Απαιτήσεις και προσδοκίες από τους πολίτες

Σήμερα μόνο η αντιπολίτευση παραμυθιάζει τον κόσμο ότι θα αρχίσει να τρώει με χρυσά κουτάλια όπως στο παρελθόν, πλην όμως και τα κουτάλια αυτά ήταν δανεικά
13:10 - 1 Αυγούστου 2026
Ο Νίκος Ανδρουλάκης, ο Αλέξης Τσίπρας και ο Κυριάκος Βελόπουλος

Εδώ και πολλά χρόνια, και για την ακρίβεια από τα μέσα της δεκαετίας του ’80, που η λέξη «λιτότητα» εντάχθηκε στις έννοιες της οικονομικής σοσιαλιστικής πολιτικής, διότι σοσιαλιστική κυβέρνηση άρχισε να την εφαρμόζει, το άμεσο ενδιαφέρον των Ελλήνων πολιτών αφορά την τσέπη τους. Δεν είναι επίσης τυχαίο ότι σχεδόν σαράντα χρόνια μετά και αφού ο λαός πέρασε την περίοδο της πλαστής ευφορίας και ευημερίας, πάλι η οικονομική κατάσταση τον ανησυχεί, όπως προκύπτει από τις έρευνες της κοινής γνώμης, συντελούσης σε αυτό και της ακρίβειας. Άλλωστε το… ευαγγελικό «ουκ επ’ άρτω μόνο ζήσεται άνθρωπος» μάλλον σπάνιας εφαρμογής τυγχάνει σήμερα. Με τα χρόνια βεβαίως, εξαιτίας της προϊούσας αποβιομηχάνισης της χώρας, προστέθηκε στην αγωνία των Ελλήνων για περισσότερα χρήματα -δηλαδή καλύτερους μισθούς- και η εντονότερη, βεβαίως, αγωνία για μία θέση εργασίας.

Αυτά δεν γράφονται τυχαία, καθώς το σχετικό πρόβλημα δεν είναι μόνο ελληνικό και συμβαδίζει με τη γενικότερη ύφεση σε ευρωπαϊκό επίπεδο εξαιτίας και των εστιών πολέμου που προκλήθηκαν. Ούτε είναι τυχαίο ασφαλώς ότι πλέον και σε άλλες ευρωπαϊκές πρωτεύουσες τα εργατικά συνδικάτα με εκδηλώσεις τους εκφράζουν την αγωνία για μια ανεργία που επέρχεται.

Στη χώρα μας αρκετές φορές οι ελπίδες του κόσμου έμειναν ανεκπλήρωτες από τις κενές υποσχέσεις πολιτικών που κυβέρνησαν την Ελλάδα επί τόσα χρόνια. Και παραμένουν βεβαίως οι προσδοκίες αυτές, δεδομένου ότι τα ίδια κόμματα που έδιναν αφειδώς υποσχέσεις αλλά και νέα, των οποίων οι αρχηγοί τους μιμούνται τους λαϊκιστές και δημαγωγούς προηγουμένων ετών, έκαναν τον κόσμο να πιστέψει ότι κάτω από οιεσδήποτε συνθήκες υπάρχουν περιθώρια για συνεχείς οικονομικές ενισχύσεις χωρίς δημοσιονομικούς κινδύνους.

Σήμερα μόνο η αντιπολίτευση παραμυθιάζει τον κόσμο ότι θα αρχίσει να τρώει με χρυσά κουτάλια όπως στο παρελθόν, πλην όμως και τα κουτάλια αυτά ήταν δανεικά. Και προκαλεί εντύπωση το γεγονός ότι αυτοί που πάλι υπόσχονται δεν έχουν λάβει το μάθημα της πολυετούς κρίσης που περάσαμε. Και, κυρίως, το γεγονός ότι τα βάρη τα σήκωσε ένας λαός, στον οποίο πάλι υπόσχονται όλα όσα και στον παρελθόν δημιούργησαν τις συνθήκες της μεγάλης επιβάρυνσής του. Με άλλα λόγια, δημιουργούν νέες παγίδες για την κοινωνία.

Η αποκομιζόμενη εντύπωση από τα ποιοτικά στοιχεία των δημοσκοπήσεων διαχρονικά είναι ότι όταν θίγεται το ζήτημα των προσδοκιών των πολιτών, κυρίαρχη θέση καταλαμβάνει η αύξηση των εισοδημάτων τους, μία θέση που περιθωριοποιεί άλλα ζητήματα, πιο προσωπικά, που έχουν να κάνουν με την ποιότητα ζωής. Κοινώς η ποιότητα ζωής δεν βρίσκεται ως έννοια στις άμεσες προτεραιότητες, επειδή ενδεχομένως συναρτάται προς τις οικονομικές και μόνο δυνατότητες των ερωτωμένων.

Υπό το πρίσμα μιας ρεαλιστικής προσέγγισης, σαφώς και «ουκ επ’ άρτω μόνον ζήσεται άνθρωπος», αλλά οι αυξημένες ανάγκες της βιωτής δεν αφήνουν περιθώρια φιλοσοφικών στοχασμών στους περισσότερους. Από τότε άλλωστε που η Ελλάδα έγινε δεκτή στην ΟΝΕ και απέκτησε κοινό νόμισμα με τις περισσότερες των χωρών της ΕΕ, οι Έλληνες πολίτες είχαν τη δυνατότητα να συγκρίνουν το βιοτικό τους επίπεδο με εκείνο των λοιπών Ευρωπαίων σε συνάρτηση με το κόστος ζωής στη χώρα μας. Και αντελήφθησαν πόσο πιο πτωχοί είναι. Η τεχνητή ευμάρεια μεγάλου αριθμού πληθυσμού, που αντικατοπτρίστηκε στο υπερμέγεθες για τις οικονομικές του δυνατότητες χρέος κάθε νοικοκυριού, είναι μία απατηλή πραγματικότητα, την οποία όσο τη συνειδητοποιούν οι πολίτες τόσο θα αυξάνονται και η αγωνία τους και οι ανάγκες τους για αύξηση των εισοδημάτων τους.

Ο μύθος, τελικώς, δηλοί ότι οι Έλληνες πάντοτε προσδοκούν σε κάτι καλύτερο, χωρίς βεβαίως να είναι και σε θέση να προσδιορίσουν πώς αυτό το «καλύτερο» θα επιτευχθεί. Στην πολιτεία στηρίζουν, από ό,τι φαίνεται, τα λιγότερα. Και καλά κάνουν, διότι, δόξα τω Θεώ, δεν βιώνουμε το «αγαθό» τής προς τα κάτω εξίσωσης των κομμουνιστικών καθεστώτων. Το ζήτημα είναι αν την ελπίδα του για μία καλύτερη οικονομικά χρονιά ο καθένας τη συνδέει και με την αύξηση της παραγωγικότητάς του, ώστε να αποκομίσει τους καρπούς της δικής του συμβολής στη συνολική εθνική προσπάθεια που χρειάζεται να καταβληθεί. Διότι με χαμηλή ακόμη παραγωγικότητα, αυξημένες απαιτήσεις και με παραδοσιακά δυσκίνητο κράτος, παρά την όποια πρόοδο έχει επιτευχθεί, δεν είναι δυνατόν να διαμορφωθούν προϋποθέσεις για το καλύτερο αύριο που απαιτούν όλοι οι εργαζόμενοι.

Εφημερίδα Απογευματινή