Δημήτρης Σταρόβας: «∆εν ήµουν ποτέ wannabe, είχα την πολυτέλεια να λέω “όχι”»

Λίγο πριν ανέβει στη σκηνή του θεάτρου Βράχων για ένα...secret concert με τη Starovas band, o Δημήτρης Σταρόβας αυτοσαρκάζεται, θυμάται, εξηγεί και φιλοσοφεί σε μια απολαυστική συνέντευξη
21:59 - 18 Μαΐου 2026
Δημήτρης Σταρόβας
«Δεν μετανιώνω και δεν παραπονιέμαι για τίποτα», τονίζει στην «Κυριακάτικη Απογευματινή» ο Δημήτρης Σταρόβας

Είναι µουσικός, ηθοποιός, παρουσιαστής, κωµικός, αλλά πάνω απ’ όλα ένας ιδιαίτερα χαρισµατικός καλλιτέχνης.

∆ύο χρόνια µετά την πολύ σοβαρή περιπέτεια της υγείας του έχει επιστρέψει µε δική του πλέον µπάντα και συναυλίες, ενώ παίζει και στο θέατρο. Ο ∆ηµήτρης Σταρόβας, σε µια συνέντευξη εφ’ όλης της ύλης στην «Κυριακάτικη Απογευµατινή», µιλά µε χιούµορ, αυτοσαρκασµό και αφοπλιστική ειλικρίνεια για
όλα: από το ξεκίνηµά του στη Θεσσαλονίκη µε τον Νίκο Παπάζογλου και το πώς δηµιουργήθηκαν οι «Αγαµοι Θύται», µέχρι τον Λαυρέντη Μαχαιρίτσα, τον Λάκη
Λαζόπουλο που του άλλαξε τη ζωή, τη σάτιρα και την αυτολογοκρισία λόγω πολιτικής ορθότητας, τη διαχείριση της επιτυχίας και της αποτυχίας την επόµενη
µέρα, ανάµεσα σε πολλά άλλα…

Σας αναµένουµε στο Θέατρο Βράχων στις 5 Ιουνίου να παρουσιάσετε το project «Starovation – Το ροκ που δεν ξεχάσαµε», µαζί µε τη νεοσύστατη µπάντα Starovas Band. Τι να περιµένουµε;

Απ’ ό,τι έχει δείξει µέχρι τώρα η µικρή µας ιστορία -γιατί πρόκειται για ένα project που ξεκίνησε τον περασµένο Νοέµβριο- στόχος µας είναι να παίξουµε τραγούδια από τις δεκαετίες ’70, ’80 και ’90. Κλασικά ροκ κοµµάτια, ελληνικά και ξένα, κυρίως ξένα, αλλά και ελληνικά. Τραγούδια µε τα οποία µεγαλώσαµε. Στο «Κύτταρο» κάναµε τρία live και, εκτός από τη Starovas Band, τους µουσικούς και τους τρεις µόνιµους τραγουδιστές µου, συµµετείχαν κάθε φορά και διαφορετικοί φίλοι και καλλιτέχνες. Ανάµεσά τους οι Πυξ Λαξ, ο Μίλτος Πασχαλίδης, ο Πάνος Μουζουράκης, ο Βασίλης Παπακωνσταντίνου, ο Γιάννης Ζουγανέλης και πολλοί άλλοι. Το ενδιαφέρον ήταν ότι δεν έλεγαν δικά τους τραγούδια. Για παράδειγµα, ο Μίλτος Πασχαλίδης τραγούδησε το «Hotel California», ενώ οι Πυξ Λαξ απέδωσαν Pink Floyd. Ηταν ένα πολύ πετυχηµένο πείραµα. Αυτό που µε χαροποίησε περισσότερο ήταν ο κόσµος: από παλιούς ροκάδες και πενηντάρηδες, µέχρι πολύ νεότερα παιδιά. Υπήρχαν όλες οι ηλικίες και αυτό ήταν πολύ συγκινητικό για µένα. Ηταν µια ιδέα που δούλευα χρόνια στο µυαλό µου και ήρθε η στιγµή να γίνει πράξη.

