Η σύγκρουση µεταξύ ΗΠΑ και Ιράν δεν αποτελεί πλέον ακόµη ένα επεισόδιο αστάθειας στη Μέση Ανατολή. ∆ηµιουργεί µια νέα γεωπολιτική πραγµατικότητα, µεταβάλλει τις ισορροπίες στην παγκόσµια αγορά ενέργειας και επαναπροσδιορίζει το ζήτηµα της ασφάλειας. Παρότι η προσωρινή εκεχειρία ανάµεσα σε ΗΠΑ και Ιράν επιβράδυνε προσωρινά τις στρατιωτικές επιχειρήσεις, δεν κατάφερε να ανακόψει τη βαθύτερη αλλαγή που βρίσκεται ήδη σε εξέλιξη. Η κρίση δεν αφορά πλέον µόνο τις στρατιωτικές συγκρούσεις ή τις διπλωµατικές αντιπαραθέσεις, που κλιµακώνονται ξανά. Σηµατοδοτεί τη µετάβαση σε µια «νέα τάξη» αστάθειας και αβεβαιότητας. Οι παραδοσιακές ισορροπίες δοκιµάζονται, νέες συµµαχίες διαµορφώνονται και το ενεργειακό παιχνίδι αποκτά διαφορετικούς κανόνες.
Ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραµπ το έδειξε, µολονότι εγκατέλειψε µέσα σε ένα 24ωρο την πρόταση επιβολής τέλους 20% στα φορτία που διέρχονται από τα Στενά του Ορµούζ, επιλέγοντας αντ’ αυτού να ζητήσει εµπορικές και επενδυτικές δεσµεύσεις από τα κράτη του Κόλπου ως αντάλλαγµα για τη διατήρηση της θαλάσσιας ασφάλειας. Η ελεύθερη και απρόσκοπτη διέλευση από τα Στενά του Ορµούζ δεν θεωρείται πλέον δεδοµένη. Για δεκαετίες, η παγκόσµια οικονοµία λειτουργούσε µε την παραδοχή ότι το σηµαντικότερο ενεργειακό πέρασµα του πλανήτη θα παρέµενε ανοιχτό ακόµη και σε περιόδους έντασης. Σήµερα αυτή η παραδοχή αµφισβητείται.
Η αλλαγή αυτή επηρεάζει όχι µόνο τις αγορές πετρελαίου και φυσικού αερίου, αλλά και το διεθνές εµπόριο, τη ναυτιλία, τις ασφαλιστικές εταιρείες και τελικά τον πληθωρισµό και την οικονοµική ανάπτυξη σε ολόκληρο τον πλανήτη.
Η µεγάλη ανατροπή
Η µεγαλύτερη γεωπολιτική ανατροπή αφορά τον τρόπο µε τον οποίο αντιµετωπίζονται πλέον τα Στενά του Ορµούζ. Από το συγκεκριµένο θαλάσσιο πέρασµα διέρχεται περίπου το 20% της παγκόσµιας διακίνησης πετρελαίου, καθώς και σηµαντικό ποσοστό των εξαγωγών υγροποιηµένου φυσικού αερίου (LNG). Το Ιράν απέδειξε ότι, παρά τις αµερικανικές αεροπορικές επιδροµές και τις κυρώσεις, εξακολουθεί να διαθέτει σηµαντική δυνατότητα άσκησης πίεσης στις διεθνείς ενεργειακές ροές. Η Τεχεράνη διατηρεί τη δυνατότητα είτε να περιορίζει είτε να διαταράσσει τη ναυσιπλοΐα, µετατρέποντας το Ορµούζ σε µοχλό γεωπολιτικής επιρροής.
Η προσωρινή συµφωνία αποκλιµάκωσης προέβλεπε την αποκατάσταση της ασφαλούς ναυσιπλοΐας. Ωστόσο, οι επιθέσεις σε εµπορικά πλοία επανήλθαν, ενώ Ουάσινγκτον και Τεχεράνη αλληλοκατηγορούνται για παραβίαση των όρων της εκεχειρίας. Το Ιράν επιµένει ότι κάθε εµπορικό πλοίο που διέρχεται από τα Στενά οφείλει να λαµβάνει προηγούµενη έγκριση των ιρανικών αρχών και θεωρεί ότι η νόµιµη διέλευση πραγµατοποιείται µέσω των δικών του χωρικών υδάτων. Αντίθετα, αρκετές ναυτιλιακές εταιρείες προτιµούν τη διαδροµή µέσω των χωρικών υδάτων του Οµάν, όπου µε την παρουσία των αµερικανικών ναυτικών δυνάµεων θεωρείται ασφαλέστερη.
Η διαφωνία αυτή δεν είναι απλώς νοµική. Στην πράξη µετατρέπεται σε στρατηγική αντιπαράθεση για τον έλεγχο της σηµαντικότερης ενεργειακής αρτηρίας του πλανήτη.
