Call centers στην Αλβανία “ξάφριζαν” θύματα σε όλη την Ευρώπη – Στα 50 εκατ. η ζημία

Με εταιρική δομή, εκατοντάδες εργαζομένους και ψεύτικες επενδυτικές πλατφόρμες, το δίκτυο εξαπατούσε θύματα σε Ευρώπη, Καναδά και Βρετανία
16:51 - 29 Απριλίου 2026
Call centers στην Αλβανία

Εγκληματικό δίκτυο με εταιρική δομή, εκατοντάδες εργαζομένους και αντικείμενο διαδικτυακές επενδυτικές απάτες εξαρθρώθηκε έπειτα από συντονισμένη έρευνα των Αρχών της Αυστρίας και της Αλβανίας, με τη στήριξη της Europol και της Eurojust. Η επιχείρηση, η οποία διήρκεσε περισσότερα από δύο χρόνια, οδήγησε στη σύλληψη δέκα ατόμων, σε εφόδους σε πολλαπλές εγκαταστάσεις και στην κατάσχεση σχεδόν 900.000 ευρώ σε μετρητά.

Σύμφωνα με τις Αρχές, το δίκτυο φέρεται να διαχειριζόταν σειρά call centers στα Τίρανα, μέσω των οποίων εξαπατούσε πολίτες σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες αλλά και εκτός Ευρώπης. Η συνολική οικονομική ζημία εκτιμάται ότι ξεπερνά τα 50 εκατ. ευρώ.

Πώς προσέγγιζαν τα θύματα

Τα θύματα προσελκύονταν σε φαινομενικά νόμιμες διαδικτυακές επενδυτικές πλατφόρμες, κυρίως μέσω παραπλανητικών διαφημίσεων στα social media ή αναζητήσεων στο Διαδίκτυο. Οι δράστες τα δελέαζαν με υποσχέσεις για υψηλές αποδόσεις και γρήγορα κέρδη. Μετά την αρχική εγγραφή, τα θύματα ανατίθεντο σε λεγόμενους «agents», οι οποίοι παρουσιάζονταν ως επενδυτικοί σύμβουλοι ή χρηματιστές. Οι «σύμβουλοι» αυτοί διατηρούσαν επαφή μαζί τους για μεγάλα χρονικά διαστήματα, χτίζοντας σχέση εμπιστοσύνης και ασκώντας σταδιακά πίεση ώστε να επενδύσουν ολοένα και μεγαλύτερα ποσά.

Σε αρκετές περιπτώσεις, χρησιμοποιούσαν λογισμικό απομακρυσμένης πρόσβασης, αποκτώντας πλήρη έλεγχο στις ηλεκτρονικές συσκευές των θυμάτων. Με αυτόν τον τρόπο μπορούσαν να καθοδηγούν τις κινήσεις τους ή να παρεμβαίνουν απευθείας στους λογαριασμούς τους.

Στην πραγματικότητα, τα χρήματα δεν επενδύονταν ποτέ. Αντίθετα, διοχετεύονταν σε ένα σύνθετο διεθνές σύστημα ξεπλύματος χρήματος και κατέληγαν στα χέρια της εγκληματικής οργάνωσης.

Call centers οργανωμένα σαν νόμιμες επιχειρήσεις

Η οργάνωση των call centers παρέπεμπε σε κανονική εταιρεία. Οι εργαζόμενοι ήταν χωρισμένοι σε ομάδες έξι έως οκτώ ατόμων, με κάθε ομάδα να εξειδικεύεται σε συγκεκριμένη γλώσσα και αγορά. Μεταξύ των γλωσσών που χρησιμοποιούνταν ήταν τα γερμανικά, τα αγγλικά, τα ιταλικά, τα ελληνικά και τα ισπανικά.