Ολοι αυτοί οι εκλεκτοί καλλιτέχνες που αναφέρατε θα συµµετέχουν και στη συναυλία στο Θέατρο Βράχων;

Θα δούµε… Υπάρχει και το στοιχείο της έκπληξης! Αλλωστε, ούτε στο «Κύτταρο» είχαν ανακοινωθεί εκ των προτέρων τα ονόµατα των καλεσµένων. Λειτουργεί ωραία αυτό το… σασπένς, δηµιουργείται µια προσµονή στον κόσµο, σαν ένα µικρό «secret concert». Οι περισσότεροι πάντως θα είναι εκεί. Και όχι µόνο
τραγουδιστές. Σκέφτοµαι να φέρω και ανθρώπους που δεν περιµένει κανείς να δει σε µια τέτοια µουσική παράσταση.

Θα συνεχιστεί το project και αλλού;

Ναι. Στις 6 Ιουνίου παίζουµε στο Θέατρο Κήπου στη Θεσσαλονίκη. Παράλληλα, ετοιµάζουµε κάτι πολύ ωραίο και για το Μέγαρο Μουσικής, αλλά ακόµα δεν
έχουν γίνει επίσηµες ανακοινώσεις.

Την ίδια στιγµή συνεχίζεται µε επιτυχία και η παράσταση «Εκείνος κι Εκείνος» του Κώστα Μουρσελά στη Θεσσαλονίκη, όπου συµπρωταγωνιστείτε µε τον Γιώργο Κωνσταντίνου, τον Λεωνίδα Κακούρη και τη Σοφία Μανωλάκου. Πρόκειται για ένα έργο-ύµνο στην ελευθερία, που συνδυάζει στοιχεία από το Θέατρο του Παραλόγου και τη σατιρική κωµωδία.

Ακριβώς. Πρόκειται για ένα βαθιά λυρικό και ροµαντικό κείµενο, που προβληµατίζει τον θεατή και ταυτόχρονα τον συγκινεί και τον κάνει να ταυτίζεται. Νιώθω πραγµατικά περήφανος που συµµετέχω σε αυτή την παράσταση. Παράλληλα, θεωρώ προνόµιο ότι µπορώ να λέω δηµόσια πως ο Γιώργος Κωνσταντίνου είναι φίλος µου. Είναι ένας σπουδαίος ηθοποιός.

Η σάτιρα είναι συνυφασµένη µε τα κακώς κείµενα. Πιστεύετε ότι στις µέρες µας κινδυνεύει από την πολιτική ορθότητα και από µια νέα «καθώς πρέπει» συµπεριφορά;

Νοµίζω πως ναι. Τα τελευταία χρόνια από όσο γνωρίζω -και ας ντρέπονται κάποιοι να το πουν ανοιχτά ή ακόµη και να το παραδεχθούν- υπάρχει µια µορφή
αυτολογοκρισίας. Ενας κωµικός ή σατιρικός δηµιουργός γράφει ένα κείµενο και πλέον σκέφτεται πολύ προσεκτικά τις λέξεις που θα χρησιµοποιήσει. Κάτι
τέτοιο παλιότερα δεν συνέβαινε. Σήµερα συχνά ακούγεται το «ας το κόψουµε αυτό, δεν είναι οι καιροί κατάλληλοι», «είναι περίεργη εποχή». Αν η πολιτική
ορθότητα σου αφαιρεί το 50% από αυτό που πραγµατικά θέλεις να πεις, τότε αναπόφευκτα επηρεάζεται και η ίδια η σάτιρα.

