξη ανακλαστικών και πολιτικής εγρήγορσης από την πλευρά του Κυριάκου Μητσοτάκη. Το θέμα είναι να ενστερνιστούν τη σχετική ανάγκη και οι παντός είδους δημοσιολογούντες και εμπνευστές… θεσμικών διαρροών.

Εφημερίδα Απογευματινή