Ευανθία Ρεμπούτσικα: «Να ξαναβρούµε γιατί γράφουµε τραγούδια…»

Η χαρισματική συνθέτρια και βιρτουόζος του βιολιού Ευανθία Ρεμπούτσικα μιλά στην «Κυριακάτικη Απογευματινή» για την επικείμενη συναυλία της, την καλλιτεχνική διαδρομή της και την καθοριστική σχέση της με τον κινηματογράφο
12:15 - 27 Απριλίου 2026
Ευανθία Ρεμπούτσικα

Η Ευανθία Ρεµπούτσικα δεν χρειάζεται συστάσεις. Εχει γράψει µουσική και τραγούδια που έγιναν τεράστιες επιτυχίες στην Ελλάδα και στο εξωτερικό, µέσα από µια σπουδαία µουσική διαδροµή που δύσκολα συνοψίζεται. Εδώ, σε µια συνέντευξη στην «Κυριακάτικη Απογευµατινή», µε αφορµή τη συναυλία µε τίτλο «Τα τραγούδια µας» που ετοιµάζει µε τον Άρη ∆αβαράκη (13 Μαΐου, στο «Παλλάς»), η χαρισµατική συνθέτρια και βιρτουόζος του βιολιού µιλά για την τέχνη της, τα πρώτα της ερεθίσµατα, τη σχέση της µε τον κινηµατογράφο από τα παιδικά της χρόνια (πολύ πριν γίνει διάσηµη µε το σάουντρακ που έγραψε για την «Πολίτικη
Κουζίνα»), για τα χρόνια που σπούδαζε στο Παρίσι, τη συγκινητική αποδοχή που είχε στην Τουρκία, αλλά και το πώς βλέπει την επόµενη µέρα για το ελληνικό τραγούδι…

∆ύο δηµιουργοί που µας έχετε χαρίσει κάποια από τα πιο τρυφερά και διαχρονικά τραγούδια, εσείς και ο Αρης ∆αβαράκης, θα συναντηθείτε Τετάρτη 13 Μαΐου στο θέατρο «Παλλάς», µε προσκεκληµένο τον Γιάννη Κότσιρα. Τι έχουµε να περιµένουµε από αυτήν τη συναυλία;

Η συνάντηση µε τον Άρη ∆αβαράκη είναι πάντα µια επιστροφή σε κάτι γνώριµο. Τα τραγούδια µας έχουν γεννηθεί µέσα από ιστορίες, από µικρές ή µεγάλες συγκινήσεις που κουβαλάµε χρόνια. Στο θέατρο «Παλλάς» αυτές οι ιστορίες θα ακουστούν ξανά, αλλά σαν µια νέα αφήγηση. Ο Γιάννης Κότσιρας φέρνει µια καθαρότητα και µια αλήθεια. Το κοινό θα ζήσει µια βραδιά µε τρυφερότητα, αλλά και µε εκείνη τη σιωπηλή ένταση που έχει η µνήµη όταν επιστρέφει.
Μαζί µας στη σκηνή θα είναι τρεις υπέροχες φωνές, η Εριέττα Μανούρη, η οποία είναι ηθοποιός και στη θεατρική παράσταση «Αλεξάνδρεια» ερµήνευσε τα τραγούδια που γράψαµε µε τον Αρη, ο Νίκος Μερτζάνος και ο Στέλιος Θεοδώρου.

Πώς ξεκίνησε η δική σας δηµιουργική περιπέτεια; Τι σας έκανε να επιλέξετε τη µουσική και το τραγούδι ως µέσον έκφρασης;

Η µουσική και ιδιαίτερα η σύνθεση ήταν πάντα ένας τρόπος να µιλήσω όταν τα λόγια δεν µου έφταναν. Το βιολί έγινε προέκταση του σώµατός µου, ένας τρόπος να αφηγούµαι χωρίς να εξηγώ. Η δηµιουργική περιπέτεια ξεκίνησε από την ανάγκη να δώσω µορφή σε αυτά που ένιωθα. Και συνεχίζεται µέχρι σήµερα, γιατί αυτή η ανάγκη δεν τελειώνει ποτέ.

