Τη μεγάλη απόφαση να ιδρύσει το δικό του, ολοκαίνουργιο θέατρο στο κέντρο της Αθήνας πήρε φέτος ο γνωστός σκηνοθέτης και θεατρικός παραγωγός, Γιώργος Βάλαρης. Το Θέατρο «Εργον», στη συμβολή των οδών Ζωοδόχου Πηγής 3 και Ακαδημίας, εγκαινιάζει τη λειτουργία του ως ένας σύγχρονος θεατρικός χώρος 300 θέσεων με δύο πολύ δυνατά έργα, με κοινό θεματικό άξονα τη θέση της γυναίκας στην κοινωνία. Τη «Φόνισσα» του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη, με τη Λυδία Κονιόρδου, σε σκηνοθεσία Σωτήρη Χατζάκη, και το βραβευμένο έργο της Κατερίνας Γιαννάκου «Μια κανονική μέρα», έναν σύγχρονο γυναικείο μονόλογο με την Ευαγγελία Μουμούρη, σε σκηνοθεσία Σωτήρη Τσαφούλια. Ο Γιώργος Βάλαρης, μιλώντας στην «Κυριακάτικη Α», αναφέρεται στο όραμά του και τον προσανατολισμό του νέου θεάτρου.
Πώς πήρατε την απόφαση να ιδρύσετε ένα καινούργιο θέατρο; Ηταν εύκολο;
Οχι, δεν ήταν καθόλου εύκολο. Ηταν όμως μια απόφαση που ήρθε πολύ φυσικά, ύστερα από περισσότερα από τριάντα χρόνια ζωής μέσα στο θέατρο και έπειτα από πολύ ώριμη σκέψη. Κάποια στιγμή ένιωσα ότι ήθελα να κάνω το επόμενο βήμα: να δημιουργήσω έναν χώρο που να εκφράζει τη δική μου αντίληψη για το θέατρο. Το «Εργον» είναι ένα μεγάλο προσωπικό στοίχημα. Εχει βέβαια και μεγάλο ρίσκο, γιατί το να δημιουργείς σήμερα έναν καινούργιο θεατρικό οργανισμό στην Αθήνα απαιτεί θάρρος, επιμονή και πολλή δουλειά. Αλλά στη ζωή μου έχω μάθει να μην προχωρώ μόνο όταν τα πράγματα είναι εύκολα. Προχωρώ όταν πιστεύω πραγματικά σε κάτι. Και πιστεύω πολύ στο «Εργον», το οποίο είναι η μεγαλύτερη πράξη στη ζωή μου.
Τι σας είπαν οι συνεργάτες σας στον θεατρικό χώρο, όταν τους είπατε την ιδέα σας;
Οι πρώτες αντιδράσεις ήταν ανάμικτες. Κάποιοι μου είπαν «είσαι τρελός, τώρα αποφάσισες να ανοίξεις θέατρο;», άλλοι όμως κατάλαβαν αμέσως ότι δεν πρόκειται για μια παρόρμηση, αλλά για κάτι που ωρίμαζε μέσα μου εδώ και χρόνια. Οι άνθρωποι που με γνωρίζουν καλά ξέρουν ότι, όταν αποφασίσω να κάνω κάτι, δύσκολα κάνω πίσω. Εχω περάσει πολλές φορές από δύσκολες παραγωγικές συνθήκες και έχω μάθει ότι κάθε μεγάλο καλλιτεχνικό εγχείρημα χρειάζεται πίστη. Το πιο σημαντικό για μένα ήταν ότι αρκετοί άνθρωποι του χώρου αγκάλιασαν την ιδέα και θέλησαν να συμμετάσχουν, όπως ο Σωτήρης Τσαφούλιας και ο Σωτήρης Χατζάκης που ήρθαν με μια μεγάλη αγκαλιά, μαζί με τη Λυδία Κονιόρδου και την Ευαγγελία Μουμούρη, και αυτό μου έδωσε μεγάλη δύναμη.
