Πώς γινόµαστε ξένοι στο ίδιο µας το «σπίτι»

Το ποσοστό ιδιοκατοίκησης στην Ελλάδα έχει πέσει στο 66,1%, την ώρα που στην Ιταλία είναι 75,2% και στην Ισπανία 73,6%, χώρες που επίσης έχουν πρόβληµα στέγης λόγω του υπερτουρισµού
22:21 - 10 Αυγούστου 2026
Πώς γινόµαστε ξένοι

Μια µατιά στα ποσοστά ιδιοκατοίκησης σε ευρωπαϊκές χώρες και η σύγκρισή τους µε την Ελλάδα προκαλούν σοκ. Το ποσοστό ιδιοκατοίκησης στη χώρα µας έχει πέσει στο 66,1%. Για σύγκριση, στην Ιταλία είναι 75,2%, στην Ισπανία 73,6%. Και στις δύο χώρες ήδη έχει φουντώσει το κύµα διαµαρτυρίας για τη στενότητα στην κατοικία. Στην Ισπανία, πλέον, η διαµαρτυρία αυτή έχει πάρει τη µορφή κινήµατος, µε αιτήµατα που στρέφονται και κατά του υπερτουρισµού. Στην Ελλάδα; Ολα καλά;

Ας µην ανατρέξουµε στα παλιά, όταν το «κεραµίδι» ήταν στόχος ζωής, µέσο αποταµίευσης και σιγουριάς απέναντι στην κρίση, περιουσιακό στοιχείο από τη µια γενιά στην άλλη. Πότε µε σκληρές οικονοµίες στην αρχή, πότε µε τα δάνεια των τραπεζών, που κάποια στιγµή µοιράζονταν αφειδώς, ανδρωθήκαµε ως χώρα ιδιοκατοίκησης. Πριν από 20 χρόνια ήµασταν πρωταθλητές στις στατιστικές. Ενδεικτικά, το 2005 το ποσοστό ιδιοκατοίκησης άγγιζε το 85%. Κι έπειτα ήρθε η κρίση…

Είκοσι χρόνια µετά, βρισκόµαστε 20 ποσοστιαίες µονάδες κάτω. ∆εν είναι µόνο οι αριθµοί που έπεσαν θύµατα της βαριάς κρίσης που γνώρισε η χώρα. Στην ουσία έσπασε ένα κοινωνικό συµβόλαιο, που είχε σαν βάση του την κατοικία. Ποια είναι η ανάγλυφη επίπτωση – αλλά και ο µεγάλος κίνδυνος κοινωνικών εκρήξεων; Οτι για πρώτη φορά µεταπολιτευτικά µια ολόκληρη γενιά ήδη βιώνει τα µεγάλα αδιέξοδα στην εξεύρεση στέγης. Από τη µια η αδυναµία αποταµίευσης, η στενωπός των στεγαστικών δανείων από τις τράπεζες, οι ανεπαρκείς αποδοχές. Από την άλλη, η εκτίναξη των τιµών των ακινήτων µετά την κρίση, η επέλαση των Airbnb, η εισροή ξένων κεφαλαίων στην αγορά ακινήτων και βεβαίως η περιορισµένη προσφορά κατοικιών.

Αυτό δεν είναι απλώς ένα «χάσµα κατοικίας», αλλά ένα διευρυνόµενο «χάσµα γενεών», µε άµεσες επιπτώσεις στο ∆ηµογραφικό: Οι νέοι δυσκολεύονται να κάνουν µια αρχή για οικογένεια, για να σταθούν στα πόδια τους. Νιώθουν ότι δεν έχουν τα µέσα γι’ αυτό. Κι όσο βαστούν οι κληρονοµιές, πάει καλά. Οµως προοπτικά γινόµαστε µια χώρα όπου η περιουσία κληρονοµείται -µε πτωτικούς ρυθµούς- και δεν αποκτάται. Είναι ο ορισµός µιας «µήτρας ανισοτήτων», που αργά ή γρήγορα θα µας φέρει αντιµέτωπους µε τις κοινωνικές παρενέργειες. Είναι ενδεικτικό πως, παρά την πτώση της ιδιοκατοίκησης στην Ελλάδα, πάνω από το 60% των ιδιόκτητων κατοικιών δεν είναι επιβαρυµένο µε στεγαστικά δάνεια, καθώς αποκτήθηκαν µέσω κληρονοµιών ή πριν από την κρίση. Αρα, το πρόβληµα αφορά τις νεότερες γενιές και όχι τους µεγαλύτερους σε ηλικία ιδιοκτήτες.

