TΗΣ ΙΩΑΝΝΑΣ ΚΩΣΤΑ∆ΗΜΑ
Να αφήσει ανοιχτή την πόρτα στον συνεπή καταναλωτή που αναζητεί φθηνότερο ρεύµα, αλλά να την κλείσει σε όσους αλλάζουν διαδοχικά πάροχο αφήνοντας απλήρωτους λογαριασµούς επιχειρεί το τελικό σχέδιο του υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας για την αντιµετώπιση του «ενεργειακού τουρισµού». Επειτα από έξι χρόνια διαβουλεύσεων, το πλαίσιο βρίσκεται στη διαδικασία των υπογραφών, πριν από τη δηµοσίευσή του σε ΦΕΚ και την άµεση έναρξη ισχύος του.
Το σχέδιο βάζει δύο «κόκκινες γραµµές» στην αλλαγή εταιρείας: την ύπαρξη ενεργής εντολής αποκοπής από τον σηµερινό προµηθευτή ή τη συγκέντρωση τριών ενεργών σηµάνσεων από διαφορετικούς παρόχους. Στη δεύτερη περίπτωση, το debt flagging µετατρέπεται σε debt blocking και η επόµενη µετακίνηση απαγορεύεται µέχρι να τακτοποιηθούν τα χρέη.
Τι αλλάζει
Η διαδικασία αρχίζει όταν ένας λογαριασµός δεν πληρωθεί και η οφειλή µεταφερθεί στον επόµενο. Εάν παρέλθει άπρακτη και η δεύτερη προθεσµία, ο προµηθευτής θα πρέπει µέσα σε πέντε ηµέρες να επικοινωνήσει µε τον πελάτη και να του προτείνει διακανονισµό. Ο καταναλωτής θα έχει επίσης πέντε ηµέρες για να απαντήσει.
Εάν αρνηθεί, δεν απαντήσει ή αθετήσει τη ρύθµιση, ο σηµερινός προµηθευτής θα υποβάλει ταυτόχρονα σήµανση του πελάτη ως υπερήµερου και εντολή απενεργοποίησης της παροχής. Εάν περάσουν δέκα ηµέρες από την ενηµέρωση χωρίς εξόφληση ή νέο διακανονισµό, θα µπορεί να καταγγείλει τη σύµβαση και να δηλώσει παύση εκπροσώπησης του µετρητή.
Εφόσον η οφειλή πληρωθεί ή ρυθµιστεί, η σήµανση και η εντολή αποκοπής θα αίρονται την ίδια ηµέρα. ∆εν προβλέπεται, όµως, αυτόµατη διαγραφή της σήµανσης µετά την παρέλευση συγκεκριµένου χρόνου. Οι διακανονισµοί θα βασίζονται στην πιστωτική πολιτική κάθε εταιρείας και σε εύλογα κριτήρια, χωρίς ελάχιστο αριθµό δόσεων. Για αµφισβητούµενους λογαριασµούς, όταν έχει κατατεθεί επίσηµη αµφισβήτηση και προσφυγή σε Αρχή ή δικαστήριο, αναστέλλονται υπό προϋποθέσεις η αποκοπή και η παύση εκπροσώπησης. Ο πάροχος µπορεί, πάντως, να αρνηθεί την ανανέωση της σύµβασης µε προειδοποίηση 30 ηµερών.
Το όριο των τριών ενεργών σηµάνσεων θα εφαρµόζεται ενιαία σε νοικοκυριά και επιχειρήσεις, εγκαταλείποντας την προηγούµενη πρόταση για χαµηλότερο όριο στους µη οικιακούς πελάτες. Κατά την πρώτη εφαρµογή θα µπορούν να καταχωριστούν οφειλές που έχουν καταστεί ληξιπρόθεσµες από την 1η Ιανουαρίου 2024. Εάν εµφανιστούν τρεις ενεργές σηµάνσεις από διαφορετικές εταιρείες, η αλλαγή παρόχου θα µπλοκάρεται αυτοµάτως.
Υπάρχει, ωστόσο, φίλτρο και πριν από την τρίτη σήµανση. Ενας νέος προµηθευτής δεν θα είναι υποχρεωµένος να δεχθεί τον καταναλωτή, εάν υπάρχουν ληξιπρόθεσµα χρέη προς οποιαδήποτε εταιρεία, έστω µία ενεργή σήµανση ή τουλάχιστον δύο εντολές αποκοπής µέσα στους προηγούµενους δώδεκα µήνες. Οι προµηθευτές θα έχουν, µε τη συγκατάθεση του πελάτη, πρόσβαση στις ενεργές σηµάνσεις και στο ιστορικό εντολών αποκοπής.
