Η πρόσφατη έντονη κινητικότητα στο ελληνικό κοινοβούλιο, με αλλεπάλληλες παραιτήσεις, διαγραφές και ανεξαρτητοποιήσεις βουλευτών, επαναφέρει με ιδιαίτερη ένταση στο προσκήνιο ένα θεμελιώδες πολιτικό και ηθικό ερώτημα: σε ποιον ανήκει τελικά η βουλευτική έδρα; Η ολοένα και μεγαλύτερη απόσταση που χωρίζει τη σημερινή σύνθεση της Βουλής από την αρχική ετυμηγορία του ελληνικού λαού στις κάλπες του 2023, γεννά εύλογα σοβαρά ζητήματα δημοκρατικής νομιμοποίησης και αντιπροσώπευσης. Όταν οι πολίτες επιλέγουν ένα κόμμα βάσει συγκεκριμένου προγράμματος και ιδεολογικής κατεύθυνσης, η μετακίνηση βουλευτών σε άλλους σχηματισμούς ή η διατήρηση της έδρας ως «προσωπικού περιουσιακού στοιχείου» δεν θα έπρεπε να εκλαμβάνεται ως ωμή αλλοίωση της λαϊκής βούλησης; Η πρακτική αυτή τροφοδοτεί διαχρονικά την πολιτική απαξίωση και ενισχύει την επικίνδυνη αίσθηση ότι η ψήφος των πολιτών τελεί υπό την αίρεση των προσωπικών επιλογών ή των καιροσκοπικών στρατηγικών του εκάστοτε βουλευτή.
Στον πυρήνα αυτού του προβλήματος βρίσκεται η συνταγματική πρόβλεψη του άρθρου 60, το οποίο κατοχυρώνει την απεριόριστη ελευθερία γνώμης και ψήφου των βουλευτών κατά συνείδηση. Αυτή η «ελεύθερη εντολή» σχεδιάστηκε ιστορικά για να προστατεύει τον αντιπρόσωπο από εξωτερικές πιέσεις και να διασφαλίζει τη λειτουργία του ως εκπροσώπου ολόκληρου του έθνους και όχι μόνο της περιφέρειάς του ή του κόμματός του. Ωστόσο, στη σύγχρονη κομματική δημοκρατία, όπου οι πολίτες ψηφίζουν κατά κύριο λόγο κόμματα και αρχηγούς, η απόλυτη ελευθερία μετακίνησης χωρίς απώλεια της έδρας δημιουργεί μια προφανή και ανεπίτρεπτη αντίφαση. Στο πλαίσιο της επικείμενης συνταγματικής αναθεώρησης, το παράδειγμα χωρών όπως η Πορτογαλία αποκτά ιδιαίτερο ενδιαφέρον και αξίζει να μελετηθεί σοβαρά. Εκεί, το Σύνταγμα προβλέπει ρητά την απώλεια της βουλευτικής ιδιότητας σε περίπτωση που ο βουλευτής αποχωρήσει από το κόμμα με το οποίο εξελέγη ή ενταχθεί σε άλλο, προστατεύοντας αποτελεσματικά τη σταθερότητα και τη συνοχή της κοινοβουλευτικής εκπροσώπησης.
Η ανάγκη για μια τέτοια ριζική θεσμική θωράκιση γίνεται ακόμη πιο επιτακτική αν αναλογιστούμε τους άμεσους κινδύνους και για την κυβερνητική σταθερότητα. Η τραυματική ιστορική εμπειρία του 1993, όταν η εκλεγμένη κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη με 47% αλλά ισχνή κοινοβουλευτική πλειοψηφία κατέρρευσε θορυβωδώς λόγω της ανεξαρτητοποίησης δύο βουλευτών που προσχώρησαν στην Πολιτική Άνοιξη του Αντώνη Σαμαρά, υπενθυμίζει πόσο ευάλωτο μπορεί να καταστεί το πολιτικό μας σύστημα. Μια κυβέρνηση με οριακή πλειοψηφία 151 ή 152 εδρών κινδυνεύει ανά πάσα στιγμή να βρεθεί όμηρος προσωπικών επιδιώξεων ή διαφωνιών μεμονωμένων προσώπων, οδηγώντας τη χώρα σε πρόωρες κάλπες, αναταραχή, αστάθεια και αβεβαιότητα. Η θεσμοθέτηση της κομματικής έδρας, παρά τις όποιες θεωρητικές ενστάσεις περί περιορισμού της ελευθερίας του βουλευτή, θα λειτουργούσε ως πολύτιμη δικλίδα ασφαλείας. Θα απέτρεπε τον κατακερματισμό, θα ενίσχυε τη συλλογική ευθύνη των κομμάτων και θα ευθυγράμμιζε τη λειτουργία του κοινοβουλίου με την πραγματική βούληση του εκλογικού σώματος, αποκαθιστώντας τη χαμένη εμπιστοσύνη των πολιτών στους δημοκρατικούς θεσμούς.
*Ο κ. Κούμπουλης είναι ιστορικός και θεολόγος
Κυριακάτικη Απογευματινή










