Δίκη Λιγνάδη: Συγκλονίζει η κατάθεση του 29χρονου καταγγέλλοντα

"Ήταν άδικο να πάρεις ένα 17χρονο με προβλήματα και να το εκμεταλλευτείς. Γνώρισα τον φόβο και τώρα τον παλεύω με τον ψυχολόγο μου"
15:24 - 9 Ιουλίου 2026
Δίκη Λιγνάδη στο Εφετείο: Στις 17 Ιουνίου η απόφαση για την τρίτη υπόθεση βιασμού ανηλίκου

Με ιδιαίτερη συναισθηματική φόρτιση κατέθεσε στο Μικτό Ορκωτό Εφετείο Αθηνών ένας από τους τρεις καταγγέλλοντες στην υπόθεση του ηθοποιού και σκηνοθέτη Δημήτρη Λιγνάδη. Ο 29χρονος σήμερα μάρτυρας εξήγησε πως η παρουσία του στο δικαστήριο αποτελεί μέρος της προσωπικής του προσπάθειας να δικαιωθεί για όσα βίωσε ως ανήλικος.

«Ήρθα να πω εδώ αυτό που έχω βιώσει και αυτά που έχω ζήσει. Τίποτα άλλο. Μετά τους ψυχολόγους και τις συνεδρίες, έρχομαι εδώ για να δικαιωθώ για το δικό μου κομμάτι, γιατί έχω μερίδιο ευθύνης για αυτό. Ήταν άδικο να πάρεις ένα 17χρονο με προβλήματα και να το εκμεταλλευτείς έτσι. Μου έχει στερήσει σχέσεις, επαφές, την ικανότητα να επικοινωνώ με τον κόσμο… Γνώρισα τον φόβο και τώρα τον παλεύω με τον ψυχολόγο μου», ανέφερε χαρακτηριστικά.

Η γνωριμία και οι δύσκολες συνθήκες διαβίωσης

Ο καταγγέλλων περιέγραψε ότι γνώρισε τον κατηγορούμενο το 2015, όταν ήταν ακόμη ανήλικος. Όπως είπε, αρχικά ο Δημήτρης Λιγνάδης τον είδε στην πλατεία του Αγίου Παύλου, ενώ η επικοινωνία τους ξεκίνησε αργότερα μέσω των μέσων κοινωνικής δικτύωσης, έπειτα από αίτημα φιλίας που δέχθηκε. Στη συνέχεια, σύμφωνα με την κατάθεσή του, ο κατηγορούμενος τον προσκάλεσε σε θεατρικές παραστάσεις και του γνώρισε τον καλλιτεχνικό χώρο, με αποτέλεσμα να αναπτυχθεί σταδιακά στενότερη επικοινωνία μεταξύ τους. Ο 29χρονος περιέγραψε ακόμη τις ιδιαίτερα δύσκολες συνθήκες που αντιμετώπιζε εκείνη την περίοδο.

«Ζούσαμε σε ένα σπίτι χωρίς ρεύμα και νερό. Η μητέρα μου δεν εργαζόταν, ήταν παράνομη στη χώρα. Φαγητό δεν είχαμε, ρεύμα δεν είχαμε, δεν μπορούσα να διαβάσω. Είχα να αντιμετωπίσω και το bullying στο σχολείο, ενώ η μητέρα μου δεν μπορούσε να με βοηθήσει», κατέθεσε. Όπως ανέφερε, ο κατηγορούμενος γνώριζε τις δυσκολίες που αντιμετώπιζε και του πρότεινε να μετακομίσει στο σπίτι του, ώστε να έχει, όπως του είπε, ένα ασφαλές περιβάλλον για να συνεχίσει το σχολείο του.

«Ήμασταν στο αμάξι και μου λέει: “Πώς είσαι; Σε βλέπω κάπως. Έχεις κάτι; Μπορώ να μάθω πράγματα για τη ζωή σου;”. Μέχρι εκείνη τη στιγμή δεν με είχε ρωτήσει κάποιος άλλος τι ζω. Άρχισα να του εξηγώ και εκεί ο κατηγορούμενος αντλεί πληροφορίες για το ποιος είμαι και τι ζω. Σταματάει να μιλάει για λίγο και μου λέει: “Θα μπορούσες να έρθεις να ζήσεις σε μένα”», ανέφερε.

