Το έργο το έχουμε ξαναδεί! Με διαφορετικούς τίτλους, αλλά με το ίδιο σενάριο. Από το Βατοπέδι και τη Novartis μέχρι σήμερα, η ίδια πολιτική συνταγή επαναλαμβάνεται απαρέγκλιτα: λάσπη, υπαινιγμοί, στοχοποίηση πολιτικών αντιπάλων, αμφισβήτηση της δικαιοσύνης, απαξίωση των ανεξάρτητων Αρχών και καλλιέργεια κοινωνικής έντασης. Η λογική του «κάτι θα μείνει» εξακολουθεί να αποτελεί κεντρική στρατηγική συγκεκριμένων πολιτικών χώρων.
Και όμως! Η δημοκρατία θεμελιώνεται πάνω στη διαφωνία, τη σύνθεση και την αντιπαράθεση επιχειρημάτων. Η αντιπολίτευση είναι ασφαλώς αναγκαίος πυλώνας του πολιτεύματος, όταν όμως λειτουργεί θεσμικά, με προτάσεις, με υπευθυνότητα και με αίσθημα εθνικής ευθύνης. Όταν, αντί για πολιτικό λόγο, επιλέγονται η τοξικότητα, η συνωμοσιολογία και η διαρκής απόπειρα αποσταθεροποίησης τότε δεν πλήττεται απλώς μια κυβέρνηση. Πλήττεται η ίδια η εμπιστοσύνη των πολιτών στους θεσμούς και στη δημοκρατική λειτουργία της χώρας.
Δυστυχώς, τα τελευταία χρόνια παρακολουθούμε μια αντιπολίτευση σχεδόν μονοθεματική. Μια αντιπολίτευση που δεν καταθέτει ένα ολοκληρωμένο εναλλακτικό σχέδιο διακυβέρνησης, δεν παράγει πολιτική, δεν εμπνέει και δεν πείθει με δικές της θέσεις. Το μοναδικό της αφήγημα είναι το «να φύγει ο Μητσοτάκης». Όλα περιστρέφονται γύρω από αυτό. Κάθε γεγονός, κάθε δυσκολία, κάθε κρίση, κάθε ανθρώπινο λάθος ή διοικητική αστοχία μετατρέπεται αυτομάτως σε «σκάνδαλο», σε «συγκάλυψη», σε «εκτροπή».
Το είδαμε στην τραγωδία των Τεμπών, όπου αντί να επικρατήσει η απαίτηση για αλήθεια και δικαιοσύνη με θεσμικούς όρους, κάποιοι επένδυσαν πολιτικά πάνω στον ανθρώπινο πόνο. Το είδαμε στην υπόθεση των υποκλοπών, όπου πριν ακόμη να ολοκληρωθούν οι θεσμικές διαδικασίες είχαν ήδη εκδοθεί πολιτικές «καταδίκες». Το βλέπουμε και στην υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ, όπου πάλι στήνεται ένα σκηνικό ενοχοποίησης και πολιτικής σπέκουλας, πριν ακόμη να μιλήσουν τα πραγματικά στοιχεία.
Πρόκειται για μία διαρκή προσπάθεια ποινικοποίησης της πολιτικής ζωής. Μια επικίνδυνη αντίληψη, σύμφωνα με την οποία κάθε κυβερνητική απόφαση βαφτίζεται ύποπτη και κάθε πολιτικό πρόσωπο αντιμετωπίζεται περίπου ως εν δυνάμει κατηγορούμενος. Αν επικρατήσει αυτή η λογική τότε κανείς δεν θα μπορεί να ασκήσει τα καθήκοντά του με πολιτικό θάρρος και αποφασιστικότητα. Η πολιτική δεν μπορεί να λειτουργεί υπό καθεστώς διαρκούς εκφοβισμού, ούτε να μετατρέπεται σε ποινικό πεδίο μικροκομματικής εκμετάλλευσης.
Ανησυχητικό είναι επίσης το γεγονός ότι η αντιπολίτευση, όταν οι εξελίξεις δεν επιβεβαιώνουν τα αφηγήματά της, στρέφεται ευθέως κατά των θεσμών. Αμφισβητεί τη δικαιοσύνη όταν οι αποφάσεις δεν τη βολεύουν, επιτίθεται στις ανεξάρτητες Αρχές όταν δεν εξυπηρετούν τις επιδιώξεις της και εργαλειοποιεί κάθε κοινοβουλευτική διαδικασία. Εξεταστικές επί εξεταστικών, διαρκείς καταγγελίες, πολιτική ένταση χωρίς τέλος. Όχι για να φωτιστεί η αλήθεια, αλλά για να συντηρείται ένα κλίμα κρίσης και απαξίωσης.
Η Ελλάδα, όμως, δεν έχει ανάγκη από άλλη τοξικότητα. Δεν έχει ανάγκη από πολιτικούς εμπρησμούς ούτε από τεχνητή όξυνση. Σε μια εποχή διεθνούς αβεβαιότητας, γεωπολιτικών προκλήσεων και οικονομικών μεταβολών η χώρα χρειάζεται σοβαρότητα, σταθερότητα και πολιτικές δυνάμεις που να αρθρώνουν δημιουργικό λόγο και ρεαλιστικές προτάσεις.
Η Νέα Δημοκρατία και ο Κυριάκος Μητσοτάκης κρίνονται καθημερινά από τους πολίτες για το έργο τους, τις επιτυχίες αλλά και τις αδυναμίες τους. Αυτή είναι η ουσία της δημοκρατίας. Όμως άλλο η αυστηρή κριτική και άλλο η συστηματική δηλητηρίαση της δημόσιας ζωής. Άλλο η πολιτική αντιπαράθεση και άλλο η οργανωμένη προσπάθεια απονομιμοποίησης θεσμών και προσώπων.
Οι πολίτες έχουν πλέον εμπειρία και κρίση. Μπορούν να διακρίνουν ποιος παράγει πολιτική και ποιος παράγει μόνο θόρυβο. Και γνωρίζουν καλά ότι η δημοκρατία δυναμώνει με την αλήθεια, τη σοβαρότητα και τη θεσμική υπευθυνότητα — όχι με τη λάσπη, τον διχασμό και την τοξικότητα.
*Η κυρία Σκόνδρα είναι βουλευτής Καρδίτσας
Εφημερίδα Απογευματινή








