Χωρίς να πάψει ποτέ να δηµοσιεύει τα κατά καιρούς ποιήµατά του (ολιγογράφος, ως αρµόζει στους καλούς τεχνίτες, και αυστηρός πάντα µε τα γραπτά του), αναγνωρίζεται σήµερα ως ένας επιτυχηµένος πεζογράφος. Εχει επίσης επιµεληθεί πολύ φροντισµένες εκδόσεις για το θέατρο και τα τελευταία χρόνια του είχε γράψει ευαίσθητα έµµετρα ποιήµατα για παιδιά. Μικρά του δοκίµια και άρθρα (όπως για τον Γιάννη τον φονιά, του Γκάτσου) τα διαβάζεις και τα ξαναδιαβάζεις πάντα µε την ίδια ευχαρίστηση και ενδιαφέρον (κάτι το οποίο προσωπικά µου συµβαίνει µόνο µε τις «∆οκιµές» ή τα «Ανοιχτά χαρτιά» των αγαπηµένων του Σεφέρη και Ελύτη – χωρίς, βέβαια, καµία διάθεση σύγκρισης). Εχω καταλήξει πως µε γοητεύει στην περίπτωσή του το ότι πάλευε µε τις λέξεις όπως οι άρρωστοι µε τα σεντόνια τους, καθώς εύστοχα έγραφε σε ένα (αυτοβιογραφικό, προφανώς) ποίηµα. Το ίδιο, νοµίζω, έκανε συχνά και µοιραία στα τραγούδια που µας έχει καταθέσει. Πρόκειται για τραγούδια που έχουν αίµα και καρδιά.
Σε ένα πολύ µεγάλο σύνολο, που υπερβαίνει τα 400 τραγούδια, θα µπορούσες να σταθείς και να φωτίσεις πολλές παραµέτρους σε αυτά, να τα προσεγγίσεις δηλαδή ποικιλοτρόπως. Θα γινόταν π.χ. να σταθείς σε θέµατα και µοτίβα, επαναλαµβανόµενες λέξεις και έννοιες, να αναζητήσεις πίσω από ρίµες και εικόνες διακειµενικές αναφορές, να παρατηρήσεις πόσο διαφορετικά γράφει για τον εκάστοτε συνθέτη ο Ελευθερίου, να αναδείξεις χαµένα διαµάντια, όπως ας πούµε τα «Σόδοµα» µε τον Λάγιο, την «Πληρωµή» µε κάποιον Χ. Εµµανουήλ (!) ή εκείνα τα δύο που έκανε µε τον Σπανό για την Τσανακλίδου («∆ρόµοι του Βερολίνου», «Τυχαίες συναντήσεις»), τα οποία ανήκουν νοµίζω στις καλύτερες στιγµές του συνθέτη-ποιητή. Κρίµα που δεν υπάρχει µια ολοκληρωµένη δουλειά τους από την αρχή έως
το τέλος. Οποτε διασταυρώθηκαν (βλ. Μοσχολιού) έγραψαν ιστορία. Αλλά και µε τον Κουγιουµτζή η συνεργασία υπήρξε αποτελεσµατική, αν και µικρή.
Και µόνο όµως το «Τώρα που θα φύγεις» να είχαν γράψει, θα έφτανε.
Αυτά τα τραγούδια του, που δυστυχώς «σκόρπισαν» σε δίσκους τραγουδιστών ή συνθετών, ενίοτε ξεχωρίζουν ή λειτουργούν ως όµορφη «παραφωνία». Χαρακτηριστικό το οποίο έρχεται συνειρµικά στον νου αποτελεί ένα τραγούδι για την Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου, στο εµπορικότατο (τότε) «Σήµερα», των Χατζηνάσιου – Μαρινέλλας. ∆ίπλα, ας πούµε, στα χαρούµενα εξωστρεφή εκείνα τραγούδια ο Ελευθερίου αλλοίωνε γλυκά τη συνταγή µε λέξεις του οικείες, όπως αίµα, πληγές, Αδης… Και µε τον Νικολόπουλο συνέβαινε το ίδιο. Κάτι «∆ιαθήκες» που «χαλούσαν τη σούπα» ή το «Με ποια τραγούδια» που είπε πολύ όµορφα η
Αλεξίου.
Κάποτε γινόταν και το µεγάλο µπαµ, όπως µε το περίφηµο «Στων αγγέλων τα µπουζούκια», τραγούδι που έγινε µαγαζί, σύνθηµα κ.λπ., τίτλος συλλογών CD. Ανάµεσα σε όλα αυτά ανακάλυπτες τον Ελευθερίου σε έναν δίσκο του Ανδρεάδη να γράφει δυο-τρία τραγούδια που κάποτε περιµένουν να ανακαλυφθούν. Μιλώ για το «Τραγούδι για καφενεία» και χαίροµαι που ο ερµηνευτής του το περιελάµβανε πάντα στο πρόγραµµά του.
