Μια μικρή διαφοροποίηση στις ώρες έναρξης των σχολείων θα μπορούσε, υπό συγκεκριμένες συνθήκες, να συμβάλει στη μείωση της πρωινής κυκλοφοριακής συμφόρησης στις πόλεις. Αυτό προκύπτει από νέα μελέτη ερευνητών του Πανεπιστημίου Κύπρου, η οποία εξετάζει τον τρόπο με τον οποίο οι σχολικές μετακινήσεις επηρεάζουν την καθημερινή λειτουργία του οδικού δικτύου.
Η έρευνα, των Αντώνιου Γεωργαντά, Στέλιου Τιμοθέου και Χρίστου Γ. Παναγιώτου, από το Κέντρο Αριστείας για Έρευνα και Καινοτομία «Κοίος» του Πανεπιστημίου Κύπρου, έχει υποβληθεί προς δημοσίευση στο επιστημονικό περιοδικό Transportation Research Part C: Emerging Technologies.
Στο επίκεντρο βρίσκεται ένα ιδιαίτερα γνώριμο φαινόμενο στις σύγχρονες πόλεις: τις πρωινές ώρες, μεγάλο μέρος του πληθυσμού μετακινείται ταυτόχρονα προς τους χώρους εργασίας, ενώ χιλιάδες γονείς πραγματοποιούν μια επιπλέον στάση για να αφήσουν τα παιδιά τους στο σχολείο.
Πώς τα σχολικά ωράρια επιβαρύνουν την πρωινή κίνηση
Όταν πολλά σχολεία ξεκινούν την ίδια ώρα, οι μετακινήσεις μαθητών και γονέων συγκεντρώνονται σε ένα ιδιαίτερα περιορισμένο χρονικό διάστημα. Οι γονείς που μεταφέρουν τα παιδιά τους στο σχολείο συνεχίζουν στη συνέχεια προς την εργασία τους, με αποτέλεσμα να συναντώνται στο οδικό δίκτυο με τους υπόλοιπους εργαζόμενους που πραγματοποιούν την ίδια διαδρομή.
Έτσι δημιουργείται ένα είδος «αλυσιδωτής» πρωινής αιχμής, καθώς η σχολική μετακίνηση προστίθεται στην ήδη αυξημένη ροή προς τους χώρους εργασίας.
Το πρόβλημα γίνεται ακόμη εντονότερο επειδή οι σχολικές ώρες λειτουργούν ως σταθερός χρονικός περιορισμός. Ακόμη και εργαζόμενοι που διαθέτουν ελαστικό ωράριο δεν έχουν πάντα τη δυνατότητα να μεταθέσουν τη μετακίνησή τους, καθώς πρέπει πρώτα να εξασφαλίσουν την έγκαιρη άφιξη των παιδιών στο σχολείο.
Τι δείχνουν προηγούμενες έρευνες
Η μελέτη των ερευνητών του Πανεπιστημίου Κύπρου βασίζεται και σε προηγούμενα ευρήματα που αναδεικνύουν τον ρόλο των σχολείων στην κυκλοφοριακή συμφόρηση.
Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα του Πεκίνου, όπου έχει καταγραφεί ότι κατά τις εργάσιμες ημέρες των σχολικών διακοπών ο δείκτης κυκλοφοριακής συμφόρησης ήταν περίπου 20% χαμηλότερος σε σχέση με τις περιόδους κατά τις οποίες λειτουργούσαν τα σχολεία.
Παράλληλα, άλλη έρευνα που επικαλούνται οι συγγραφείς έχει καταγράψει αύξηση κατά 4,5% της πιθανότητας εμφάνισης συμφόρησης όταν τα σχολεία ξεκινούν ταυτόχρονα.
