Μετά από σχεδόν τρία χρόνια διαπραγματεύσεων, Ελλάδα και Ισραήλ περνούν πλέον στην υλοποίηση ενός από τα σημαντικότερα εξοπλιστικά προγράμματα των τελευταίων ετών. Στο Τελ Αβίβ, τη Δευτέρα 31 Αυγούστου, υπεγράφησαν οι τελικές συμβάσεις για την «Ασπίδα του Αχιλλέα», ανοίγοντας τον δρόμο για τη δημιουργία ενός πολυεπίπεδου συστήματος αντιαεροπορικής, αντι-drone και αντιβαλλιστικής προστασίας.
Το πρόγραμμα αποτελεί βασικό πυλώνα της «Ατζέντας 2030» για τον εκσυγχρονισμό των Ενόπλων Δυνάμεων και είχε εγκριθεί από το ΚΥΣΕΑ στις 23 Ιουλίου 2026. Το κόστος του αντιαεροπορικού σκέλους εκτιμάται ότι ξεπερνά οριακά τα 3 δισ. ευρώ, ενώ η ανάπτυξη των συστημάτων στην Ελλάδα προβλέπεται να γίνει σταδιακά μέσα στους επόμενους μήνες.
Η νέα αρχιτεκτονική δεν αντιμετωπίζεται ως ένα ακόμη μεμονωμένο οπλικό σύστημα. Στόχος είναι η δημιουργία ενός ενιαίου δικτυοκεντρικού περιβάλλοντος, στο οποίο αισθητήρες, αεροσκάφη, πλοία, χερσαία συστήματα, drones και δορυφορικές υποδομές θα ανταλλάσσουν δεδομένα και θα λειτουργούν υπό κοινή επιχειρησιακή εικόνα.
Οι υπογραφές και οι ισραηλινοί ανάδοχοι
Τις συμβάσεις υπέγραψε από ελληνικής πλευράς η Γενική Διεύθυνση Αμυντικών Εξοπλισμών και Επενδύσεων (ΓΔΑΕΕ) του υπουργείου Εθνικής Άμυνας, με επικεφαλής τον υποστράτηγο Ιωάννη Μπούρα.
Από την ισραηλινή πλευρά συμμετείχαν η SIBAT, η Διεύθυνση Αμυντικής Συνεργασίας του υπουργείου Άμυνας του Ισραήλ, καθώς και η MAFAT, ο αρμόδιος ισραηλινός φορέας για την έρευνα και ανάπτυξη αμυντικών τεχνολογιών.
Μετά την ολοκλήρωση της συμβατικής διαδικασίας, αναμένεται να ξεκινήσουν οι παραγγελίες προς τις εταιρείες που έχουν αναλάβει τα επιμέρους σκέλη του προγράμματος. Πρόκειται για τις Israel Aerospace Industries (IAI), Rafael και ELTA Systems, θυγατρική της IAI.
Οι συγκεκριμένες εταιρείες έχουν ήδη αναπτύξει συνεργασίες με ελληνικές επιχειρήσεις, γεγονός που δημιουργεί τις προϋποθέσεις για ελληνική συμμετοχή, συμπαραγωγές και μεταφορά τεχνογνωσίας.
Η βασική φιλοσοφία της «Ασπίδας του Αχιλλέα» είναι η μετάβαση από την απόκτηση επιμέρους οπλικών συστημάτων στη δημιουργία μιας ενιαίας και πολυεπίπεδης αρχιτεκτονικής αεράμυνας και αντιβαλλιστικής προστασίας.
Στο ίδιο επιχειρησιακό περιβάλλον θα πρέπει να μπορούν να διασυνδεθούν τα υφιστάμενα και νέα μέσα των Ενόπλων Δυνάμεων, από τα F-35 και τα F-16 Viper έως τις φρεγάτες FDI Belharra, τα drones, τα χερσαία συστήματα και τους αισθητήρες.
Η λογική είναι δικτυοκεντρική: η πληροφορία από διαφορετικές πλατφόρμες θα συγκεντρώνεται και θα αξιοποιείται σε πραγματικό χρόνο, ώστε να δημιουργείται μια κοινή εικόνα του επιχειρησιακού πεδίου.
Στο επίκεντρο βρίσκεται ένα ενοποιημένο σύστημα Διοίκησης και Ελέγχου (Command & Control), το οποίο θα αξιολογεί τις απειλές, θα τις ιεραρχεί και θα υποστηρίζει την επιλογή του καταλληλότερου τρόπου αντιμετώπισής τους.
Με αυτόν τον τρόπο, η «Ασπίδα» φιλοδοξεί να ενισχύσει αποφασιστικά τη διακλαδικότητα, επιτρέποντας στους διαφορετικούς Κλάδους των Ενόπλων Δυνάμεων να επιχειρούν με κοινή επιχειρησιακή εικόνα.
Η ονομασία «Ασπίδα του Αχιλλέα» συνδέεται, σύμφωνα με τον υπουργό Εθνικής Άμυνας Νίκο Δένδια, με την περιγραφή της ομηρικής ασπίδας ως κατασκευής με πέντε επάλληλα στρώματα.
Αντίστοιχα, η σύγχρονη ελληνική «Ασπίδα» σχεδιάζεται να επεκτείνεται σε πέντε διαφορετικά πεδία:
- θάλασσα
- στεριά
- αέρας
- κυβερνοχώρος
- διάστημα
Στη νέα αρχιτεκτονική εντάσσονται επομένως πλοία, αεροσκάφη, χερσαία μέσα, αυτόνομα συστήματα, drones, δορυφόροι και κάθε πλατφόρμα που διαθέτει αισθητήρες.
