Ιδιαίτερα θετική είναι η εικόνα που καταγράφει η ετήσια έκθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Περιβάλλοντος (EEA) για την ποιότητα των υδάτων κολύμβησης το 2025. Από τις ακτές του Ατλαντικού έως τις παραλίες της Μεσογείου, η συντριπτική πλειονότητα των σημείων κολύμβησης στην Ευρωπαϊκή Ένωση κρίθηκε ασφαλής για τους λουόμενους.
Σύμφωνα με τα στοιχεία της έκθεσης, το 85% των σημείων κολύμβησης έλαβε τη διάκριση «εξαιρετικής ποιότητας», ενώ το 96% πληρούσε τουλάχιστον τα ελάχιστα πρότυπα που προβλέπει η ευρωπαϊκή νομοθεσία. Μόλις το 1,5% των υδάτων χαρακτηρίστηκε «κακής ποιότητας», γεγονός που, αν και περιορισμένο, υποδηλώνει ότι σε ορισμένες περιοχές εξακολουθούν να υφίστανται περιβαλλοντικές πιέσεις και ζητήματα διαχείρισης.

Η Ελλάδα μεταξύ των πρωταθλητών της Ευρώπης
Η Ελλάδα συγκαταλέγεται για ακόμη μία χρονιά στις κορυφαίες ευρωπαϊκές χώρες ως προς την ποιότητα των υδάτων κολύμβησης, μαζί με την Κύπρο, την Αυστρία και τη Βουλγαρία, οι οποίες καταγράφουν ποσοστά άνω του 95% σε σημεία «εξαιρετικής ποιότητας».
Από τα 1.734 σημεία κολύμβησης που ελέγχθηκαν στη χώρα το 2025, το 99,6% πληρούσε τουλάχιστον τα ελάχιστα πρότυπα της Οδηγίας για τα Ύδατα Κολύμβησης.
Παράλληλα, η εφαρμογή του προγράμματος παρακολούθησης ήταν σχεδόν καθολική, καθώς στο 99,9% των σημείων τηρήθηκαν πλήρως οι προβλεπόμενες διαδικασίες δειγματοληψίας και ελέγχου.

Καλύτερες επιδόσεις
Η έκθεση επιβεβαιώνει μία σταθερή τάση των τελευταίων ετών, σύμφωνα με την οποία οι παράκτιες περιοχές εμφανίζουν καλύτερες επιδόσεις σε σύγκριση με τις λίμνες και τα ποτάμια.
Το 88% των παράκτιων σημείων κολύμβησης στην Ευρωπαϊκή Ένωση αξιολογήθηκε ως «εξαιρετικής ποιότητας», έναντι 78% στις λίμνες και τα ποτάμια. Οι μεγαλύτερες δυσκολίες εξακολουθούν να εντοπίζονται στα ποτάμια, όπου μόλις το 47% των περίπου 1.200 σημείων κολύμβησης πέτυχε την ανώτατη βαθμίδα αξιολόγησης.
Οι ειδικοί αποδίδουν τη διαφορά στην αυξημένη ευαλωτότητα των μικρών ποταμών και λιμνών σε περιστατικά βραχυχρόνιας ρύπανσης, ιδιαίτερα μετά από έντονες βροχοπτώσεις ή περιόδους ξηρασίας, φαινόμενα που εντείνονται λόγω της κλιματικής αλλαγής.

Οι χώρες με τις χαμηλότερες επιδόσεις
Παρά τη συνολικά θετική εικόνα, σημαντικές διαφοροποιήσεις εξακολουθούν να παρατηρούνται μεταξύ των κρατών-μελών και των υπό ένταξη χωρών.
Κάτω από το όριο του 70% σε ύδατα «εξαιρετικής ποιότητας» βρέθηκαν το Βέλγιο, η Ουγγαρία, η Πολωνία, η Εσθονία και η Αλβανία. Την ίδια ώρα, τα υψηλότερα ποσοστά υδάτων «κακής ποιότητας» καταγράφηκαν στην Εσθονία, την Ολλανδία και τη Γαλλία.
Σε πολλές περιπτώσεις, τα προβλήματα συνδέονται με υπερφορτωμένα συστήματα αποχέτευσης και επεξεργασίας λυμάτων, τα οποία αδυνατούν να διαχειριστούν μεγάλους όγκους νερού κατά τη διάρκεια έντονων καιρικών φαινομένων.
Είκοσι χρόνια συνεχούς βελτίωσης
Η φετινή έκθεση συμπίπτει με τη συμπλήρωση είκοσι ετών από την εφαρμογή της αναθεωρημένης Οδηγίας για τα Ύδατα Κολύμβησης.
Το 2006, όταν τέθηκε σε ισχύ το νέο πλαίσιο, περίπου το 81% των σημείων κολύμβησης κατατασσόταν στην κατηγορία «εξαιρετική ποιότητα», ενώ το 2,4% χαρακτηριζόταν «κακής ποιότητας». Σήμερα, το ποσοστό των υδάτων «εξαιρετικής ποιότητας» προσεγγίζει το 85%, ενώ τα ύδατα «κακής ποιότητας» έχουν περιοριστεί στο 1,5%.
Η αξιολόγηση βασίζεται κυρίως στην παρακολούθηση των βακτηρίων E. coli και εντερόκοκκων, τα οποία αποτελούν βασικούς δείκτες κοπρανώδους ρύπανσης και πιθανής παρουσίας παθογόνων μικροοργανισμών. Η αυξημένη συγκέντρωσή τους μπορεί να συνδεθεί με γαστρεντερικές διαταραχές, λοιμώξεις των ματιών, των αυτιών ή του αναπνευστικού συστήματος.
Αντίθετα, παράγοντες όπως τα φυτοφάρμακα, τα μικροπλαστικά και οι φαρμακευτικές ουσίες παρακολουθούνται μέσω άλλων ευρωπαϊκών μηχανισμών και δεν περιλαμβάνονται στην αξιολόγηση των υδάτων κολύμβησης.

Η σημασία των επενδύσεων στη διαχείριση των υδάτων
Με αφορμή τη δημοσίευση της έκθεσης, η Ευρωπαία επίτροπος Περιβάλλοντος, Ανθεκτικότητας των Υδάτων και Κυκλικής Οικονομίας, Τζέσικα Ρόσγουολ, υπογράμμισε ότι τα αποτελέσματα αποτελούν ακόμη μία απόδειξη της αποτελεσματικότητας της ευρωπαϊκής περιβαλλοντικής πολιτικής.
Όπως σημείωσε, η πρόοδος που έχει καταγραφεί τις τελευταίες δύο δεκαετίες αντανακλά τη σημασία της ευρωπαϊκής νομοθεσίας και των επενδύσεων στη διαχείριση των υδάτων και την επεξεργασία λυμάτων.
Παράλληλα, επισήμανε ότι η προστασία των υδάτινων πόρων παραμένει κρίσιμη πρόκληση απέναντι στη ρύπανση, την απώλεια βιοποικιλότητας και τις επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής, ζητήματα που βρίσκονται στο επίκεντρο της νέας ευρωπαϊκής στρατηγικής για την ανθεκτικότητα των υδάτων.