Οι «Αγαµοι Θύται», των οποίων είστε ιδρυτικό µέλος, µετρά πάνω από τρεις δεκαετίες ζωής. Από ποια ανάγκη προέκυψε;

Οι «Αγαµοι Θύται» δηµιουργήθηκαν επίσηµα το 1990, αλλά µε τον Ιεροκλή Μιχαηλίδη, τον Στάθη Παχίδη, τον Χρήστο Μητρέντζη και τη Ρούλα Μανισάνου ήµασταν µαζί αρκετά χρόνια νωρίτερα. Ο καθένας είχε τη δική του πορεία: εγώ µε τη µουσική, άλλοι µε το θέατρο και τη σάτιρα. Πάντα, όµως, λέγαµε πως κάποια στιγµή θα φτιάξουµε µια οµάδα. Το 1990 µάς δόθηκε η ευκαιρία, όταν ένας φίλος µάς παραχώρησε έναν χώρο, το «Υψηλόν Βολτάζ». Και έτσι ξεκινήσαµε
να κάνουµε την… τρέλα µας. Ηταν καθαρά ανάγκη έκφρασης. Στην αρχή παίζαµε σχεδόν incognito, χωρίς να ξέρουµε αν αυτό που κάνουµε έχει πραγµατική αξία ή αν θα βρει ανταπόκριση. Σιγά σιγά, όµως, αρχίσαµε να καταλαβαίνουµε ότι υπήρχε ανταπόκριση από τον κόσµο. Παρ’ όλ’ αυτά, ποτέ δεν φανταζόµασταν την επιτυχία και τη διαχρονικότητα που θα αποκτούσαν οι «Αγαµοι Θύται».

Μουσικός, ηθοποιός, παρουσιαστής, κωµικός. Υπάρχει κάποια από αυτές τις ιδιότητες που αισθάνεστε πιο κοντά σας;

Αν µε ρωτήσει κάποιος ποιο είναι το βασικό µου αντικείµενο έπειτα από όλα αυτά τα χρόνια, θα πω πως είµαι πρωτίστως µουσικός. Πάντα όµως ήµουν άνθρωπος που του άρεσε να «ξοδεύεται» δηµιουργικά σε διαφορετικά πράγµατα. Με ικανοποιούν σχεδόν όλα το ίδιο. Ισως γι’ αυτό να µην έγινα ποτέ «κορυφαίος» σε ένα µόνο αντικείµενο, γιατί δεν επικεντρώθηκα αποκλειστικά σε κάτι µε αυστηρότητα και εµµονή. Για να φτάσεις στην κορυφή απαιτείται τεράστιο κόστος και απόλυτη αφοσίωση. Οµως για µένα η κορυφή δεν ήταν ποτέ το ζητούµενο, ειδικά στην Τέχνη.

Και ποιο είναι τελικά το ζητούµενο;

Να κάνεις αυτό που πραγµατικά θέλεις και µέσα από αυτό να εισπράττεις τη µεγαλύτερη αµοιβή: την αλήθεια στα µάτια του κόσµου. Να έρχεται κάποιος
και να σου λέει «µου αρέσει πολύ αυτό που κάνεις», «µε βοήθησες να ξεπεράσω δύσκολες καταστάσεις». Να αισθάνεσαι ότι προσφέρεις κάτι, ότι ο κόσµος
περνά καλά µέσα από αυτό που κάνεις. Αυτό είναι το σηµαντικότερο για µένα. ∆εν ξέρω πόσο ροµαντικό ακούγεται, αλλά αυτό µε συγκινεί πραγµατικά. Και
βέβαια, µέσα από αυτή τη δουλειά είχα την τύχη να γνωρίσω πολύ σηµαντικούς ανθρώπους.

