Πώς θα αντιδράσει στο πεδίο η κάθε χώρα όταν δεχθεί επίθεση στα σύνορά της, ακόμη και υβριδικού τύπου με την «εργαλειοποίηση» παράνομων μεταναστών, είναι μια πολύ σοβαρή υπόθεση για να αφεθεί στην ευρωπαϊκή διαβούλευση. Η Ελλάδα δέχθηκε μία τέτοια επίθεση με συντονισμό εισόδου μεταναστών από την Τουρκία το 2020. Από τότε και με δεδομένο ότι την ευθύνη και τη διοίκηση της χώρας είχε αναλάβει η διακυβέρνηση Μητσοτάκη εξελίχθηκαν πολλά. Δομήθηκε ευρύς φράχτης στα σύνορα του Έβρου, υπήρξε επαρκής διαχείριση κρίσεων και με έκτακτα μέτρα όταν κύματα παράτυπων μεταναστών δοκίμαζαν τα θαλάσσια και χερσαία σύνορα της χώρας υπό τον συντονισμό του οργανωμένου εγκλήματος και διάφορων ύποπτων ως προς τους στόχους και τη δράση τους ΜΚΟ. Επίσης οργανώθηκαν όπως έπρεπε ως προς την ασφάλεια και τον έλεγχο από τις κρατικές Αρχές ασφαλείας τα κέντρα κράτησης και φιλοξενίας αλλά και προσωρινά αναστολής των διαδικασιών χορήγησης ασύλου.
Σήμερα η Ελλάδα δέχεται κατά καιρούς πιέσεις μεταναστευτικών ροών, αλλά η κατάσταση δεν έχει καμία σχέση με το παρελθόν. Δεν υπάρχουν εκπτώσεις ούτε στο πεδίο του εσωτερικού ελέγχου, τη διαδικασία χορήγησης ασύλου, τις επιστροφές αλλά και την ασφάλεια συνόρων, που με τη συνεργασία Ενόπλων Δυνάμεων, Αστυνομίας και υπηρεσίας πληροφοριών είναι απολύτως ισχυρή.
Αν η στάση της ελληνικής κυβέρνησης και των υπηρεσιών ασφαλείας της χώρας ήταν διαφορετική, όπως σε υψηλούς τόνους ζητούσαν τα κόμματα της Αριστεράς ή διάφορα μορφώματα που υπερασπίζονταν τα «ανοιχτά σύνορα», σήμερα θα περιμέναμε ακόμη την Ευρώπη να αντιδράσει συνολικά και να ληφθούν κοινά μέτρα, αποφάσεις και πρωτοβουλίες. Ότι η Ελλάδα είναι σε καλύτερη μοίρα από την Ιταλία και φυσικά την Ισπανία του σοσιαλιστή πρωθυπουργού Σάντσεθ είναι αποτέλεσμα της αποφασιστικότητας της διακυβέρνησης Μητσοτάκη σε εθνικό επίπεδο και όχι μιας ευρωπαϊκής ενιαίας στάσης, όπως διεφάνη και από όσα εξελίχθηκαν στην τελευταία Σύνοδο Κορυφής σχετικά.
Εφημερίδα Απογευματινή