Ενα αίσθηµα αδικίας, ανηµπόριας και ανισότητας γίνεται συνοδοιπόρος των νεότερων και παραγωγικών ανθρώπων, που δεν είναι και ο καλύτερος σύµβουλος για τις όποιες αντιδράσεις. Συνάµα, και το πολιτικό σύστηµα εισπράττει µεγάλο µέρος της δυσφορίας των νεότερων, που βλέπουν ότι δεν υπάρχει φως στη λύση του προβλήµατος. Ας µην ψάχνουµε στα σύννεφα τα αίτια της απογοήτευσης, της αποχής των νέων από τα πολιτικά δρώµενα. Στο πρόβληµα της κατοικίας βρίσκεται µία από τις πιο βασικές αιτίες για τις οποίες οι νεότεροι στρέφουν την πλάτη τους στα κόµµατα.

Αν συµφωνούµε στην οξύτητα του προβλήµατος, είµαστε καταδικασµένοι να αναζητήσουµε ριζικές τοµές για την επίλυσή του. Πριν απ’ όλα, η χώρα µας δεν µπορεί να λύσει το πρόβληµα µόνο µε την επιδότηση της ζήτησης. Αποδείχτηκαν τα όρια µιας τέτοιας πολιτικής. Συνεπώς, απαιτείται στροφή στην αύξηση της προσφοράς κατοικιών. Επιτάχυνση της οικοδοµικής δραστηριότητας, αξιοποίηση των κενών κατοικιών, φορολογικές εγγυήσεις, προγράµµατα κοινωνικής κατοικίας.

Είναι πλέον καιρός για µια στροφή του τραπεζικού δανεισµού προς τους νέους σε ό,τι αφορά την αναζήτηση στέγης. Μια φωτιά που σιγοκαίει είναι η ευρύτατη επέκταση των βραχυχρόνιων µισθώσεων, ακόµα και στις γειτονιές των µεγάλων πόλεων. Εδώ η αποκατάσταση της ισορροπίας µεταξύ της τουριστικής υπερανάπτυξης και της στεγαστικής πολιτικής είναι µονόδροµος.

Πάµε, όµως, και στο πολιτικό πρόβληµα. Είναι φανερό πως το ξεδίπλωµα τέτοιων πολιτικών δεν γίνεται εν µια νυκτί. Εδώ δεν έχουµε να κάνουµε µε επιδόµατα µίας χρήσης, µε εξαγγελίες που εξαντλούνται στο πλαίσιο ενός εκλογικού κύκλου. Χρειάζονται κάποια χρόνια για να δούµε σοβαρές αποδόσεις. Με άλλα λόγια, χρειάζεται η υιοθέτηση µιας εθνικής στεγαστικής πολιτικής. Μήπως, όµως, αυτό ξεπερνά ακόµα και τις καλύτερες προθέσεις και σχεδιασµούς της κυβέρνησης ή τα προγράµµατα των κοµµάτων της αντιπολίτευσης;

Μήπως τελικά µια τέτοια στεγαστική πολιτική έχει ως προϋπόθεση µια ελάχιστη πολιτική συναίνεση για να καταστεί βιώσιµη; Μήπως αυτό θα αναπτέρωνε τις ελπίδες πολλών νέων ότι το πολιτικό σύστηµα στρέφεται µε σοβαρότητα στην επίλυση προβληµάτων του αύριο και όχι στην εξάντληση µιας «γεροντικής ατζέντας»; Ναι και όχι. Ναι, είναι απαραίτητη η συναίνεση για ένα τόσο κρίσιµο θεµα. Οχι, είναι αδύνατον να ευδοκιµήσουν συγκλίσεις σε ένα περιβάλλον τοξικής αντιπαράθεσης, λαϊκισµού και µικροκοµµατικών σκοπιµοτήτων. Κι όµως, αν δεν γίνει η υπέρβαση, τότε κινδυνεύουµε να γίνουµε ξένοι στο ίδιο µας το «σπίτι»…

Εφημερίδα «Κυριακάτικη Απογευματινή»