Ποια ήταν τα πρώτα µουσικά ερεθίσµατα; Και πώς αρχίσατε να διαµορφώνετε τη σχέση σας µε το τραγούδι και τη µουσική; Υπάρχει κάτι που σας καθόρισε;

Τα πρώτα µου ερεθίσµατα ήταν γεµάτα εικόνες. Ηχοι από τον κινηµατογράφο, µουσικές που έρχονταν από αλλού, από άλλους κόσµους. Μεγάλωσα µέσα σε µια ατµόσφαιρα όπου η εικόνα και ο ήχος ήταν αδιαχώριστα. Αυτό που µε καθόρισε ήταν ίσως η αίσθηση ότι η µουσική δεν είναι απλώς τέχνη, είναι τρόπος ζωής, τρόπος επικοινωνίας ανάµεσα στους ανθρώπους.

Υπάρχει κάποια ιστορία, κάποια ανάµνηση, ακόµα και ανεκδοτολογικού τύπου, που θα θέλατε να µας πείτε από το ξεκίνηµά σας; Πότε αισθανθήκατε συνθέτρια; Οτι αυτό που κάνετε, το κάνετε επαγγελµατικά;

Αρχισα να γράφω µουσική από µια εσωτερική ανάγκη. Λειτούργησε και λειτουργεί λυτρωτικά και µε βοήθησε συντροφικά πια στη ζωή µου, να είναι κοντά µου
σε κάθε δύσκολη στιγµή. Ισως η στιγµή που ένιωσα ότι αυτό που κάνω αποκτά µια υπόσταση ήταν όταν άκουσα πρώτη φορά κάτι δικό µου να ζει µέσα από άλλους ανθρώπους, να τους συντροφεύει στις δικές τους ζωές, να γίνεται δικό τους. Εκεί κατάλαβα ότι η µουσική, όταν φεύγει από σένα, αποκτά µια δική της ζωή.

Εχουν περάσει 33 χρόνια από την πρώτη δισκογραφική δουλειά σας στον δίσκο της Κρίστυς Στασινοπούλου «Στη Λίµνη µε τις Παπαρούνες», όπου γράψατε τη µουσική στο οµώνυµο τραγούδι που γνώρισε επιτυχία. Θα θέλατε να µοιραστείτε µαζί µας κάποια ή κάποιες επιπλέον καθοριστικές στιγµές από την πλούσια καριέρα σας;

Ο δίσκος «Στη Λίµνη µε τις Παπαρούνες» ήταν ένα πολύ τρυφερό ξεκίνηµα. Από εκεί και µετά, υπήρξαν πολλές στιγµές που µε διαµόρφωσαν όχι µόνο µε επιτυχίες, αλλά και µε σιωπές. Είναι ένα συνεχές νήµα που πάντα θα µε συγκινεί. Η δουλειά, όµως, που µε συγκίνησε πολύ και έχει µια πολύ µεγάλη ιστορία είναι ο πρώτος µου ορχηστρικός δίσκος «Το αστέρι κι η ευχή». Ηταν µια περίοδος στη ζωή µου πολύ σηµαντική, που είχε µεγάλη χαρά και συγχρόνως και λύπη. Και αυτός ο δίσκος
θα είναι πάντα για µένα ένα µεγάλο κοµµάτι της ζωής µου. Κάθε συνεργασία, κάθε ταξίδι, κάθε συνάντηση µε έναν άνθρωπο που άκουσε τη µουσική µου και συγκινήθηκε είναι µια καθοριστική στιγµή. Συνεχίζοντας να γράφω µουσική που δεν συνάδει πάντα µε µια δουλειά, αλλά µε τη δική µου καθηµερινή ανάγκη να εκφραστώ, γιατί εκεί πολλές φορές βρίσκω την εαυτό µου, την αλήθεια µου. Εχω πάρει πολλές χαρές, έχω γνωρίσει ανθρώπους που τους θαυµάζω και το πιο σηµαντικό για µένα είναι πως µέσα από τη µουσική µου έχω έρθει κοντά στον άνθρωπο.

Εχετε διακριθεί ιδιαιτέρως στη σύνθεση µουσικής για τον κινηµατογράφο· µάλιστα το σάουντρακ της «Πολίτικης Κουζίνας» το 2003 συνέβαλε πολύ στο να γίνετε διάσηµη. Αλήθεια, αυτή η ενασχόληση πώς προέκυψε; Επαιξε άραγε ρόλο το γεγονός ότι ουσιαστικά «µεγαλώσατε» στον κινηµατογράφο «REX», που ανήκε στον πατέρα σας;