Υπάρχει κάποια συνεργασία που θεωρείτε πως σας επηρέασε καθοριστικά;

Ολες οι συνεργασίες είναι ξεχωριστές εµπειρίες. Αν έχεις τις κεραίες σου ανοιχτές, παίρνεις πράγµατα από παντού και από όλους. Πόσω µάλλον όταν συνεργάζεσαι µε κορυφαίους ανθρώπους στον τοµέα τους: αυτό σε εξελίσσει και ως καλλιτέχνη και ως προσωπικότητα. Η συνεργασία µου µε τον Λάκη Λαζόπουλο, για παράδειγµα, άλλαξε τη ζωή µου από τη µία µέρα στην άλλη, µέσα από τους «Μικρούς Μήτσους». Επίσης, η δεκαετής συνεργασία µου µε τον Λαυρέντη Μαχαιρίτσα ήταν πολύ σηµαντική. Και, φυσικά, τεράστιο σχολείο υπήρξε η πρώτη φορά που έπαιξα επαγγελµατικά, το 1983, µε τον Νίκο Παπάζογλου.

Φέτος συµπληρώνονται 15 χρόνια από τον θάνατο του Νίκου Παπάζογλου. Μιλήστε µας για εκείνον.

Ο Νίκος είχε το περίφηµο «Αγροτικόν» στη Νεάπολη Θεσσαλονίκης, ένα στούντιο ηχογραφήσεων, όπου κάποια στιγµή ηχογράφησα κιθάρες για δικά µου
κοµµάτια. ∆εν τον είχα γνωρίσει προσωπικά τότε. Ενα µήνα αργότερα µε πήρε τηλέφωνο και µου είπε: «Ακουσα τις κιθάρες σου και µου έκανες εντύπωση.
Θέλω να παίξεις µαζί µου». Ετσι, στα 19 µου χρόνια βρέθηκα ξαφνικά να παίζω δίπλα σε µουσικούς που θαύµαζα. Η συνεργασία µας κράτησε περίπου τρία χρόνια. Ζήσαµε απίστευτες στιγµές, κυρίως στα καλοκαιρινά live. Εγώ τότε, λόγω ηλικίας, δεν καταλάβαινα πάντα το βάθος όσων έλεγε ή έκανε ο Νίκος. Τώρα
όµως, κοιτάζοντας πίσω, καταλαβαίνω πολύ περισσότερα. Ο Παπάζογλου ήταν ένας ιδιαίτερος άνθρωπος -όπως οφείλει ίσως να είναι κάθε µεγάλος καλλιτέχνης- αλλά ταυτόχρονα και ένας σοφός άνθρωπος. Πολλές φορές µέσα από το χιούµορ µού µιλούσε σοβαρά και τότε δεν αντιλαµβανόµουν πλήρως τι εννοούσε. Ηταν πραγµατικά κρίµα που έφυγε τόσο νωρίς. Ηταν ένας σπουδαίος, καινοτόµος καλλιτέχνης.

Αλήθεια, εσείς πότε νιώσατε ότι «τα καταφέρατε»;

∆εν ξέρω ακόµη αν τα έχω καταφέρει. ∆υσκολεύοµαι πολύ να δω τον εαυτό µου έτσι. Καµιά φορά, όταν ακούω καλά λόγια, νοµίζω ότι µου κάνουν πλάκα.
∆εν αισθάνοµαι κάτι ξεχωριστό. Προφανώς, αφού ο κόσµος έρχεται και µε βλέπει τόσα χρόνια, κάτι σηµαίνει αυτό. Ισως το πιο σηµαντικό για µένα είναι
ότι, έπειτα από 40 χρόνια πορείας, µε τη Starovas Band έκανα επιτέλους κάτι αµιγώς δικό µου. Πάντα συµµετείχα σε σχήµατα, συνεργασίες, παρέες. ∆εν είχα
πάρει ποτέ µια τόσο προσωπική πρωτοβουλία.

