Πιττακή: «∆ύσκολα ζει από το θέατρο ένας ηθοποιός»

"Δεν υπάρχει η αναγνώριση που θα έπρεπε και αυτό είναι θλιβερό και εξοργιστικό": Η Ρένη Πιττάκη μία από τις κορυφαίες ηθοποιούς της χώρας, μιλά για τους ρόλους της, τους συνεργάτες από την εποχή του Κουν και τη Μεταπολίτευση μέχρι σήμερα και τις απαιτήσεις αλλά και τις χάρες της τέχνης
20:00 - 20 Απριλίου 2026

Σίγουρα δεν χρειάζεται συστάσεις. Αλλωστε θεωρείται -ομόθυμα- μία από τις λίγες Ελληνίδες ηθοποιούς που είναι τέτοιας αξίας. Οι ρόλοι της; Εκλεκτοί. Η διαδρομή της; Με μία θαυμαστή συνέπεια εδώ και έξι δεκαετίες. Οσο για τις συνεργασίες της, περιλαμβάνουν όλα τα μεγάλα ονόματα της ελληνικής θεατρικής σκηνής. H Ρένη Πιττακή, με αφορμή την επερχόμενη (το καλοκαίρι) παράσταση της «Μήδειας», δίνει συνέντευξη στην «Κυριακάτικη Απογευματινή», στην οποία μιλά μεταξύ άλλων για το ξεκίνημά της με δάσκαλο τον Κάρολο Κουν, το τίμημα της επιτυχίας και της αποτυχίας, την παράσταση που δεν θα ξεχάσει ποτέ, αλλά και για τα μυστικά, τις απαιτήσεις, τις απογοητεύσεις και τις χαρές της Τέχνης που ασκεί, πάντα με μια τεράστια αίσθηση ευθύνης

Σας αναμένουμε το καλοκαίρι στη «Μήδεια» του Ευριπίδη, σε σκηνοθεσία Νικίτα Μιλιβόγεβιτς, μαζί με την Καρυοφυλλιά Καραμπέτη, τον Λάζαρο Γεωργακόπουλο και τον Αρη Λεμπεσόπουλο. Τι να περιμένουμε;

Οι προθέσεις είναι οι καλύτερες – της παραγωγής, του σκηνοθέτη, των ηθοποιών, των συντελεστών. Αλλά πριν από τις πρόβες, οποιαδήποτε αποτίμηση θα ήταν πρόωρη. Θα είναι όμως μια παράσταση τουλάχιστον ενδιαφέρουσα. Υπάρχουν μεγάλες προσδοκίες, αλλά πρέπει αυτό να αποδειχθεί. Σε αυτό το διαχρονικό έργο, ο έρωτας είναι η βαθύτερη αλήθεια. Και ο σκοπός του είναι η ένωση· η ένωση με κάθε τρόπο. Και η βαρβαρότητά του: οποιαδήποτε τάξη, δηλαδή, που καταστρέφει αυτή την ένωση, εν προκειμένω μέσα από την εκδίκηση. Αυτό το πάθος διατρέχει τους αιώνες και επανεμφανίζεται σε διαφορετικές εποχές και μορφές. Είναι κάτι που αφορά τον άνθρωπο διαχρονικά. Γι’ αυτό και το έργο παραμένει επίκαιρο: γιατί μιλά για τις πιο ακραίες εκφάνσεις της ανθρώπινης ψυχής.

Ποιο είναι το πιο δύσκολο κομμάτι;

Το θέατρο είναι ζωντανός οργανισμός. ∆εν είναι μια καταγραφή, όπως ο κινηματογράφος ή ένα βίντεο. Υπάρχει, βέβαια, σκηνοθετικό πλαίσιο, μια γραμμή, αλλά κάθε παράσταση είναι διαφορετική. Εχω ζήσει πολλές φορές την εμπειρία να αλλάζει μια παράσταση μέσα στον χρόνο. Να πω ένα παράδειγμα: οι «Ορνιθες» του Αριστοφάνη πρωτοπαίχτηκαν στο Ηρώδειο και έγινε τότε ΤΟ σκάνδαλο! Ηταν άλλοι από τους «Ορνιθες» που ανέβασε και πάλι ο Κουν το 1965 και πήρε το πρώτο βραβείο. Μπορούν δηλαδή να υπάρξουν διορθώσεις, μετατοπίσεις, ακόμη και ανατροπές. Αυτό είναι και το δύσκολο, αλλά και το γοητευτικό στοιχείο του θεάτρου: η συνεχής μεταμόρφωση. Η παράσταση δεν είναι ποτέ ίδια. Υπάρχει ένας βασικός άξονας, αλλά η κάθε βραδιά είναι διαφορετική. Αυτό απαιτεί από τους ηθοποιούς τεράστια ετοιμότητα, σωματική και πνευματική. Ο ηθοποιός έχει ως εργαλείο τον ίδιο του τον εαυτό: το σώμα και το μυαλό του.

