Ένα πρόσφατο συμβάν στη Σιγκαπούρη προκάλεσε δημόσια συζήτηση. Οδηγός ταξί ανάρτησε πινακίδα ζητώντας από επιβάτες κινεζικής καταγωγής να του μιλούν μόνο στα κινεζικά. Οι αρμόδιες υπηρεσίες αντέδρασαν άμεσα, θέτοντάς τον σε αναστολή. Ωστόσο, το ουσιαστικό ζήτημα δεν είναι η πειθαρχική κύρωση αλλά η απήχηση που είχε η πράξη του. Χιλιάδες επιδοκιμασίες σε ψηφιακές πλατφόρμες μέσα σε λίγες ώρες έδειξαν ότι η στάση αυτή δεν ήταν περιθωριακή.
Η Σιγκαπούρη έχει οικοδομήσει διεθνώς μια φήμη ευταξίας, αρμονίας και πολυπολιτισμικής συνύπαρξης. Κινέζοι, Μαλαισιανοί, Ινδοί και άλλες κοινότητες συνυπάρχουν σε ένα πλαίσιο που προβάλλεται ως επιτυχημένο πρότυπο. Η αγγλική γλώσσα ως επίσημη του κράτους λειτουργεί ως κοινός διοικητικός και εκπαιδευτικός κώδικας. Ακριβώς για να εξασφαλίζεται ισορροπία ανάμεσα σε διαφορετικές ρίζες. Κι όμως, το περιστατικό αυτό αποκάλυψε ότι κάτω από την επιφάνεια της αρμονίας υπάρχουν εντάσεις.
Η απαίτηση ενός επαγγελματία να καθορίζει τη γλώσσα που θα χρησιμοποιήσει ο πελάτης του δεν συνιστά απλώς προσωπική επιλογή. Φανερώνει μια λογική αποκλεισμού, την ιδέα ότι ο δημόσιος χώρος ανήκει πρωτίστως σε όσους μοιράζονται κοινή πολιτισμική αναφορά. Σε μια κοινωνία που στηρίζεται στη συνεργασία εθνοτικών ομάδων, τέτοιες συμπεριφορές υπονομεύουν τη βασική συμφωνία συμβίωσης.
Η εσωτερικότητα των κρατών δεν εκφράζεται μόνο μέσω περιορισμών στη μετανάστευση ή στους αυστηρούς συνοριακούς ελέγχους. Εκδηλώνεται και με καθημερινές συμπεριφορές που διαχωρίζουν. Όταν η διαφορετικότητα γίνεται ανεκτή υπό όρους, τότε η συνύπαρξη μετατρέπεται σε εύθραυστη ισορροπία. Η οικονομική ανασφάλεια, οι κοινωνικές μεταβολές και ο φόβος απώλειας ταυτότητας ενισχύουν τέτοιες αντιλήψεις.
Το φαινόμενο δεν περιορίζεται σε μια γεωγραφική ζώνη. Σε ολόκληρο τον πλανήτη ενισχύονται ρεύματα που αναζητούν ομοιογένεια και επιστροφή σε μια «καθαρή» συλλογική εικόνα. Η παγκόσμια διασύνδεση, ενώ άνοιξε αγορές και ορίζοντες, δημιούργησε ταυτόχρονα αίσθημα αβεβαιότητας. Μέσα σε αυτό το κλίμα, η κοινή ταυτότητα προσφέρει ψευδαίσθηση ασφάλειας. Και εκεί ξεκινάει το πρόβλημα.
Η εθνική συνείδηση, βεβαίως, δεν ταυτίζεται με τον εθνικισμό. Η πρώτη μπορεί να εμπνέει δημιουργικότητα και υπευθυνότητα. Ο δεύτερος όταν μετατρέπεται σε αποκλειστική ιδεολογία διαβρώνει τον κοινωνικό ιστό. Δεν πρόκειται για ζήτημα προτίμησης αλλά για αμφισβήτηση του κοινού πλαισίου. Το συμβάν αυτό λειτουργεί ως υπενθύμιση ότι ακόμη και οι πιο οργανωμένες κοινωνίες δεν είναι άτρωτες απέναντι σε τάσεις περιχαράκωσης. Η προβολή της πολυπολιτισμικότητας δεν αρκεί. Απαιτείται συνεχής καλλιέργεια εμπιστοσύνης και θεσμική εγρήγορση. Όταν οι φωνές αποκλεισμού συγκεντρώνουν μαζική στήριξη, δεν πρόκειται για μεμονωμένο επεισόδιο αλλά για ένδειξη βαθύτερης ανησυχίας.
Η πρόκληση για κάθε σύγχρονη κοινωνία είναι να μετατρέψει τη διαφορετικότητα σε πηγή ισχύος και όχι σε αφορμή διαχωρισμού. Το ερώτημα δεν είναι αν θα εμφανιστούν τέτοιες ρωγμές αλλά πώς θα αντιμετωπιστούν πριν διευρυνθούν.
Εφημερίδα Απογευματινή