Ο νέος πάροχος θα πρέπει να υποβάλει τη δήλωση εκπροσώπησης µέσα σε τρεις ηµέρες από την υπογραφή της σύµβασης, ενώ προβλέπεται δυνατότητα δηµιουργίας ψηφιακής εφαρµογής αλλαγής προµηθευτή µε διασύνδεση στο gov.gr.
Εάν ο καταναλωτής έχει ήδη αλλάξει εταιρεία και δεν πληρώσει τον τελικό λογαριασµό, ο προηγούµενος προµηθευτής θα πρέπει µέσα σε πέντε ηµέρες να του προτείνει διακανονισµό, δίνοντάς του πέντε ηµέρες για να απαντήσει. Εάν η προσπάθεια αποτύχει, θα µπορεί να τον σηµάνει ως υπερήµερο, όχι όµως να ζητήσει την αποκοπή του.
Η διάκριση είναι σαφής: ο σηµερινός πάροχος µπορεί να υποβάλει σήµανση και εντολή διακοπής, ενώ ο προηγούµενος µόνο σήµανση και να διεκδικήσει δικαστικά την οφειλή. Μάλιστα, κατά την έναρξη ισχύος του νέου πλαισίου, το µπλόκο στην αλλαγή θα καταλαµβάνει και εντολές αποκοπής που θα εκκρεµούν ήδη προς εκτέλεση.
Το θεσµικό κενό παραµένει από το 2020, όταν το Συµβούλιο της Επικρατείας, µε την Απόφαση 1888/2020, ακύρωσε τον γενικό περιορισµό στην αλλαγή προµηθευτή για πελάτες µε χρέη, κρίνοντας ότι υπερέβαινε τις αρχές της αναλογικότητας και της αναγκαιότητας. Εκτοτε, οι εταιρείες βασίζονται κυρίως στα δικαστήρια.
Οι οφειλές
Σύµφωνα µε παράγοντες της αγοράς, µετά τους έξι µήνες το ποσοστό ανάκτησης µιας οφειλής περιορίζεται στο 10%-15%, ενώ το κόστος κάθε υπόθεσης έχει φτάσει περίπου τα 1.000 ευρώ, από 400-500 ευρώ παλαιότερα. Σύµφωνα µε τη ΡΑΑΕΥ, οι ληξιπρόθεσµες οφειλές ανήλθαν το 2025 σε 2,98 δισ. ευρώ, από 3,39 δισ. ευρώ το 2024, καταγράφοντας µείωση 12,2%. Από το σύνολο, 1,45 δισ. ευρώ αφορούν ενεργούς πελάτες και 1,53 δισ. ευρώ καταναλωτές που έχουν ήδη αποχωρήσει.
Στη χαµηλή τάση συγκεντρώνονται 2,13 δισ. ευρώ, στη µέση τάση 632,8 εκατ. ευρώ και στην υψηλή τάση 214,4 εκατ. ευρώ. Περίπου 2,74 εκατ. παροχές εµφανίζουν χρέη, σχεδόν τέσσερις στις δέκα της αγοράς. Η ΡΑΑΕΥ αποτιµά την επιβάρυνση σε 59,31 ευρώ ανά µεγαβατώρα ή 5,93 λεπτά ανά κιλοβατώρα. ∆εν αποτελεί χωριστή χρέωση στον λογαριασµό, αλλά αποτύπωση του πιστωτικού κόστους, που επηρεάζει τις εµπορικές πολιτικές των εταιρειών.
Ως εκ τούτου, το ζητούµενο δεν είναι να παγώσουν ακόµα περισσότερο οι αλλαγές παρόχου, αλλά να µπορούν οι συνεπείς καταναλωτές να αναζητούν καλύτερες τιµές και προϊόντα, χωρίς η κινητικότητα να λειτουργεί ως δίοδος διαφυγής για όσους αφήνουν συστηµατικά «φέσια». Παράλληλα, οι προµηθευτές χρειάζονται ένα πλαίσιο που θα περιορίζει τις επισφάλειες και θα επιτρέπει στην αγορά να λειτουργεί µε οικονοµικά βιώσιµους όρους.
Εφημερίδα «Κυριακάτικη Απογευματινή»