Υπήρξατε για χρόνια υπό την καθοδήγηση του Κουν στο Θέατρο Τέχνης. Τι κρατάτε από εκείνη την εποχή;

Ηταν μια ιστορική εποχή, γιατί έγιναν πραγματικά μεγάλες παραστάσεις που έχουν μείνει στην ιστορία. Αυτή την κληρονομιά κρατώ· μια ανεξίτηλη, πολύτιμη κληρονομιά. Είναι μια προσφορά, ένα κεφάλαιο στον ελληνικό πολιτισμό: το ρεπερτόριο, η πρωτοπορία, το ελληνικό έργο, το άνοιγμα προς το ευρωπαϊκό θέατρο, ο πλούτος που προσέφερε. Αναδείχθηκαν συγγραφείς, μουσικοί, νέες μορφές έκφρασης μέσα από τις παραστάσεις.

Αυτό είναι, ακριβώς, μια κληρονομιά που την έχω κρατήσει βαθιά, μια πολύτιμη κληρονομιά.

Τι ήταν εκείνο που είχε ο Κάρολος Κουν και το οποίο έκανε τη μεγάλη διαφορά;

Ακούστε, ήταν μια μεγάλη εποχή. Αυτό που είχε ο Κουν ήταν η αφοσίωση στην τέχνη του, η απόλυτη συγκέντρωση σε αυτό. Γι’ αυτόν τον λόγο δεν επέτρεπε να παρεμβαίνουν άλλα συμφέροντα στον πυρήνα των συνεργατών του, των ανθρώπων του. Αυτό ήταν το βασικό: όλοι εκεί λειτουργούσαν με έναν κοινό σκοπό.

∆ηλαδή, το πρώτο απ’ όλα ήταν η παράσταση: αυτό ήταν απόλυτο. Είχε επίσης μια σπάνια διορατικότητα: αναγνώριζε το ταλέντο και το ανέπτυσσε. ∆ημιούργησε έναν πυρήνα ανθρώπων που δούλευαν με πάθος και πίστη. Ηταν μια μεγάλη μορφή που άφησε τεράστιο αποτύπωμα στον ελληνικό πολιτισμό.

Αλήθεια, πώς ξεκινήσατε την πορεία σας στο θέατρο;

Ηδη από τα σχολικά μου χρόνια ένιωθα ότι υπήρχε κάτι άλλο που με καλούσε. Ενιωθα μια έξαρση, μια «πτήση» -θα έλεγα- πάνω από την καθημερινότητα. Αργότερα, συνειδητοποίησα ότι ήμουν ένας αρκετά κλειστός άνθρωπος και ίσως όχι αρκετά σκληρή για να αντέξω τη ζωή όπως την αντιλαμβανόμουν τότε. Ετσι, σκέφτηκα να σπουδάσω Αρχαιολογία. Τότε, όμως, η μητέρα μου με ενθάρρυνε να δώσω εξετάσεις στη Σχολή του Θεάτρου Τέχνης. Ευτυχώς που το έκανε, γιατί εκεί βρήκα αυτό που πραγματικά χρειαζόμουν: συγκέντρωση και χρόνο. Χρόνο ουσιαστικό, που σήμερα σπάνια έχει κανείς. Μέσα στη Σχολή, μέσα από έναν αυτοσχεδιασμό πάνω στο θέμα του θανάτου, κατάλαβα κάτι καθοριστικό: ότι αυτό θα ήταν η ζωή μου! ∆εν ήταν απλώς μια άσκηση· ήταν μια αποκάλυψη. Μέσα από τον αυτοσχεδιασμό αυτόν βρήκα την απάντηση, βρήκα τον τρόπο που ήθελα να ζήσω. Με έναν παράδοξο τρόπο, μέσα από τον θάνατο ανακάλυψα τη ζωή. Από εκεί και πέρα αφοσιώθηκα ολοκληρωτικά. Μαθήτευσα για κάποια χρόνια με συγκέντρωση και χωρίς περισπασμούς, κάτι που υπήρξε καθοριστικό για την πορεία μου.