Τα στοιχεία αυτά δεν αποδεικνύουν από μόνα τους ότι η αλλαγή του σχολικού ωραρίου αποτελεί λύση για κάθε πόλη, καταδεικνύουν όμως ότι οι σχολικές μετακινήσεις αποτελούν υπολογίσιμο παράγοντα στον συνολικό κυκλοφοριακό σχεδιασμό.
Η προσομοίωση με 50 σχολεία
Για να εξετάσουν την υπόθεσή τους, οι ερευνητές ανέπτυξαν ένα μαθηματικό μοντέλο βελτιστοποίησης και το δοκίμασαν σε ένα προσομοιωμένο αστικό περιβάλλον.
Το δίκτυο περιλάμβανε 50 σχολεία, τα οποία βρίσκονταν τόσο στο κέντρο όσο και στην περιφέρεια της υποθετικής πόλης. Στόχος ήταν να διαπιστωθεί εάν η διαφοροποίηση των ωρών έναρξης μπορούσε να κατανείμει καλύτερα στον χρόνο τις μετακινήσεις και, κατά συνέπεια, να περιορίσει την πίεση στο οδικό δίκτυο.
Τα αποτελέσματα της προσομοίωσης έδειξαν ότι όσο μεγαλύτερη ήταν η δυνατότητα διαφοροποίησης των σχολικών ωραρίων, τόσο μειωνόταν ο συνολικός χρόνος παραμονής των οχημάτων στο οδικό δίκτυο.
Το μοντέλο δεν αντιμετώπισε όλα τα σχολεία με τον ίδιο τρόπο. Αντίθετα, κατένειμε τις αλλαγές ανάλογα με τις ανάγκες του δικτύου. Έτσι, ορισμένα σχολεία ξεκινούσαν νωρίτερα, άλλα αργότερα, ενώ άλλα διατηρούσαν την αρχική ώρα έναρξης.
Το σενάριο των 12 λεπτών
Το πιο χαρακτηριστικό αποτέλεσμα προέκυψε σε ένα σενάριο όπου επιτρεπόταν συνολική μεταβολή 600 λεπτών στις ώρες έναρξης των 50 σχολείων.
Σε αυτή την περίπτωση, το μοντέλο βελτιστοποίησης κατέγραψε μείωση κατά 17,20% του συνολικού χρόνου που περνούσαν τα οχήματα στο οδικό δίκτυο, σε σύγκριση με το σενάριο στο οποίο δεν γινόταν καμία αλλαγή στα σχολικά ωράρια.
Τα 600 λεπτά αντιστοιχούν σε μέση μεταβολή περίπου 12 λεπτών ανά σχολείο.
Το στοιχείο αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό, καθώς δείχνει ότι η έρευνα δεν εξετάζει μια ριζική αλλαγή του εκπαιδευτικού προγράμματος ή μια γενικευμένη μετατόπιση όλων των σχολικών ωραρίων, αλλά τη δυνατότητα μικρών και στοχευμένων χρονικών προσαρμογών.
Δεν σημαίνει ότι κάθε πόλη θα μειώσει την κίνηση κατά 17,2%
Οι ίδιοι οι ερευνητές επισημαίνουν, ωστόσο, ότι τα αποτελέσματα χρειάζονται προσεκτική ερμηνεία.
Η μείωση 17,2% δεν σημαίνει ότι εάν σε μια πραγματική πόλη μετακινηθούν κατά 12 λεπτά οι ώρες έναρξης των σχολείων, η κυκλοφορία θα μειωθεί αυτομάτως κατά το ίδιο ποσοστό.
Το συγκεκριμένο αποτέλεσμα προέκυψε από προσομοίωση σε συνθετικό οδικό δίκτυο και εξαρτάται από τις παραμέτρους και τις παραδοχές του μαθηματικού μοντέλου. Οι πραγματικές πόλεις έχουν διαφορετική πολεοδομική δομή, διαφορετικές αποστάσεις, μέσα μεταφοράς, κυκλοφοριακούς φόρτους και συνήθειες μετακίνησης.