Εχετε κάνει πλάνο για τις παραστάσεις που θέλετε να ανεβάσετε εκεί;
Βεβαίως. Και μάλιστα έχω περισσότερες ιδέες από όσες χωρούν σε μία σεζόν! Υπάρχει ένας βασικός καλλιτεχνικός σχεδιασμός, αλλά δεν θέλω να είναι ένα πρόγραμμα κλειδωμένο για χρόνια. Θέλω να υπάρχει η δυνατότητα να προκύπτουν συνεργασίες, να ανακαλύπτουμε νέους δημιουργούς, να φιλοξενούμε διαφορετικές προτάσεις. Το «Εργον» θα κινηθεί ανάμεσα στο ελληνικό και το διεθνές ρεπερτόριο, στο κλασικό και το σύγχρονο θέατρο, αλλά και στο μουσικό θέατρο, που είναι ένα πολύ σημαντικό κομμάτι της δικής μου καλλιτεχνικής διαδρομής. Με ενδιαφέρει πολύ επίσης να δημιουργήσουμε γέφυρες με το εξωτερικό. Να έρθουν δημιουργοί στην Αθήνα, αλλά και ελληνικές παραγωγές να μπορούν να ταξιδέψουν.
Ποια θεατρικά έργα ελκύουν πιο πολύ το κοινό τα τελευταία χρόνια και για ποιον λόγο;
Το κοινό σήμερα είναι πιο ενημερωμένο και πιο απαιτητικό. Δεν αρκεί πλέον μια καλή διαφήμιση για να γεμίσει μια παράσταση. Ο θεατής θέλει να συγκινηθεί, να γελάσει, να προβληματιστεί, να δει κάτι που τον αφορά. Βλέπουμε ότι έργα με ισχυρές ανθρώπινες ιστορίες εξακολουθούν να έχουν μεγάλη δύναμη. Το κλασικό ρεπερτόριο επιστρέφει όταν παρουσιάζεται με σύγχρονη ματιά, ενώ το σύγχρονο ελληνικό έργο μπορεί να βρει πολύ μεγάλη ανταπόκριση όταν μιλάει με ειλικρίνεια για τη ζωή μας. Πιστεύω επίσης πολύ στη δύναμη του θεάματος. Το κοινό δεν θέλει απαραίτητα να επιλέξει ανάμεσα στην ποιότητα και την ψυχαγωγία. Θέλει και τα δύο. Και αυτό είναι μια πρόκληση για εμάς τους δημιουργούς.
Γιατί επιλέξατε για την έναρξη του «Εργον» δύο έργα με κορυφαίες γυναίκες ηθοποιούς, τη Λυδία Κονιόρδου και την Ευαγγελία Μουμούρη;
Ηθελα η πρώτη εικόνα του «Εργον» να έχει δύναμη. Η «Φόνισσα» του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη, με τη Λυδία Κονιόρδου στον εμβληματικό ρόλο και τον Σωτήρη Χατζάκη στη σκηνοθεσία, είναι έργο που κουβαλά την ιστορία, τη λογοτεχνία και τη βαθιά ελληνική ταυτότητα. Είναι επίσης έργο που, παρά την ηλικία του, εξακολουθεί να μας αφορά με συγκλονιστικό τρόπο. Από την άλλη, η «Μια κανονική μέρα» της Κατερίνας Γιαννάκου, με την Ευαγγελία Μουμούρη και τον Σωτήρη Τσαφούλια, κοιτάζει τη γυναίκα μέσα από τη σύγχρονη πραγματικότητα. Με ενδιαφέρει πολύ αυτή η συνομιλία ανάμεσα στις δύο εποχές. Δύο γυναίκες, δύο διαφορετικές ιστορίες, δύο διαφορετικές σκηνικές γλώσσες, αλλά ένας κοινός πυρήνας: η θέση της γυναίκας, η πίεση της κοινωνίας και η ανάγκη για ελευθερία και αξιοπρέπεια. Και θεωρώ ότι δεν υπάρχει καλύτερος τρόπος να ανοίξει ένα νέο θέατρο από δύο τόσο δυνατές γυναικείες παρουσίες.
Πού πρέπει να στηριχτεί η σύγχρονη γυναίκα για να αντλήσει δύναμη για τη θέση της στη σημερινή κοινωνία;
Πρώτ’ απ’ όλα στον εαυτό της. Στη γνώση της αξίας της και στην οικονομική, πνευματική και συναισθηματική της ανεξαρτησία. Νομίζω ότι η μεγάλη αλλαγή της εποχής μας είναι πως η γυναίκα δεν είναι πλέον υποχρεωμένη να αποδέχεται έναν ρόλο που της έχει δοθεί από την κοινωνία. Μπορεί να τον επαναπροσδιορίσει. Και η Τέχνη έχει τεράστια δύναμη σε αυτό. Το θέατρο μπορεί να κάνει κάτι πολύ σημαντικό: να δώσει φωνή σε ανθρώπους που κάποτε δεν είχαν φωνή, να μας βάλει στη θέση του άλλου και να μας κάνει να ξαναδούμε την πραγματικότητα.
Κυριακάτικη Απογευματινή