Υπάρχει κάποια ανάμνηση που σας έχει μείνει ως ιδιαίτερη;

Υπάρχουν πολλές. Θυμάμαι μια φράση που μας είχε πει όταν κάναμε πρόβες για τους «Ορνιθες» και η οποία είχε γίνει τότε ανέκδοτο: «Να πηδάτε ψηλά και να πέφτετε αργά». Προκαλούσε γέλιο, αλλά είχε και μια βαθιά αλήθεια: ότι μέσα από την τεχνική και την αντίσταση μπορείς να δημιουργήσεις την ψευδαίσθηση. Και μια άλλη ανάμνηση: ήμασταν μέσα στη δικτατορία, όταν πήγαμε στο Λονδίνο και εκεί γνωρίσαμε τεράστια επιτυχία. Τη βραδιά της επιστροφής βρισκόμασταν όλοι μαζί στο πούλμαν και τραγουδούσαμε, λέγοντας ότι δεν θέλουμε να γυρίσουμε πίσω. Ο Κουν τότε είπε: «Ακούστε, εγώ δεν μπορώ να ζήσω έξω από την Ελλάδα». Και πρόσθεσε: «Οποιος θέλει να μείνει, ας μείνει».

Αυτό μας σημάδεψε πάρα πολύ έντονα, γιατί μας είχε εξηγήσει ότι όσο κρατήσει η χούντα εμείς θα απέχουμε. Οπως κι έγινε.

Εχετε μια πορεία η οποία έχει αναγνωριστεί και βραβευθεί κατ’ επανάληψη. Ποιο είναι το καλύτερο που ακολουθεί μια τέτοια αναγνώριση και ποιο, ενδεχομένως, το χειρότερο τίμημα αυτής της επιτυχίας;

Είναι μια αληθινή ικανοποίηση όταν αναγνωρίζεται η δουλειά σου. Αλλά η αναγνώριση δεν είναι μόνο αυτό· είναι και η επίδραση την οποία μπορεί να έχει μια παράσταση στο κοινό: ψυχολογική, παιδευτική με την ευρύτερη έννοια, ακόμη και με άμεσο αντίκτυπο στη ζωή κάποιου θεατή. Είναι, επίσης, η ευλογία της συνάντησης με σημαντικούς ανθρώπους. Για μένα, αυτές οι συναντήσεις ήταν οι συνεργασίες με πολύ καλούς σκηνοθέτες και συνθέτες, και με νεότερους δημιουργούς, όπως τον Μιχαήλ Μαρμαρινό ή τον ∆ημήτρη Καραντζά· έκανα πράγματα που ήταν για μένα ξεχωριστή εμπειρία. Τώρα, έπειτα από εξήντα χρόνια, βλέπω ότι το θέατρο δεν τιμάται παρά μόνο στα λόγια και ένας ηθοποιός δεν μπορεί εύκολα να ζήσει από αυτό, κάτι πάρα πολύ λυπηρό και πολύ άσχημο για όλους μας. Βλέπω ότι δεν υπάρχει η αναγνώριση που θα έπρεπε να υπάρχει, ώστε να μπορεί κανείς να ζήσει – να μην αναγκάζεται να δουλεύει συνεχώς, χωρίς όρια. Ολο αυτό είναι θλιβερό και εξοργιστικό.

Τι είναι πιο δύσκολο στη ζωή αλλά και στην Τέχνη: η διαχείριση μιας επιτυχίας ή μιας αποτυχίας;

Νομίζω ότι η επιτυχία σού δίνει μια δύναμη να αναγνωρίσεις και να επιλέξεις τις επόμενες επιτυχίες, αλλά ταυτόχρονα σου δημιουργεί και μια «κατάρα», με την έννοια της προσδοκίας που μεγαλώνει. Από την άλλη, χρειάζεται συνέχεια και ισορροπία: να ξέρεις ότι την επόμενη στιγμή μπορεί να έρθει είτε επιτυχία είτε αποτυχία. Είναι μια διαρκής δοκιμασία η οποία απαιτεί αυτοκριτική, για να μπορέσεις να σταθείς, να προχωρήσεις και να μάθεις κάτι. Είναι δύσκολο, δεν είναι απλό. Αλλά η ουσία είναι η διαχείριση. Μπορεί κανείς και έπειτα από μια πτώση να ξανασηκωθεί.

