Η υπόθεση της άγριας γυναικοκτονίας στην Καλαμάτα συνεχίζει να συγκλονίζει το πανελλήνιο, καθώς νέα στοιχεία που έρχονται στο φως ενισχύουν τις εκτιμήσεις των διωκτικών αρχών ότι το έγκλημα ενδέχεται να ήταν αποτέλεσμα μακροχρόνιας εμμονικής και ελεγκτικής συμπεριφοράς του δράστη.
Ο 41χρονος, ο οποίος έχει ήδη ομολογήσει τη δολοφονία της 39χρονης συζύγου του, οδηγήθηκε το πρωί του Σαββάτου ενώπιον του ανακριτή Καλαμάτας για να απολογηθεί για σειρά βαρύτατων κατηγοριών. Αντιμετωπίζει δίωξη για ανθρωποκτονία από πρόθεση σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, ενδοοικογενειακή βία, παραβάσεις της νομοθεσίας περί όπλων, αλλά και κακουργηματική παραβίαση προσωπικών δεδομένων.
Στοιχεία που δείχνουν παρακολούθηση και εμμονή
Ιδιαίτερο βάρος δίνουν οι ερευνητές στα ευρήματα που κατασχέθηκαν από την κατοχή του κατηγορουμένου. Σύμφωνα με πληροφορίες, εντοπίστηκε σκληρός δίσκος που περιέχει περισσότερες από 60 ώρες ηχητικών καταγραφών της συζύγου του, καθώς και υλικό που εξετάζεται από τις αρμόδιες υπηρεσίες.
Παράλληλα, οι Αρχές ερευνούν καταγγελίες σύμφωνα με τις οποίες ο 41χρονος παρακολουθούσε συστηματικά τη σύζυγό του, χρησιμοποιώντας συστήματα GPS, κινητές συσκευές εντοπισμού και κάμερες σε χώρους όπου εκείνη κινούνταν.
Τα στοιχεία αυτά, σύμφωνα με αστυνομικές πηγές, συνθέτουν ένα προφίλ έντονου ελέγχου και επιτήρησης, το οποίο εξετάζεται ως κρίσιμο κομμάτι της υπόθεσης.
Υποψίες για απόπειρα σκηνοθέτησης του εγκλήματος
Σημαντικά ερωτήματα προκαλεί και η εικόνα που αντίκρισαν οι αστυνομικοί όταν εισήλθαν στο διαμέρισμα.
Όπως ανέφερε ο επίτιμος πρόεδρος των αστυνομικών υπαλλήλων Νοτιοανατολικής Αττικής, Γιώργος Καλλιακμάνης, τα δεδομένα της σκηνής του εγκλήματος δημιουργούν ισχυρές ενδείξεις ότι επιχειρήθηκε να παρουσιαστεί μια διαφορετική εκδοχή των γεγονότων.
Σύμφωνα με τις ίδιες εκτιμήσεις, η τοποθέτηση του μαχαιριού στο αριστερό χέρι του θύματος και τα σοβαρά τραύματα που έφερε η 39χρονη δεν συνάδουν με ισχυρισμούς περί αυτοάμυνας ή αμοιβαίας συμπλοκής.
Οι ερευνητές εξετάζουν εάν υπήρξε οργανωμένη προσπάθεια αλλοίωσης της εικόνας του χώρου προκειμένου να δημιουργηθούν εντυπώσεις που δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα.
Σοκ από την ιατροδικαστική εξέταση
Ιδιαίτερα αποκαλυπτικά είναι τα ευρήματα της ιατροδικαστικής έκθεσης, σύμφωνα με την οποία η 39χρονη δέχθηκε τουλάχιστον 45 μαχαιριές, γεγονός που αποτυπώνει τη σφοδρότητα της επίθεσης.
Οι ειδικοί χαρακτηρίζουν το έγκλημα εξαιρετικά βίαιο, ενώ τα τραύματα εξετάζονται σε συνδυασμό με τα υπόλοιπα στοιχεία της δικογραφίας για την πλήρη ανασύνθεση των τελευταίων στιγμών της γυναίκας.
Καταγγελίες για κακοποίηση πριν από τη δολοφονία
Μαρτυρίες περιοίκων αναφέρουν ότι το τελευταίο διάστημα ακούγονταν συχνά έντονοι καβγάδες από το διαμέρισμα του ζευγαριού.
Κάτοικοι της περιοχής υποστηρίζουν ότι λίγες ημέρες πριν από το έγκλημα είχαν ειδοποιήσει την αστυνομία, καθώς οι φωνές που ακούγονταν τους έκαναν να πιστεύουν ότι εκτυλισσόταν σοβαρό περιστατικό βίας. Ωστόσο, οι αστυνομικοί που έσπευσαν τότε στο σημείο δεν κατάφεραν να εντοπίσουν το ακριβές διαμέρισμα.
Παράλληλα, πληροφορίες αναφέρουν ότι η 39χρονη είχε αρχίσει να μιλά σε στενά της πρόσωπα για τα προβλήματα που αντιμετώπιζε, ενώ είχε έρθει σε επαφή και με κοινωνικές υπηρεσίες αναζητώντας βοήθεια.
Οι αντιφάσεις στις εκδοχές του κατηγορουμένου
Κατά τη διάρκεια της έρευνας, ο 41χρονος φέρεται να έχει δώσει διαφορετικές εκδοχές για όσα συνέβησαν το μοιραίο βράδυ.
Αρχικά υποστήριξε ότι δέχθηκε επίθεση, ενώ στη συνέχεια φέρεται να ισχυρίστηκε ότι προηγήθηκε έντονος καβγάς, επιχειρώντας να αποδώσει την πράξη του σε κατάσταση «εν βρασμώ ψυχής».
Ωστόσο, σύμφωνα με τις έως τώρα πληροφορίες, οι Αρχές θεωρούν ότι τα στοιχεία της δικογραφίας, οι μαρτυρίες και τα ψηφιακά ευρήματα δεν επιβεβαιώνουν αυτούς τους ισχυρισμούς και εξετάζουν σοβαρά το ενδεχόμενο προσχεδιασμένης εγκληματικής ενέργειας.
Η επόμενη ημέρα για τα δύο παιδιά
Στο μεταξύ, ιδιαίτερα δύσκολη παραμένει η κατάσταση για τα δύο ανήλικα παιδιά του ζευγαριού, ηλικίας 10 και 6 ετών, τα οποία βρίσκονταν μέσα στο σπίτι την ώρα της δολοφονίας.
Τα παιδιά φιλοξενούνται σε παιδιατρική κλινική και λαμβάνουν συνεχή ψυχολογική υποστήριξη από εξειδικευμένους επιστήμονες. Σύμφωνα με πληροφορίες, δεν έχουν ακόμη ενημερωθεί πλήρως για το τι συνέβη στη μητέρα τους, με τους ειδικούς να θεωρούν ότι η αλήθεια πρέπει να αποκαλυφθεί σταδιακά και με ιδιαίτερα προσεκτικό τρόπο.
Παράλληλα, οι εισαγγελικές αρχές εξετάζουν όλες τις διαθέσιμες επιλογές για την επιμέλεια και τη μελλοντική φροντίδα των παιδιών, με προτεραιότητα την εξεύρεση ενός ασφαλούς και σταθερού οικογενειακού περιβάλλοντος.
Η έρευνα των διωκτικών αρχών συνεχίζεται, ενώ η τελική αξιολόγηση των στοιχείων και η απόδοση ποινικών ευθυνών θα γίνει από τη Δικαιοσύνη τις επόμενες εβδομάδες.