Η γλωσσική οικειότητα αποτελούσε βασικό εργαλείο εξαπάτησης, καθώς βοηθούσε τους δράστες να κερδίσουν την εμπιστοσύνη των θυμάτων και να παρουσιάσουν τις ψεύτικες επενδυτικές ευκαιρίες ως αξιόπιστες. Η κλίμακα του δικτύου ήταν μεγάλη. Σύμφωνα με τα στοιχεία της έρευνας, στα call centers απασχολούνταν έως και 450 εργαζόμενοι, κατανεμημένοι σε διαφορετικά τμήματα, όπως η προσέλκυση νέων πελατών, η διατήρηση υφιστάμενων «επενδυτών», η διοίκηση, τα οικονομικά, η πληροφορική και το ανθρώπινο δυναμικό.

Κάθε ομάδα είχε επικεφαλής που επέβλεπε την καθημερινή λειτουργία, ενώ σε κάθε call center υπήρχε μάνατζερ που συντόνιζε τους επιμέρους υπευθύνους. Οι εργαζόμενοι φέρονται να λάμβαναν μηνιαίο μισθό περίπου 800 ευρώ, καθώς και προμήθειες για κάθε επιτυχημένο «συμβόλαιο», οι οποίες καταβάλλονταν τόσο σε μετρητά όσο και μέσω τραπεζικών συναλλαγών.

Το «δεύτερο χτύπημα» στα ίδια θύματα

Οι δράστες δεν περιορίζονταν στην αρχική απάτη. Σε αρκετές περιπτώσεις επαναπροσέγγιζαν άτομα που είχαν ήδη χάσει χρήματα, εμφανιζόμενοι αυτή τη φορά ως ειδικοί που μπορούσαν δήθεν να βοηθήσουν στην ανάκτηση των χαμένων κεφαλαίων.

Τα θύματα καλούνταν να ανοίξουν λογαριασμούς σε πλατφόρμες κρυπτονομισμάτων και να καταθέσουν αρχικά 500 ευρώ. Οι χειριστές, χρησιμοποιώντας ψευδώνυμα και ανώνυμους λογαριασμούς, επιχειρούσαν έτσι να τα εξαπατήσουν για δεύτερη φορά.

Η έρευνα και η συντονισμένη επιχείρηση

Η υπόθεση άρχισε να ερευνάται από τις αυστριακές Αρχές τον Ιούνιο του 2023, όταν εντοπίστηκε μεγάλος αριθμός θυμάτων στη Βιέννη. Τον Απρίλιο του 2024, οι αυστριακές Αρχές, μέσω της Europol, ζήτησαν τη συνδρομή των αλβανικών Αρχών για συγκεκριμένη διεύθυνση IP, η οποία φαινόταν να χρησιμοποιείται από δράστες που βρίσκονταν στην Αλβανία.

Μετά το αίτημα αυτό, οι αλβανικές Αρχές ξεκίνησαν ποινική έρευνα, ενώ με τη στήριξη της Eurojust συγκροτήθηκε κοινή ερευνητική ομάδα.

Η συντονισμένη επιχείρηση πραγματοποιήθηκε στις 17 Απριλίου 2026. Κατά τις εφόδους στα Τίρανα συνελήφθησαν δέκα άτομα, ενώ πραγματοποιήθηκαν έρευνες σε τρία call centers και εννέα ιδιωτικές κατοικίες.

Οι Αρχές κατέσχεσαν:

  • 891.735 ευρώ σε μετρητά
  • 443 υπολογιστές
  • 238 κινητά τηλέφωνα
  • 6 φορητούς υπολογιστές
  • διάφορα αποθηκευτικά μέσα

Θύματα της απάτης έχουν εντοπιστεί σε πολλές χώρες, μεταξύ των οποίων η Ιταλία, η Γερμανία, η Ελλάδα, η Ισπανία, ο Καναδάς και η Βρετανία.

Η αποξήλωση της τεχνολογικής υποδομής του δικτύου και η ανάλυση των κατασχεθέντων δεδομένων αναμένεται να δώσουν στις Αρχές περαιτέρω στοιχεία για τη δράση, τη δομή και τις διασυνδέσεις της εγκληματικής οργάνωσης.