Η αλματώδης κλιμάκωση της νεανικής παραβατικότητας και η ποιοτική μεταστοιχείωσή της σε μορφές σκληρής, συμμοριακής βίας επαναφέρουν πιεστικά στο προσκήνιο το διαρκές δογματικό δίλημμα μεταξύ καταστολής και πρόληψης. Η πρόσφατη νομοθετική τάση για συστηματική αυστηροποίηση των ποινικών κυρώσεων, τη διεύρυνση της ποινικής ευθύνης των γονέων και την αυστηρότερη δικονομική μεταχείριση των ανηλίκων αντικατοπτρίζει μια αντανακλαστική ανάγκη της πολιτείας για άμεση εμπέδωση του αισθήματος δημόσιας ασφάλειας. Ωστόσο, η αμιγώς κατασταλτική προσέγγιση προσκρούει στις θεμελιώδεις δικαιοκρατικές παραδοχές του ειδικού ποινικού δικαίου ανηλίκων.
Στο ελληνικό δικαιικό σύστημα το δίκαιο της ανηλικότητας διέπεται σταθερά από την υπεροχή των αναμορφωτικών και θεραπευτικών μέτρων, με τον ποινικό σωφρονισμό να διατηρεί αυστηρά επικουρικό, εξαιρετικό και έσχατο χαρακτήρα. Η σταδιακή υποκατάσταση της παιδαγωγικής μεταχείρισης από μια λογική γενικής πρόληψης και παραδειγματικού εκφοβισμού εγκυμονεί σοβαρούς κινδύνους θεσμικού εγκλωβισμού του ανηλίκου. Η πρώιμη επαφή με το αυστηρό κατασταλτικό περιβάλλον ή τον εγκλεισμό σπάνια λειτουργεί αποτρεπτικά· τουναντίον, επιτείνει τον κοινωνικό στιγματισμό, αδρανοποιεί τους μηχανισμούς κοινωνικής προσαρμογής και τροφοδοτεί τη δευτερογενή εγκληματικότητα.
Παράλληλα, η ποινικοποίηση της παραμέλησης εποπτείας, αν και νομικά θεμιτή ως μέσο εγρήγορσης της οικογένειας, δεν μπορεί να υποκαταστήσει την απουσία οργανωμένων κοινωνικών δομών. Ο δικαστής ανηλίκων καλείται συχνά να καλύψει δυσβάσταχτα θεσμικά κενά, ελλείψει επαρκώς στελεχωμένων Υπηρεσιών Επιμελητών Ανηλίκων, εξειδικευμένων δομών ψυχοκοινωνικής υποστήριξης και ουσιαστικών διαύλων επικοινωνίας με τη σχολική κοινότητα. Η έλλειψη αυτών των υποστηρικτικών δικτύων μετατρέπει την ποινική δίωξη σε μια μονοδιάστατη λύση ανάγκης, η οποία αποτυγχάνει να αγγίξει τις βαθύτερες κοινωνιογενείς και οικογενειακές αιτίες που γεννούν την παραβατική συμπεριφορά των νέων ανθρώπων.
Η αποτελεσματική αντιμετώπιση του φαινομένου απαιτεί την άμεση υπέρβαση της αποσπασματικής νομοθετικής γυμναστικής και την ουσιαστική επιστροφή στην ουσία του δικαιικού μας πολιτισμού. Η δικαιοσύνη ανηλίκων οφείλει να παραμείνει ένας μηχανισμός αμιγώς αποκαταστατικός, παιδαγωγικός και επανεντακτικός.
Η αυστηροποίηση των νόμων προσφέρει αναμφίβολα μια πρόσκαιρη επικοινωνιακή εκτόνωση, αλλά η πραγματική αντεγκληματική πολιτική κρίνεται στην έγκαιρη διαγνωστική παρέμβαση, την ενίσχυση της οικογένειας, την προστασία του σχολικού περιβάλλοντος και την ουσιαστική μέριμνα της τοπικής κοινότητας. Η συστηματική επένδυση στην πρόληψη, τη δικαιοσύνη και την παιδεία αποτελεί τη μόνη βιώσιμη θεσμική επιλογή της πολιτείας για το μέλλον.
Αυτήν τη στιγμή οι φυλακές ανηλίκων και τα συναφή ιδρύματα φιλοξενούν τον μεγαλύτερο πληθυσμό από ποτέ. Πρέπει να γίνει κατανοητό ότι η αντιμετώπιση της νεανικής παραβατικότητας δεν κρίνεται από την ένταση της καταστολής αλλά από την ποιότητα της πρόληψης. Η αυστηροποίηση των ποινών μπορεί να προσφέρει μια πρόσκαιρη αίσθηση δικαίου, αλλά μόνο όταν η πολιτεία αντιμετωπίσει τις γενεσιουργές αιτίες του φαινομένου θα μπορέσει να εγγυηθεί ένα ασφαλές μέλλον για τους νέους και την κοινωνία.
*Ο κ. Σιδέρης είναι δικηγόρος
Εφημερίδα Απογευματινή