«Δεν ήξερα τι έγινε – νόμιζα ότι έφταιγα εγώ»

Ο μάρτυρας ισχυρίστηκε ότι κατά τη διάρκεια της παραμονής του στο σπίτι του κατηγορουμένου υπήρξαν πράξεις σεξουαλικής κακοποίησης χωρίς τη συναίνεσή του. Περιγράφοντας το πρώτο περιστατικό, ανέφερε πως ο κατηγορούμενος τον ρώτησε ξαφνικά για τη σεξουαλική του ταυτότητα και στη συνέχεια, όπως είπε, τον οδήγησε βίαια στο υπνοδωμάτιο, όπου τον κακοποίησε σεξουαλικά. «Δεν καταλαβαίνω τι πρέπει να κάνω και πώς να αντιδράσω. Σαστισμένος πάω στον καναπέ να ξαπλώσω. Δεν ήξερα τι έγινε. Σκεφτόμουν μήπως, επειδή ανοίχτηκε αυτή η συζήτηση, το προκάλεσα με αυτόν τον τρόπο. Παγωμένος έπεσα για ύπνο και έφυγα. Το αφήνω και λέω “εγώ έχω κάνει το λάθος”. Λέω “μάλλον εγώ φταίω”. Γνωρίζοντας ότι έχει συμβεί αυτό και αν το συζητήσω θα βρεθώ στον δρόμο, λέω ότι αν τσακωθούμε δεν θα έχω πού να μείνω. Το κλείνω μέσα μου», κατέθεσε.

«Ήθελε να με ταπεινώσει μπροστά στον φίλο μου»

Σύμφωνα με τον καταγγέλλοντα, τα περιστατικά δεν περιορίστηκαν εκεί. Όπως υποστήριξε, σε δεύτερο περιστατικό, ενώ στο σπίτι βρίσκονταν και άλλα νεαρά άτομα, ο κατηγορούμενος μπήκε στο υπνοδωμάτιο όπου βρισκόταν μαζί με φίλο του και τον κακοποίησε σεξουαλικά. «Βρισκόμουν μαζί με έναν φίλο μου στο υπνοδωμάτιο. Ο κατηγορούμενος μπήκε μέσα και με κακοποίησε σεξουαλικά. Βρίσκομαι παραδομένος και προσπαθώ να καταλάβω τι συμβαίνει. Βγαίνοντας βλέπω τον κατηγορούμενο να στέκεται όρθιος και να γελάει…», είπε εμφανώς φορτισμένος. Σε ερώτηση της προέδρου αν τα άλλα παιδιά αντιλήφθηκαν τι συνέβη, ο μάρτυρας απάντησε: «Δεν μπορώ να το ξέρω, αν κατάλαβαν. Δεν θα μπορούσαν να τον δουν.» Όπως εξήγησε, δεν αντέδρασε εκείνη τη στιγμή. «Απομονώθηκα, δεν μίλησα. Εκείνη τη στιγμή, επειδή δεν αντέδρασε κανείς, ήταν σαν να έγινε αποδεκτό.» Ανέφερε ακόμη ότι παρέμεινε στο σπίτι του κατηγορουμένου μέχρι τον Οκτώβριο του 2015, όταν επέστρεψε στη μητέρα του.

Η κατάθεση ενώπιον του δικαστηρίου

Απαντώντας σε ερώτηση της εισαγγελέως για ποιο λόγο θεωρεί ότι ο κατηγορούμενος προχώρησε σε αυτή την πράξη παρουσία του φίλου του, ο μάρτυρας απάντησε: «Κατά την άποψή μου, έτσι έδειξε πόσο εξουσιαστικά το έκανε. Ήθελε να με ταπεινώσει μπροστά στον φίλο μου. Ήθελε να δείξει ότι “αυτό είναι δικό μου κτήμα”.» Όταν η εισαγγελέας τον ρώτησε γιατί δεν αναζήτησε εξηγήσεις από τον φίλο του, ο καταγγέλλων απάντησε: «Εγώ ένιωθα ντροπή. Αφού δεν αντέδρασε, εγώ αυτομάτως αυτό που κάνω είναι να μην ζητήσω τα ρέστα. Δεν ήθελα να έχω επικοινωνία μαζί του. Θεωρούσα ότι, ως μεγαλύτερος, θα έπρεπε να με ρωτήσει.»

Κλείνοντας την κατάθεσή του, ο μάρτυρας ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος διατηρούσε επαφές με αρκετούς ανήλικους και νεαρούς, τους οποίους, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του, καλούσε συχνά είτε στο σπίτι του είτε σε εξόδους.