Άρθρο του Α. Χαρίτση στην “Α”: Η δύναμη της συνήθειας στοιχίζει ακριβά

Στην Ελλάδα του Κυριάκου Μητσοτάκη το ερώτημα είναι ακόμη πιο σύνθετο. Εδώ δεν συνηθίσαμε μόνο την υποφορολόγηση του μεγάλου πλούτου
12:19 - 27 Ιουνίου 2026
Χαρίτσης

Πληρώνουν οι εκατομμυριούχοι τους φόρους που τους αναλογούν; Πρόκειται για ένα φαινομενικά απλό ερώτημα. Ο Γάλλος οικονομολόγος, Γκαμπριέλ Ζουκμάν, υποστηρίζει ότι το πρόβλημα δεν είναι μόνο ότι οι εκατομμυριούχοι φοροδιαφεύγουν, αλλά ότι μεγάλο μέρος του πλούτου έχει πάψει να είναι φορολογήσιμο με τους παραδοσιακούς μηχανισμούς. Ο μισθός και η σύνταξη φορολογούνται. Το φορολογικό σύστημα σχεδιάστηκε για μία οικονομία εισοδημάτων. Ωστόσο σήμερα οι «υπερπλούσιοι», που πληθαίνουν παγκοσμίως, δεν ζουν από τον μισθό τους αλλά από την αύξηση της αξίας των μετοχών, των ακινήτων και των επιχειρηματικών συμμετοχών τους. Και αυτός ο πλούτος αυξάνεται αδιάκοπα χωρίς να φορολογείται πραγματικά.

Το ενδιαφέρον σε αυτήν τη συζήτηση είναι επιπρόσθετα και ο τρόπος με τον οποίο οι κοινωνίες συνηθίζουν φαινόμενα που κάποτε θα προκαλούσαν πολιτικό σοκ. Σήμερα χρειάζεται διεθνής εκστρατεία για ένα ερώτημα που θα έμοιαζε αυτονόητο τον 20ό αιώνα: είναι δυνατόν οι πλουσιότεροι άνθρωποι του πλανήτη να φορολογούνται αναλογικά λιγότερο από έναν μισθωτό ή έναν μικρομεσαίο επαγγελματία;

Στην Ελλάδα του Κυριάκου Μητσοτάκη το ερώτημα είναι ακόμη πιο σύνθετο. Εδώ δεν συνηθίσαμε μόνο την υποφορολόγηση του μεγάλου πλούτου. Συνηθίσαμε και την ακρίβεια. Τα δύο φαινόμενα μοιάζουν διαφορετικά. Στην πραγματικότητα αποτελούν δύο όψεις της ίδιας πολιτικής λογικής. Η κυβέρνηση αρνείται οποιαδήποτε συζήτηση για τη φορολόγηση των μεγάλων περιουσιών, των υπερκερδών, των μερισμάτων, των υψηλών κληρονομιών, ενώ εμφανίζει ως περίπου φυσικό φαινόμενο ότι η Ελλάδα παραμένει σταθερά ακριβότερη από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο στα βασικά αγαθά.

Τον Μάιο ο πληθωρισμός στην Ελλάδα διαμορφώθηκε στο 5,2% έναντι 3,2% της Ευρωζώνης. Η απόκλιση, μάλιστα, αφορά τα βασικά διατροφικά αγαθά οι τιμές των οποίων στην Ελλάδα σχεδόν διπλασιάστηκαν. Την ίδια στιγμή, οι τιμές της αγροτικής παραγωγής στην ΕΕ μειώθηκαν κατά 2,9%, ενώ στην Ελλάδα αυξήθηκαν κατά 4,8%.

Δεν πρόκειται απλώς και μόνο για τις επιπτώσεις μιας διεθνούς κρίσης που χτύπησε και τη χώρα μας. Αν ήταν αυτό, η Ελλάδα θα κινούνταν κοντά στον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Η κυβέρνηση δεν βλέπει πρόβλημα. Αντίθετα, θεωρεί περίπου αυτονόητο ότι οι τιμές θα παραμείνουν υψηλές. Και ακολουθεί μια πολιτική που όχι μόνο διαιωνίζει αλλά βαθαίνει ακόμα περισσότερο την κρίση ακρίβειας.

Μία ακόμα οικονομολόγος που βρέθηκε στο επίκεντρο της διεθνούς συζήτησης, όταν εισηγήθηκε κρατικό έλεγχο των τιμών για τη συγκράτηση του πληθωρισμού, η Ιζαμπέλα Βέμπερ, έχει υποστηρίξει ότι οι μεγάλες πληθωριστικές εκρήξεις είναι και στιγμές ανακατανομής ισχύος. Επιχειρήσεις με ισχυρή θέση στην αγορά μετακυλίουν το κόστος στους καταναλωτές, προστατεύουν τα περιθώρια κέρδους τους και ενισχύουν τη θέση τους.

Η ελληνική περίπτωση, ως οικονομία που σε κρίσιμους κλάδους λίγοι μεγάλοι παίκτες ελέγχουν σημαντικά μερίδια αγοράς, ίσως αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτού του μηχανισμού. Το ερώτημα όμως είναι: γιατί όταν το όποιο σοκ (η πανδημία ή ο πόλεμος) υποχωρεί οι τιμές δεν επιστρέφουν με την ίδια ευκολία; Γιατί η ακρίβεια παγιώνεται;

Εδώ ακριβώς μπαίνει ο ρόλος της πολιτικής. Οι αγορές δεν λειτουργούν σε θεσμικό κενό. Ο βαθμός συγκέντρωσης, η ένταση του ανταγωνισμού, η φορολογική πολιτική, οι έλεγχοι, η εποπτεία και οι ρυθμίσεις της αγοράς αποτελούν πεδία κυβερνητικής παρέμβασης. Η ακρίβεια δεν είναι μόνο αποτέλεσμα οικονομικών εξελίξεων. Είναι, κυρίως, το αποτέλεσμα πολιτικών αποφάσεων για το ποιες μορφές οικονομικής ισχύος θα περιοριστούν και ποιες θα μείνουν ανέγγιχτες.

Η Ελλάδα, λοιπόν, δεν χρειάζεται απλώς μια κυβέρνηση με διαφορετικές προτεραιότητες. Χρειάζεται μια κυβέρνηση που θα συγκρουστεί με τη συγκέντρωση οικονομικής ισχύος.
Το πραγματικό δίλημμα σήμερα δεν είναι κράτος ή αγορά. Είναι αν θα συνεχίσουμε να παρακολουθούμε παθητικά τη συγκέντρωση πλούτου και ισχύος στα χέρια ελάχιστων ή αν θα ανατρέψουμε αυτή την τάση προς όφελος της κοινωνικής πλειοψηφίας.

*Ο κ. Χαρίτσης είναι βουλευτής, πρώην υπουργός