Η φιλοσοφία αυτή αποσκοπεί στη δημιουργία ενός συνολικού συστήματος αποτροπής, όπου η αξία κάθε επιμέρους μέσου πολλαπλασιάζεται μέσα από τη διασύνδεσή του με τα υπόλοιπα.
Κρίσιμος ο ρόλος των δορυφόρων
Ιδιαίτερη διάσταση αποκτά το διαστημικό πεδίο, καθώς οι σύγχρονες στρατιωτικές επιχειρήσεις εξαρτώνται ολοένα περισσότερο από ασφαλείς δορυφορικές επικοινωνίες και δεδομένα.
Σύμφωνα με τον σχεδιασμό, η Ελλάδα φιλοξενεί έναν από τους δύο κόμβους του ευρωπαϊκού προγράμματος GOVSATCOM για ασφαλείς κυβερνητικές δορυφορικές επικοινωνίες.
Παράλληλα, η χώρα έχει αποκτήσει στόλο μικροδορυφόρων και προετοιμάζεται για την ανάπτυξη του πρώτου μεγάλου γεωστατικού δορυφόρου της.
Οι δυνατότητες αυτές εντάσσονται στη συνολική αντίληψη της «Ασπίδας του Αχιλλέα», καθώς το διάστημα θεωρείται πλέον κρίσιμο πεδίο για τις επικοινωνίες, την επιτήρηση, τη συλλογή πληροφοριών και τη διοίκηση των επιχειρήσεων.
Το πρόγραμμα αποτελεί ένα από τα μεγαλύτερα εξοπλιστικά εγχειρήματα της τελευταίας περιόδου. Ο συνολικός προϋπολογισμός του ξεπερνά τα 3 δισ. ευρώ, ενώ η προκαταβολή υπολογίζεται περίπου στα 600 εκατ. ευρώ.
Παράλληλα, ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στην εγχώρια αμυντική βιομηχανία.
Ο στόχος που έχει τεθεί είναι η ελληνική συμμετοχή στα νέα εξοπλιστικά προγράμματα να ανέρχεται τουλάχιστον στο 25%. Με βάση τον σχεδιασμό, ποσό περίπου 700 εκατ. ευρώ εκτιμάται ότι μπορεί να διοχετευθεί στην ελληνική οικονομία μέσω συμβάσεων με ελληνικές επιχειρήσεις, συμπαραγωγών, μεταφοράς τεχνογνωσίας και ανάπτυξης νέων τεχνολογικών δυνατοτήτων.
Ο Νίκος Δένδιας έχει θέσει ως βασικές προϋποθέσεις τη μεταφορά τεχνογνωσίας και παραγωγής στην Ελλάδα, αλλά και την πρόσβαση στον πηγαίο κώδικα των συστημάτων, όπου αυτό είναι εφικτό στο πλαίσιο των σχετικών συμφωνιών.
Η επιδίωξη είναι η Ελλάδα να μην περιορίζεται στον ρόλο του αγοραστή και χρήστη αμυντικών συστημάτων, αλλά να αποκτήσει ενεργότερο ρόλο στον σχεδιασμό, την παραγωγή και την εξέλιξή τους.
Η «Ασπίδα του Αχιλλέα» δεν αναμένεται να τεθεί σε πλήρη λειτουργία από την πρώτη ημέρα. Η ανάπτυξη των δυνατοτήτων θα πραγματοποιηθεί σταδιακά, με τις παραδόσεις να γίνονται σε φάσεις και τα διαφορετικά επίπεδα του συστήματος να εντάσσονται διαδοχικά σε επιχειρησιακή λειτουργία.
Ο σχεδιασμός που έχει παρουσιάσει το υπουργείο Εθνικής Άμυνας προβλέπει πλήρη επιχειρησιακή ανάπτυξη μέσα σε περίπου 35 μήνες, ενώ για την ανάπτυξη των επιμέρους συστημάτων έχει αναφερθεί χρονοδιάγραμμα περίπου 28 μηνών.
Η σταδιακή αυτή ανάπτυξη θα επιτρέψει παράλληλα την ενσωμάτωση των νέων δυνατοτήτων με τα ήδη υπάρχοντα οπλικά συστήματα των Ενόπλων Δυνάμεων.
Παράλληλα, η διασύνδεση των νέων δυνατοτήτων με τα F-35, τα F-16 Viper, τις φρεγάτες FDI και τα νέα μη επανδρωμένα συστήματα δημιουργεί ένα ευρύτερο δίκτυο αισθητήρων και όπλων, με στόχο την ενίσχυση της επιχειρησιακής αποτελεσματικότητας.
Έτσι, η «Ασπίδα του Αχιλλέα» επιχειρεί να μετατρέψει το σύνολο των νέων εξοπλιστικών δυνατοτήτων σε ένα ενιαίο οικοσύστημα άμυνας και αποτροπής, αποτελώντας ένα από τα κεντρικά στοιχήματα της «Ατζέντας 2030» για τις Ένοπλες Δυνάμεις.
«Ασπίδα του Αχιλλέα»: Στο Τελ Αβίβ υπογράφεται σήμερα η συμφωνία Ελλάδας–Ισραήλ