Η σχέση µε τον κινηµατογράφο ήρθε στη ζωή µου σχεδόν φυσικά. Μεγάλωσα µέσα σε αυτόν, οπότε έµαθα να σκέφτοµαι τη µουσική µέσα από εικόνες. Η «Πολίτικη Κουζίνα» ήταν ένα σηµείο καµπής, γιατί εκεί ένιωσα ότι η µουσική µπορεί να γίνει ακόµα ένας χαρακτήρας της ιστορίας. Νοµίζω πως ο κινηµατογράφος µε
βοήθησε στον τρόπο που θέλω να αφηγούµαι µε τη µουσική µου. Οταν γράφω µουσική για τον κινηµατογράφο είναι σαν να βλέπω τη ζωή µου σαν ταινία. Βρίσκω την αγάπη, την ελπίδα, σαν να γεννιέµαι ξανά, και δεν ξεχνώ ποτέ ότι όλα ξεκίνησαν από τα παιδικά µου χρόνια, εκεί, µέσα στο σινεµά του πατέρα µου. Η µουσική για εµένα είναι η πιο αληθινή γλώσσα της ψυχής.

Ποιοι άνθρωποι υπήρξαν καθοριστικοί στη σχέση σας µε τη µουσική και την εξέλιξή σας;

Κάθε συνάντηση αφήνει ένα ίχνος. Τελικά, διαµορφωνόµαστε από όλα αυτά τα ίχνη. ∆άσκαλοι, συνεργάτες, η οικογένεια, αλλά και άνθρωποι εκτός µουσικής
παίζουν τον δικό τους καθοριστικό ρόλο. Πάνω από όλα, όµως, ποτέ δεν θα ξεχάσω τη φωνή του πατέρα µου όταν έψελνε και ακόµα και σήµερα τον ακούω σαν να
είµαστε στο ίδιο δωµάτιο, τα ποδαράκια της γιαγιάς Ευανθίας να κρατούν ρυθµό όταν παίζαµε µε τα αδέρφια µου και κάναµε πρόβες, την υποµονή και τη δύναµη
της µητέρας µου. Πιστεύω ότι χωρίς αυτή την οικογένεια θα ήταν όλα διαφορετικά.

Εχετε δουλέψει πολύ στην Τουρκία, ενώ έχετε δηλώσει ότι σας αγκάλιασαν περισσότερο και από την Ελλάδα. Πιστεύετε ότι ο πολιτισµός µπορεί να αποτελέσει γέφυρα φιλίας και συνεργασίας ανάµεσα στους δύο λαούς; Τι µας ενώνει;

Πιστεύω βαθιά ότι ο πολιτισµός µπορεί να λειτουργήσει ως γέφυρα, όχι µόνο σε θεωρητικό επίπεδο, αλλά πολύ ουσιαστικά. Είναι κάτι που το έχω βιώσει προσωπικά. Στην Τουρκία ένιωσα ότι η µουσική µου βρήκε έναν χώρο όπου έγινε αποδεκτή µε ανοιχτότητα και χωρίς προκαταλήψεις. Αυτό που µας ενώνει, τελικά, είναι πολύ πιο βαθύ από αυτό που συχνά µας χωρίζει: οι κοινές µνήµες, οι ήχοι, οι ίδιες ανθρώπινες συγκινήσεις. Η µουσική έχει αυτή τη µοναδική δύναµη να τα φέρνει όλα αυτά στην επιφάνεια, να λειτουργεί σχεδόν σαν µια «κοινή γλώσσα» των λαών. Στην Ελλάδα, ειδικά σε µια συγκεκριµένη περίοδο µετά την «Πολίτικη Κουζίνα», βίωσα µια πιο δύσκολη και εσωστρεφή φάση σε σχέση µε τις συνεργασίες µου, που µε έκανε να αισθανθώ κάπως αποστασιοποιηµένη. Αντίθετα, στο εξωτερικό -και ιδιαίτερα στην Τουρκία- µου δόθηκαν πολλές ευκαιρίες για ουσιαστικές συνεργασίες µε αξιόλογους δηµιουργούς, γεγονός που εκτίµησα βαθιά. Κρατώ, όµως, ότι η τέχνη έχει τη δύναµη να υπερβαίνει αυτές τις εµπειρίες και να µας φέρνει πιο κοντά, εκεί όπου πραγµατικά συναντιόµαστε.

Το 1981 επιστρέφετε από το Παρίσι, ολοκληρώνοντας τις σπουδές σας στην École Normale de Musique. Τι κρατάτε από εκείνα τα χρόνια;

Το Παρίσι ήταν για µένα µια αποκάλυψη. Κρατώ την ελευθερία που ένιωσα εκεί και λογους δηµιουργούς, γεγονός που εκτίµησα βαθιά. Κρατώ, όµως, ότι η τέχνη έχει τη δύναµη να υπερβαίνει αυτές τις εµπειρίες και να µας φέρνει πιο κοντά, εκεί όπου πραγµατικά συναντιόµαστε.