Μια τόσο ευρεία, λοιπόν, γκάµα στίχων που περνά (σταχυολογώ) από τον Κηλαηδόνη, τον ∆ιονυσίου, τον Μπιθικώτση, την Μπέλλου, τον Καλατζή, την Τσίρου, τον Γκαϊφύλλια, τον Ξαρχάκο (ένα µόλις, αλλά τι τραγούδι), τη ∆ήµου, την Π. Ξενάκη, τον ∆. Κατοίκο, τον Λεοντή, τον Μητροπάνο, τον Τερλέγκα, τον Σταυριανό,
τον Μητσοβολέα, τον Β. Λέκκα, τον Π. Περάκη, την Παπίου µε τον Ζαµπέτα, τη Β. Σαββίδη, τον Π. Γαϊτάνο, τον Γ. Θωµόπουλο, φτάνοντας έως τον Κραουνάκη, τον Τσακνή, τον Ψινάκη (!) ή την Π. Ζήνα (!) µπορούµε να καταλάβουµε ότι περιέχει άνισες έως ατυχείς στιγµές. Πώς αλλιώς θα µπορούσε να γίνει; ∆εν είναι όµως αυτές που υπερτερούν ούτε εκείνες µε τις οποίες φέρνει στο µυαλό του κάποιος ενστικτωδώς τον Μάνο Ελευθερίου.
Εχοντας διασχίσει ως στιχουργός και ποιητής τελικά ο ίδιος όλη την άνοδο και την πτώση του ελληνικού τραγουδιού, από τις µέρες δηλαδή που η ποίηση έµπαινε στα στόµατα όλων µέσω των µελοποιήσεων του Θεοδωράκη -τότε που οι πρωτογενείς δηµιουργοί (συνθέτης-στιχουργός) είχαν τον πρώτο λόγο-, περνώντας σταδιακά στην πρωτοκαθεδρία των τραγουδιστών, έως σήµερα που επικρατεί µια τροµερή σύγχυση ως προς την παραγωγή, τη διανοµή, τα πνευµατικά δικαιώµατα, είναι θαύµα πώς είχε καταφέρει ο άνθρωπος αυτός να έχει το κουράγιο (θα το πω έτσι απλά) να γράφει ακόµα όταν άλλοι (και µάλιστα νεότεροί του) είχαν
εξαφανιστεί, παροπλιστεί, στερέψει (πείτε το όπως θέλετε).
Θα σταθούµε, λοιπόν, για λίγο στις συναντήσεις του Μάνου Ελευθερίου κυρίως µε συνθέτες µε τους οποίους έκανε ολοκληρωµένους κύκλους τραγουδιών. Νοµίζω ότι αυτές οι συµπράξεις ανήκουν στις καλύτερες στιγµές και των δύο.
Ο ∆ήµος Μούτσης
Με τον σπουδαίο αυτόν δηµιουργό ο Ελευθερίου θα δηµιουργήσει ένα από τα πιο καίρια έργα της ελληνικής µουσικής, τον περίφηµο «Αγιο Φεβρουάριο». Φαντάζει απίστευτο ότι τα τραγούδια αυτά γράφτηκαν πριν από πάνω από µισό αιώνα και παρ’ όλ’ αυτά ακούγονται έως τις µέρες µας χωρίς να έχουν χάσει διόλου τη λάµψη και τη γοητεία τους. Καθιέρωσαν βέβαια τον Μητροπάνο, ο οποίος βρισκόταν τότε στα πρώτα βήµατα. Λιγότερα από δέκα ολιγόστιχα τραγούδια, από τα οποία κάποια γράφτηκαν πάνω σε µελωδίες από το θέατρο. Τα τραγούδια αυτά λειτούργησαν, ως γνωστόν, βραδυφλεγώς, αφού, όπως όλα τα σπουδαία έργα, χρειάστηκε
χρόνος για να εγγραφούν στο συλλογικό υποσυνείδητο, αφού ανακαλούσαν σε όλους µνήµες, εικόνες, γεγονότα, προσωπικές ιστορίες µε έναν αβίαστο και φυσικό τρόπο.
Οπως σηµειώνεται στην πιο φροντισµένη επετειακή έκδοση σε ψηφιακή µορφή του έργου το 1999: «Οι στίχοι γράφτηκαν την περίοδο 1968-70 στα πλαίσια µιας γενικότερης ενασχόλησης-έρευνας του στιχουργού για υλικό (καρτ ποστάλ, φωτογραφίες, κείµενα) της Σµύρνης. Ηταν συνέχεια διαβασµάτων του γύρω από
τη Μικρασιατική Εκστρατεία και τη ζωή του Ελληνισµού της Σµύρνης. Επελέγησαν για τον δίσκο 9 από τα περίπου 30 τραγούδια που γράφτηκαν αρχικά µε ανάλογες αναφορές».