Τι συμβουλή θα δίνατε στη νεαρή Ρένη Πιττακή που μόλις ξεκινά την καριέρα της;

Αποφεύγω τις συμβουλές, αλλά με βάση όσα βλέπω σήμερα -το τρέξιμο και την αγωνία των νέων παιδιών- θα έλεγα: αντοχή. Να αντέχει κανείς. Βέβαια, υπάρχουν και κάποιες προϋποθέσεις για να συνεχίσει κάποιος, αλλά το βασικό είναι να αντέχει.

Εχετε καθόλου ελεύθερο χρόνο;

Οχι όσο θα ήθελα. Αυτό που με αποφορτίζει είναι -μετά την παράσταση- να βρίσκομαι με κάποιους φίλους, να συζητάμε. Ομως αυτές οι στιγμές γίνονται όλο και πιο σπάνιες.

Υπήρξε ένας ρόλος ή μια παράσταση μέσα από την οποία αισθανθήκατε μια ξεχωριστή δικαίωση;

Η πορεία μου, αυτά τα εξήντα χρόνια, έχει σταθμούς: επιτυχίες και αποτυχίες. Πάντα όμως ξεχωρίζω, εκτός από τους ρόλους που έχω κάνει μέσα στα χρόνια, και μια παράσταση όπου δεν ήμουν πρωταγωνίστρια, αλλά συμμετείχα ως ηθοποιός στο Θέατρο Τέχνης: την «Αντιγόνη», το 1975, όταν πρωτανέβηκε στην Επίδαυρο. Ηταν μετά τη Μεταπολίτευση, μια εποχή αλλαγής, και η παράσταση αυτή γνώρισε μεγάλη επιτυχία σε όλα τα φεστιβάλ, και στην Ελλάδα και στο εξωτερικό, και παρουσιάστηκε και στην Επίδαυρο, στην οποία πηγαίναμε πρώτη φορά. Εκεί, εγώ ήμουν στον χορό. Αλλά αυτή η στιγμή ήταν τόσο ιδιαίτερη που επιστρέφει συνεχώς στη μνήμη μου, παρότι υπήρξαν και άλλοι ρόλοι και άλλες στιγμές που με γέμισαν, σε όλη αυτή τη διαδρομή. Ηταν μια ιστορική στιγμή. Υπήρχε αυτή η αίσθηση αλλαγής, ότι κάτι μετακινείται. Ηταν μια απογειωτική παράσταση, με τη μουσική του Μίκη Θεοδωράκη και με ένα κοινό που ήταν πραγματικά συγκλονισμένο. Υπήρχε μια συλλογική αίσθηση ελπίδας, ότι κάτι μπορεί να αλλάξει. Και πραγματικά, ήταν σαν να πετούσαμε όλοι. Ακόμη και η κίνηση προς τα καμαρίνια, οι αλλαγές ρόλων, η διαδρομή μέσα στη σκηνή, όλα είχαν μια ένταση και μια μαγεία.

Ποιος είναι ο μεγαλύτερος μύθος για εσάς τους ηθοποιούς;

∆εν υπάρχουν πια μύθοι· ζούμε σε μια εποχή απομυθοποιήσεων. Ισως για κάποιον νέο η υποκριτική να μοιάζει ακόμη με κάτι μαγικό: αυτό το «μπαίνω και βγαίνω στους ρόλους». Για μένα, η εποχή της σχολής ήταν πραγματικά μια άλλη ζωή. Ενα άνοιγμα έξω από τους περιορισμούς της καθημερινότητας. Μια είσοδος σε νέες περιπέτειες, σε νέους κόσμους. Αυτό σήμαινε η υποκριτική τότε και αυτό σήμαινε και για μένα: μια διέξοδος, ένα άνοιγμα μέσα από την Τέχνη.

Πώς βλέπετε το θέατρο σήμερα και το μέλλον του;

Υπάρχουν πολλοί νέοι ταλαντούχοι άνθρωποι, ίσως πιο καταρτισμένοι από ποτέ. Οι δε απαιτήσεις έχουν αυξηθεί. Ομως, δεν ξέρω αν μπορούμε να πάμε κάπου χωρίς να έχει προηγηθεί μια εσωτερική συγκρότηση. Σίγουρα, στις μέρες μας υπάρχει μια υπερπαραγωγή παραστάσεων. Αυτή, ωστόσο, δεν σημαίνει απαραίτητα ποιότητα.

Κυριακάτικη Απογευματινή