Τι συµβουλή θα δίνατε στη νεαρή Ευανθία Ρεµπούτσικα που µόλις τώρα ξεκινά την καριέρα της; Ποια λάθη θα αποφεύγατε και τι (ενδεχοµένως) θα κάνατε διαφορετικά;

Αν γύριζα πίσω, δεν ξέρω αν θα άλλαζα πολλά, γιατί και τα λάθη είναι µέρος της διαδροµής, είναι αυτά που σε οδηγούν τελικά στη δική σου φωνή. Θα της έλεγα πως
η µουσική θέλει χρόνο, θέλει σιωπή, θέλει µοναξιά και αυτά δεν είναι εύκολα όταν ξεκινάς. Θα της έλεγα να ακούει πιο προσεκτικά όχι µόνο τη µουσική, αλλά κυρίως τον εαυτό της. Γιατί, τελικά, αυτό είναι που δίνει στη µουσική την αλήθεια της.

Μία πολυπράγµων καλλιτέχνις όπως εσείς έχει καθόλου ελεύθερο χρόνο; Υπάρχει κάτι που σας αποφορτίζει;

Επιβάλλεται να βρίσκεται ο ελεύθερος χρόνος και να ηρεµείς για να αποφορτίζεσαι και να γεµίζεις ξανά τη βαλίτσα σου µε νέες εµπειρίες και συναισθήµατα. Θέλω συνέχεια να αλλάζω εικόνες και αυτό γίνεται µέσα από τα ταξίδια που κάνω. Να γνωρίζω νέους ανθρώπους, να ανακαλύπτω προορισµούς και όλα αυτά
είναι για µένα βιώµατα, εµπνεύσεις που µε εξελίσσουν ως άνθρωπο, γιατί από µικρό παιδί πάντα ήµουν ανήσυχη σε σχέση µε τη ζωή µου.

Επειτα από τόσα χρόνια, τι αγαπάτε περισσότερο: τη µοναχική διαδικασία της δηµιουργίας ή την επαφή µε το κοινό; Αλλά και τι σας δυσκολεύει περισσότερο;

Είναι δύο πλευρές της ίδιας ανάγκης. Η µοναχική δηµιουργία είναι απαραίτητη, γιατί εκεί γεννιούνται όλα. Αλλά η επαφή µε το κοινό δίνει νόηµα σε αυτό που έχει
γεννηθεί.

Εχετε κάποιο απωθηµένο, παρά ταόσα έχετε πετύχει; Κάποια συνεργασία που θέλατε και δεν έγινε; Κάποιο ανεκπλήρωτο όνειρο;

∆εν το βλέπω ως απωθηµένο. Υπάρχουν πράγµατα που δεν έγιναν, αλλά ίσως δεν ήταν η στιγµή τους να γίνουν.

Τι πιστεύετε για το ελληνικό τραγούδι µέσα στην πάροδο του χρόνου; Ποιο είναι το µυστικό της αξίας του; Και ποια µοιάζει να είναι η επόµενη µέρα για αυτό;

Το ελληνικό τραγούδι δεν µπορώ να πω ότι το βλέπω µε την ίδια αισιοδοξία όπως κάποτε. Υπήρξαν περίοδοι όπου υπήρχε βάθος, λόγος, ταυτότητα, όπου το τραγούδι δεν ήταν απλώς προϊόν, αλλά ανάγκη έκφρασης. Πάνω απ’ όλα, η συνάντηση της µουσικής µε τον λόγο, η σχέση µε την ποίηση, η αλήθεια στην ερµηνεία, πιστεύω πως αυτά έχουν µεγάλη αξία για ένα καλό τραγούδι. Πιστεύω πως έχουν χαθεί όλα αυτά µέσα στην ευκολία και την επανάληψη. Σίγουρα υπάρχουν ταλαντούχοι δηµιουργοί, αλλά στο περιβάλλον που επικρατεί για να δηµιουργήσουν κάτι καλό κάπου χάνονται. Πραγµατικά, αν υπάρχει µια ελπίδα είναι να ξαναγυρίσουµε στην ανάγκη, όχι στην παραγωγή. Να ξαναβρούµε γιατί γράφουµε τραγούδια. Γιατί όταν αυτό το «γιατί» είναι αληθινό, τότε το τραγούδι βρίσκει πάλι τον δρόµο του.

Κυριακάτικη Απογευματινή