Τελικά, τι είναι πιο δύσκολο την επόµενη µέρα στη ζωή και στην Τέχνη: η διαχείριση της επιτυχίας ή της αποτυχίας;

Και τα δύο είναι δύσκολα. Η διαχείριση της επιτυχίας, βέβαια, γίνεται κάπως πιο «εκ του ασφαλούς», γιατί έχεις περισσότερες δυνάµεις και αυτοπεποίθηση.
Η αποτυχία όµως είναι και µάθηµα. Σε βάζει στη διαδικασία να καθίσεις κάτω και να αναρωτηθείς: «Πού αποτύχαµε; Τι δεν λειτούργησε;». Εκτός βέβαια αν είσαι τόσο εγωιστής που απλώς θυµώνεις επειδή τα πράγµατα δεν έγιναν όπως τα ήθελες! Αλλά θεωρώ πολύ µεγάλη ήττα να κάνεις κάτι που πιστεύεις πραγµατικά, ένα καλό καλλιτεχνικό έργο, και να µην έχει ανταπόκριση. Εκεί πραγµατικά σου κόβονται τα πόδια.

Αν ξεκινούσατε τώρα την πορεία σας, τι συµβουλή θα δίνατε στον νεαρό ∆ηµήτρη Σταρόβα;

∆εν θα άλλαζα τίποτα. Μπορεί να υπάρχουν επιµέρους πράγµατα ή λεπτοµέρειες που θα µπορούσαν να είχαν γίνει αλλιώς, όµως συνολικά δεν µετανιώνω και
δεν παραπονιέµαι για τίποτα. Ακόµη και για δύσκολες καταστάσεις, όπως τα θέµατα υγείας που πέρασα, θεωρώ ότι έχω κι εγώ ευθύνη. Πιστεύω πως, εκτός από
ελάχιστες περιπτώσεις ανθρώπων που πραγµατικά τους χτυπά αλύπητα η µοίρα, στους περισσότερους από εµάς όσα συµβαίνουν -θετικά ή αρνητικά- είναι
αποτέλεσµα των επιλογών και των αποφάσεών µας. Η τύχη παίζει πολύ µικρότερο ρόλο από όσο νοµίζουµε.

Ενας τόσο δραστήριος καλλιτέχνης έχει καθόλου ελεύθερο χρόνο; Υπάρχει κάτι που σας αποφορτίζει;

Ναι, φροντίζω να κρατάω λίγο χρόνο για τον εαυτό µου, ειδικά τα τελευταία χρόνια. ∆εν κάνω κάτι ιδιαίτερο. Κυρίως µε γεµίζει η επαφή µε κοντινούς ανθρώπους, µε φίλους. Αν µου στερούσες την ανθρώπινη επαφή, νοµίζω θα έχανα τη γη κάτω από τα πόδια µου. Από την άλλη, αγαπώ και τη µοναξιά µου. Μου αρέσει να µένω µόνος µε τις σκέψεις µου, να αδειάζει λίγο το µυαλό. Είµαι κατεστραµµένος εγκεφαλικά, δεν βρίσκεις άκρη!

Παρά τα όσα έχετε κάνει, υπάρχει κάποιο απωθηµένο; Μια συνεργασία που δεν έγινε ή κάποιο ανεκπλήρωτο όνειρο;

Οχι, δεν έχω κάποιο απωθηµένο. Και αυτό συνδέεται µε όσα είπα πριν. ∆εν ήµουν ποτέ «wannabe», ας το πούµε έτσι. Γι’ αυτό και δεν αποδέχθηκα ποτέ έναν πρωταγωνιστικό ρόλο σε καθηµερινό σίριαλ. Θα έπρεπε να δουλεύω 15 ώρες την ηµέρα και είχα την πολυτέλεια να µη χρειαστεί να το κάνω. Τελικά, ένα από τα σηµαντικότερα πράγµατα σε αυτή τη δουλειά -και το καταλαβαίνω όλο και περισσότερο όσο περνούν τα χρόνια- είναι να µπορείς να εξασφαλίσεις τη δυνατότητα να λες «όχι».

Κυριακάτικη Απογευματινή