Στην εποχή της ψηφιακής επικοινωνίας και της προβολής μιας ψηφιακής εικόνας του εαυτού, γεννιέται το ερώτημα κατά πόσον αυτή η «εικόνα», αυτός ο ψηφιακός εαυτός -σύμφωνα με έναν αποδεκτό πλέον νεολογισμό- κερδίζει έδαφος εις βάρος του πραγματικού. Και καθώς τίθεται ένα θέμα εννοιολόγησης των δύο όρων, όλοι καταλαβαίνουν ότι ο μεν πραγματικός εαυτός αντιπροσωπεύει ό,τι είμαστε σε επίπεδο σκέψεων, συναισθημάτων, πεποιθήσεων, εμπειριών, ο δε ψηφιακός είναι μία persona την οποία προβάλλουμε, είτε ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα είτε αποτελεί μία τεχνητή κατασκευή που εξυπηρετεί διαφόρους σκοπούς.
Όμως, λόγω της ταχύτητας με την οποία τείνει να επικρατήσει η εκδοχή του ψηφιακού εαυτού, αρχίζουμε να αφομοιωνόμαστε ολοένα και περισσότερο από αυτόν, κυρίως επειδή αφιερώνουμε πολύ χρόνο στην ψηφιακή επικοινωνία, αλλά και διότι μας «προστατεύει» -όπως πιστεύουμε- από την έκθεση του αληθινού εαυτού, μας βολεύει να κρύβουμε τις ατέλειές μας, να εκφραζόμαστε ελεύθερα, να αποκτούμε αναγνωρισιμότητα, και γενικά να προσελκύουμε εύκολα την προσοχή. Πολύ συχνά στην καθημερινότητά μας μετατοπίζουμε την εστίαση του ενδιαφέροντος από την πραγματική μας ύπαρξη, με τις διάφορες ανάγκες της, στο περιεχόμενο του κινητού ως μία προέκταση της προσωπικότητάς μας.
Ωστόσο, μία αβίαστη καταδίκη της μετοχής στον ψηφιακό κόσμο μοιάζει με την υποκριτική συμπεριφορά, κατά την οποία αυτό που καταδικάζουμε, αργά ή γρήγορα το υιοθετούμε απενοχοποιημένα. Σύμφωνα με τον ψυχίατρο Δημήτρη Καραγιάννη: «Αυτός είναι ο κλασικός τρόπος της συμβατικής ηθικής: Πρώτα καταδικάζει, μετά συμβιβάζεται και τελικά υιοθετεί εκείνο που προηγουμένως είχε απορρίψει. Σήμερα παρατηρούμε το φαινόμενο του ψηφιακού εαυτού. Το ερώτημα είναι κατά πόσον εμπλουτίζει τον πραγματικό εαυτό ή λειτουργεί αποκομμένος από αυτόν» («Το αίνιγμα της ανθρώπινης ύπαρξης», εκδ. Αρμός, 2026).
Αυτός ο προβληματισμός για τα όρια ανάμεσα στον πραγματικό και τον ψηφιακό εαυτό απαντάται σε όλα τα μήκη και τα πλάτη του πλανήτη, όπου η παγκοσμιοποίηση συνοδεύεται από την κυριαρχία του ψηφιακού κόσμου. Ο Αμερικανός δημοσιογράφος, Κρις Χέιζ, επισημαίνει: «Ίσως υπάρχουν πολλαπλοί εαυτοί, που θέλουν διαφορετικά πράγματα -ένας εαυτός που θέλει να διαβάσει, ένας εαυτός που θέλει να σκρολάρει. Υπάρχει μια ένταση εδώ, ανάμεσα σε διαφορετικές πλευρές του εαυτού, οι οποίες είναι δύσκολο να συμφιλιωθούν. Όπως συμβαίνει συχνά, οι αποκαλυμμένες προτιμήσεις μας είναι διαφορετικές από τις διακηρυγμένες. Και ποιος μπορεί να πει ποια είναι η αληθινή, πραγματική επιθυμία μας;» («Το κάλεσμα της Σειρήνας», εκδ. Πεδίο, 2026).
Σίγουρα η όλη κατάσταση αποτελεί μία πρόκληση, μία σχοινοβασία σε μονοπάτια υπέροχα κι επικίνδυνα. Γι’ αυτό και ίσως θα ταίριαζε η σκέψη του Κωνσταντίνου Καβάφη από το ποίημα «Τα επικίνδυνα»: «Όταν θέλω -και θα ’χω θέλησι, δυναμωμένος ως θά ’μαι με θεωρία και μελέτη- στες κρίσιμες στιγμές θα ξαναβρίσκω το πνεύμα μου, σαν πριν, ασκητικό». Κάπου ανάμεσα στον πραγματικό και τον ψηφιακό εαυτό, ίσως τελικά να βρίσκεται η λύση: ως θέληση για ένα πνεύμα δυνατό, ασκητικό και ελεύθερο.
Η κυρία Χατζόγλου είναι διδάκτωρ φιλολογίας του ΕΚΠΑ, συγγραφέας και καθηγήτρια στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση
Εφημερίδα Απογευματινή