Και παρόλο που στην ίδια έκδοση ένα προσχέδιο σηµειώµατος του Ελευθερίου (τελικά δεν τυπώθηκε στην πρώτη έκδοση) κατέληγε πως «αυτά τα τραγούδια δεν είναι η ιστορία της Σµύρνης», αλλά «αναφέρονται σε κάτι οριστικά χαµένο – σαν τη Σµύρνη», η συνολική ακρόαση του δίσκου σε µεταφέρει χωροχρονικά αµέσως εκεί, αφού στην πρώτη στροφή που ακούγεται (µετά την εντυπωσιακή ηλεκτρική εισαγωγή του συνθέτη, απόηχος εµφανής της εισαγωγής του Jesus Christ Superstar) από τη λιτή φωνή της Π. Σαλπέα ακούµε πως: «Στα εννιακόσα δεκαοκτώ / απ’ τη Μικρά Ασία / µου ’στειλες κάρτες µε στρατό / και την Αγιά Σοφία». Στο ίδιο κείµενο γίνεται αναφορά στην (παντοτινά επίκαιρη, τελικά) προσφυγιά («πρόσφυγα σ’ έριξαν εδώ») και µετά όλα σιγά σιγά παίρνουν τον δρόµο τους…
Το «Αλλος για Χίο τράβηξε», από τα πιο πολυακουσµένα, σε οδηγεί σε ένα έρηµο σπίτι στην «Ανηφοριά» και στον «Χάρο» που βγήκε παγανιά (ο µεταγενέστερος αλλά ατυχής συνειρµός-σύνδεση µε τον Κοεµτζή είναι γνωστός). Τα δύο από τα παραπάνω αποτελούν τα χαρακτηριστικότερα τραγούδια εδώ. Εξίσου, όµως, σηµαίνουσες είναι οι µικρές προσωπικές ιστορίες που ενδιαφέρουν τον Ελευθερίου και τις οποίες ζωγραφίζει εντυπωσιακά σε τραγούδια όπως τον «Σταµάτη Κοµνηνό» και ειδικά στο αριστουργηµατικό «Κοµοδίνο» (το είπε την ίδια εποχή και η Γαλάνη στον δεύτερο προσωπικό της δίσκο), το οποίο αποπνέει µε τη µουσική µια ακατανίκητη νοσταλγική µελαγχολία. Μυρίζεις, ακούς, αισθάνεσαι: «Χάντρες κεντηµένο το φουστάνι / και το τίµιο ξύλο στο πλευρό. / Κάµαρες που µύριζαν λιβάνι / και του Ιορδάνη το νερό». Και µετά στο «Η σούστα πήγαινε µπροστά» οι περίφηµες φωτιές του Αϊ-Γιάννη των παιδικών µας χρόνων (το έζησα παιδί συµµετέχοντας στο έθιµο, στο Χαϊδάρι, νοµίζω είµαστε ίσως η τελευταία γενιά που το θυµάµαι να γίνεται µπροστά της).
Ανασυντάκτης
Ο Ελευθερίου καταφέρνει έτσι, όπως και στη ζωή του άλλωστε, να λειτουργήσει ενίοτε σε αντίστοιχα τρίλεπτα τραγούδια εύστοχα ως λαογράφος, ιστορικός, ευαίσθητος δέκτης και ανασυντάκτης της παράδοσης.
Για τη µουσική του Μούτση ό,τι και να γράψουµε θα είναι λίγο.
Με το έργο αυτό κάνει την πρώτη µεγάλη στροφή στη µουσική του, αφήνοντας τον λαϊκό ήχο που τον καθιέρωσε, πειραµατίζεται, κάνει έναν ολοκληρωµένο κύκλο τραγουδιών µε αρχή-µέση-τέλος, προχωρά ένα µεγάλο βήµα για τον ίδιο. Και νοµίζω οι στίχοι του Ελευθερίου βοήθησαν σε αυτό. Η συνεργασία των δύο, όπως αναφέρει ο συνθέτης (στην ίδια παραπάνω έκδοση), ήταν καταπληκτική.
Στις «Στροφές» και στις «Μαρτυρίες» του συνθέτη θα συναντήσουµε ακόµη πέντε σκόρπια τραγούδια σε στίχους του Ελευθερίου, ενδεικτικά τού πόσο η συνάντηση αυτή ήταν επιτυχηµένη. Αν ξεχωρίζαµε ένα από κάθε κύκλο τότε θα στεκόµασταν «Στους µπαξέδες» (Εις µνήµην) και στο «∆εν έχει πια ζωή». Το πρώτο ο Μούτσης ήθελε να το πει η Μπέλλου (τελικά το τραγούδησε η Μοσχολιού), ενώ το δεύτερο το τραγούδησαν σε α’ εκτέλεση η Βασιλική Λαβίνα και σε β’ η Πρωτοψάλτη. Ο Ελευθερίου έβαλε το µαγικό του χέρι και στο πρωτότυπο -κλασικό πια- κολάζ του εξωφύλλου του «Αγιου Φεβρουάριου» (η ταινία στο µέτωπο του αγγέλου προέρχεται -για όσους είναι παρατηρητικοί- κατ’ ευθείαν από τον… Jimi Hendrix!).
Κυριακάτικη Απογευματινή