Επομένως, το 17,2% αποτελεί αποτέλεσμα του συγκεκριμένου πειραματικού σεναρίου και όχι πρόβλεψη για το τι θα συμβεί σε οποιαδήποτε πραγματική πόλη.
Η ώρα έναρξης ως εργαλείο κυκλοφοριακού σχεδιασμού
Η βασική αξία της έρευνας βρίσκεται περισσότερο στη διαπίστωση ότι το σχολικό ωράριο μπορεί να αντιμετωπιστεί ως μεταβλητή του κυκλοφοριακού σχεδιασμού.
Μέχρι σήμερα, οι παρεμβάσεις για την αντιμετώπιση της πρωινής συμφόρησης επικεντρώνονται συνήθως στην κατασκευή ή αναβάθμιση υποδομών, στη διαχείριση της κυκλοφορίας, στα μέσα μαζικής μεταφοράς και στην ενθάρρυνση εναλλακτικών τρόπων μετακίνησης.
Η συγκεκριμένη προσέγγιση προσθέτει έναν ακόμη παράγοντα: τη χρονική κατανομή των σχολικών μετακινήσεων.
Η λογική είναι ότι δεν χρειάζεται απαραίτητα να μειωθεί ο αριθμός των μετακινήσεων. Μπορεί να είναι αρκετό, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, να μην πραγματοποιούνται όλες ταυτόχρονα.
Με αυτόν τον τρόπο, η πρωινή αιχμή μπορεί να «απλωθεί» σε μεγαλύτερο χρονικό διάστημα και να μειωθεί η πίεση που ασκείται στο οδικό δίκτυο.
Οι ερευνητές εκτιμούν ότι το προτεινόμενο πλαίσιο θα μπορούσε να αξιοποιηθεί από τις αρμόδιες αρχές ως εργαλείο αξιολόγησης διαφορετικών σεναρίων κυκλοφοριακής διαχείρισης.
Μέσω αντίστοιχων μοντέλων θα μπορούσε να εξεταστεί, για παράδειγμα, ποια σχολεία θα ήταν προτιμότερο να ξεκινούν νωρίτερα ή αργότερα, ποιες περιοχές εμφανίζουν μεγαλύτερη κυκλοφοριακή πίεση και ποιες χρονικές μετατοπίσεις θα μπορούσαν να αποφέρουν το μεγαλύτερο όφελος.
Η προσέγγιση αυτή θα μπορούσε να συνδυαστεί και με άλλα δεδομένα, όπως η πυκνότητα του πληθυσμού, οι αποστάσεις από τα σχολεία, οι διαδρομές προς τους χώρους εργασίας, η χρήση των μέσων μαζικής μεταφοράς και οι τοπικές κυκλοφοριακές συνθήκες.
Σε κάθε περίπτωση, η μελέτη δεν υποστηρίζει ότι μια αλλαγή λίγων λεπτών αποτελεί από μόνη της λύση στο κυκλοφοριακό. Αναδεικνύει, όμως, ότι ακόμη και περιορισμένη ευελιξία στα σχολικά ωράρια μπορεί να αποτελέσει χρήσιμο εργαλείο διαχείρισης της πρωινής κυκλοφορίας, όταν σχεδιάζεται με βάση τις πραγματικές ανάγκες ενός οδικού δικτύου.
Το βασικό συμπέρασμα είναι ότι η ώρα έναρξης των σχολείων δεν αποτελεί μόνο εκπαιδευτική ή οργανωτική επιλογή, αλλά μπορεί να επηρεάζει άμεσα το πότε και πώς συγκεντρώνονται οι μετακινήσεις μέσα στην πόλη. Για τον λόγο αυτό, οι ερευνητές προτείνουν να εξετάζεται ως μέρος ενός ευρύτερου, ολοκληρωμένου σχεδιασμού για την αντιμετώπιση της κυκλοφοριακής συμφόρησης.







