Η µεταφορά δικαστηριακής ύλης στους δικηγόρους και τους συµβολαιογράφους, που άρχισε να εφαρµόζεται από το 2024 και µετά, αποτελεί µία από τις σηµαντικότερες αλλαγές των τελευταίων ετών, στον τρόπο διεκπεραίωσης συγκεκριµένων νοµικών διαδικασιών. Στο πεδίο της µεταρρύθµισης εντάχθηκαν, µεταξύ άλλων, τα κληρονοµητήρια, οι αποδοχές και αποποιήσεις κληρονοµιάς, οι εγγραφές και εξαλείψεις συναινετικών προσηµειώσεων υποθήκης, οι ένορκες βεβαιώσεις, καθώς και ο προέλεγχος για την εγγραφή ή τροποποίηση καταστατικού σωµατείου.
Η λογική του νοµοθέτη ήταν οι διαδικασίες, στις οποίες δεν υπάρχει ουσιαστική αντιδικία, να µπορούν να ολοκληρώνονται από δικηγόρους, ώστε οι δικαστές και οι δικαστικοί υπάλληλοι να απαλλαγούν από µέρος του διοικητικού και διαδικαστικού φόρτου που καθηµερινά επιβάρυνε τους δικαστικούς σχηµατισµούς της χώρας. Οπως εξηγούν νοµικοί κύκλοι στην «Κυριακάτικη Απογευµατινή», ο πυρήνας της µεταρρύθµισης δεν είναι λάθος, ωστόσο ταυτόχρονα έχει οδηγήσει σε υπέρµετρη αύξηση του κόστους για τον πολίτη, ο οποίος ναι µεν µπορεί να κερδίζει χρόνο, αλλά βάζει γερά το χέρι στην τσέπη ως αντάλλαγµα.
Το γραµµάτιο
Ενδεικτικό και ίσως πιο χαρακτηριστικό παράδειγµα είναι οι ένορκες βεβαιώσεις. Πριν από τις αλλαγές και την κατάργηση των Ειρηνοδικείων, µπορούσε ένας πολίτης να πάρει τον µάρτυρά του και να πάει στο δικαστήριο για τη βεβαίωση, πληρώνοντας µόνο πέντε ευρώ σε µεγαρόσηµα. Πλέον, για να έχει νοµική ισχύ το συγκεκριµένο έγγραφο θεσµοθετήθηκε υποχρεωτικό γραµµάτιο παράστασης για τον δικηγόρο ύψους 75 ευρώ, το οποίο προστίθεται στο τελικό κόστος είτε ένας πολίτης πάει σε δικηγόρο ή σε συµβολαιογράφο, ο οποίος χρεώνει το δικό του πάγιο τέλος 40 µε 50 ευρώ, συν τις σελίδες. Ουδείς µπορεί να προσπεράσει το γεγονός ότι η µεταφορά της δικηγορικής ύλης έχει ένα σαφές πλεονέκτηµα τη µείωση του χρόνου διεκπεραίωσης αυτών των διαδικασιών και την ελάφρυνση των πινακίων των δικαστηρίων.
Κι αυτός, καθώς µία διαδικασία που προηγουµένως µπορούσε να παραµένει σε αναµονή για µήνες, εξαιτίας του φόρτου ενός δικαστηρίου, µπορεί πλέον να ολοκληρώνεται σε πολύ µικρότερο χρονικό διάστηµα, όταν ο φάκελος είναι πλήρης και πληρούνται οι νόµιµες προϋποθέσεις. Το ίδιο το υπουργείο ∆ικαιοσύνης έχει υποστηρίξει ότι η µεταφορά ύλης επιδιώκει την άµεση και αποτελεσµατική ολοκλήρωση νοµικών ενεργειών και, κατ’ επέκταση, την επιτάχυνση της απονοµής της δικαιοσύνης.
Ωστόσο, η επιτάχυνση δεν σηµαίνει αυτοµάτως και µείωση του συνολικού κόστους για τον πολίτη. Σηµαίνει στην πράξη ακριβώς το αντίθετο. Η µεταφορά της διαδικασίας στον δικηγόρο συνεπάγεται σε ορισµένες περιπτώσεις νέα υποχρεωτική αποζηµίωση, πέρα από τα υπόλοιπα έξοδα και την αµοιβή του δικηγόρου που ήδη χειρίζεται την υπόθεση.
∆ύο όψεις
Χαρακτηριστικό παράδειγµα αποτελούν τα κληρονοµητήρια και οι συναινετικές προσηµειώσεις. Με την υπουργική απόφαση, που καθόρισε το σύστηµα αποζηµίωσης, προβλέφθηκε αποζηµίωση 200 ευρώ για τα κληρονοµητήρια, 160 ευρώ για τις εγγραφές ή εξαλείψεις προσηµειώσεων και 120 ευρώ για την επεξεργασία φακέλου σωµατείου. Η αποζηµίωση καταβάλλεται από τον πολίτη στον οικείο ∆ικηγορικό Σύλλογο µέσω ειδικού γραµµατίου προκαταβολής.
Ο αντίλογος σε αυτό είναι πως ενδεχοµένως και ο χρόνος έχει οικονοµική αξία. Για παράδειγµα, µία προσηµείωση συνδέεται συχνά µε χρηµατοδότηση, ακίνητα και τραπεζικές διαδικασίες. Μία καθυστέρηση µπορεί να επηρεάσει µία συναλλαγή ή την εκταµίευση ενός δανείου. Αντίστοιχα, ένα κληρονοµητήριο µπορεί να είναι απαραίτητο για την αξιοποίηση ή µεταβίβαση περιουσιακών στοιχείων. Σε τέτοιες περιπτώσεις, το πρόσθετο κόστος δεν πρέπει να εξετάζεται αποµονωµένα από το οικονοµικό κόστος της αναµονής.
Συνεπώς, η µεταφορά της ύλης έχει δύο διαφορετικές όψεις.
Από τη µία πλευρά περιορίζει τον φόρτο των δικαστηρίων και µπορεί να επιταχύνει σηµαντικά την ολοκλήρωση διαδικασιών χωρίς αντιδικία. Από την άλλη, µεταφέρει µέρος του κόστους της διαδικασίας στον πολίτη, ο οποίος καλείται να καταβάλει τις προβλεπόµενες αποζηµιώσεις και αµοιβές για τη νέα δικηγορική διαδικασία.
Το κρίσιµο, εποµένως, δεν είναι µόνο αν η διαδικασία έγινε ταχύτερη, αλλά αν η σχέση χρόνου, κόστους και ασφάλειας δικαίου είναι τελικά καλύτερη για τον πολίτη. Η απάντηση µπορεί να διαφέρει ανάλογα µε την υπόθεση. Για κάποιον που χρειάζεται άµεσα ένα κληρονοµητήριο ή την εξάλειψη µιας προσηµείωσης, η εξοικονόµηση χρόνου µπορεί να έχει σηµαντική οικονοµική αξία. Για κάποιον που δεν αντιµετωπίζει χρονική πίεση, το πρόσθετο υποχρεωτικό κόστος είναι πιο εµφανές.
Η µεταρρύθµιση, εποµένως, δεν πρέπει να αξιολογείται µόνο µε βάση τον αριθµό των υποθέσεων που έφυγαν από τα δικαστήρια αλλά και µε τον οικονοµικό της αντίκτυπο στις τσέπες των πολιτών.
Κυριακάτικη Απογευματινή