Στον ενεργειακό χάρτη
Οι συνέπειες της κρίσης επεκτείνονται πολύ πέρα από τις δύο αντιµαχόµενες πλευρές. Οι χώρες του Κόλπου επανεξετάζουν συνολικά τη στρατηγική τους. Η Σαουδική Αραβία εµφανίζεται περισσότερο επιφυλακτική απέναντι στην παραδοσιακή αµερικανική προστασία και επιδιώκει µεγαλύτερη συνεργασία µε περιφερειακές δυνάµεις, όπως η Τουρκία και το Πακιστάν. Την ίδια στιγµή, τα Ηνωµένα Αραβικά Εµιράτα συνεχίζουν να εµβαθύνουν τις σχέσεις τους µε το Ισραήλ, ενώ οι σχέσεις Ριάντ και Αµπου Ντάµπι παρουσιάζουν εµφανείς διαφοροποιήσεις, ακόµη και στον τρόπο διαχείρισης της πετρελαϊκής πολιτικής.
Χαρακτηριστική είναι και η αποχώρηση των Ηνωµένων Αραβικών Εµιράτων από τη συµµαχία του OPEC+, εξέλιξη που αποτυπώνει ότι ακόµη και οι παραδοσιακοί ενεργειακοί άξονες βρίσκονται πλέον υπό αναδιαµόρφωση.
Παράλληλα, κυβερνήσεις και µεγάλοι ενεργειακοί όµιλοι επιταχύνουν τα σχέδια ανάπτυξης νέων αγωγών, λιµανιών και εναλλακτικών θαλάσσιων διαδροµών, επιδιώκοντας να περιορίσουν την εξάρτηση από τα Στενά του Ορµούζ. Η στρατηγική αυτή αποτελεί ίσως τη σηµαντικότερη έµµεση παραδοχή ότι το παγκόσµιο ενεργειακό σύστηµα δεν θεωρεί πλέον δεδοµένη την ασφαλή λειτουργία του συγκεκριµένου περάσµατος.
Σε µόνιµη επιφυλακή
Oι αναλυτές εκτιµούν ότι η µεταβλητότητα θα παραµείνει υψηλή στις τιµές ενέργειας για µεγάλο χρονικό διάστηµα. Το βασικό πρόβληµα δεν είναι πλέον η άµεση απώλεια παραγωγής, αλλά η αβεβαιότητα γύρω από τη δυνατότητα οµαλής µεταφοράς του πετρελαίου στις διεθνείς αγορές. Η εµπειρία της τελευταίας κρίσης έδειξε ότι η παγκόσµια αγορά κατάφερε να απορροφήσει το πρώτο σοκ χάρη σε τρεις παράγοντες: τη µείωση της ζήτησης λόγω των υψηλότερων τιµών, την αύξηση της παραγωγής από χώρες εκτός Περσικού Κόλπου και τη σηµαντική αξιοποίηση των παγκόσµιων αποθεµάτων πετρελαίου.
Ωστόσο, οι συγκεκριµένες «δικλίδες ασφαλείας» εξαντλούνται. Τα στρατηγικά αποθέµατα µειώνονται, ο πόλεµος των διυλιστηρίων απειλεί µε νέα εκτόξευση τιµών στα καύσιµα, η πλεονάζουσα παραγωγική ικανότητα περιορίζεται και οι αγορές αντιλαµβάνονται ότι ένα νέο επεισόδιο έντασης θα µπορούσε να προκαλέσει πολύ ισχυρότερες αναταράξεις.
Το ∆ιεθνές Νοµισµατικό Ταµείο προειδοποιεί ότι όσο καθυστερεί η πλήρης αποκατάσταση της ελεύθερης ναυσιπλοΐας στα Στενά του Ορµούζ τόσο αυξάνει η πιθανότητα νέων πληθωριστικών πιέσεων, επιβράδυνσης της ανάπτυξης και µεγαλύτερης αστάθειας στις διεθνείς χρηµατοπιστωτικές αγορές.
Παράλληλα, η ναυτιλιακή βιοµηχανία καλείται να λειτουργήσει σε ένα εντελώς διαφορετικό περιβάλλον. Τα ασφάλιστρα κινδύνου για τα δεξαµενόπλοια παραµένουν αυξηµένα, αρκετές εταιρείες επιλέγουν εναλλακτικές διαδροµές, ενώ οι καθυστερήσεις στις µεταφορές αυξάνουν το κόστος σε ολόκληρη την εφοδιαστική αλυσίδα.
Μετά τη σύγκρουση
Η κρίση επιταχύνει και µια βαθύτερη µεταβολή στη στρατηγική των µεγαλύτερων οικονοµιών. Η ενεργειακή ασφάλεια επιστρέφει στο επίκεντρο των κυβερνητικών πολιτικών, όχι µόνο µέσω της διαφοροποίησης των προµηθευτών, αλλά και µέσω της διαφοροποίησης των ίδιων των διαδροµών µεταφοράς. Οι ΗΠΑ ενισχύουν την παραγωγή σχιστολιθικού πετρελαίου, ενώ χώρες όπως ο Καναδάς, η Βραζιλία και η Γουιάνα αποκτούν ολοένα µεγαλύτερη σηµασία για την παγκόσµια αγορά. Ταυτόχρονα, Ευρώπη και Ασία επιταχύνουν επενδύσεις σε Ανανεώσιµες Πηγές Ενέργειας, πυρηνική ενέργεια και νέες υποδοµές LNG, επιδιώκοντας να µειώσουν την εξάρτησή τους από τα γεωπολιτικά ευάλωτα σηµεία του πλανήτη.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και η στάση της Κίνας. Ως ο µεγαλύτερος εισαγωγέας πετρελαίου παγκοσµίως, το Πεκίνο έχει κάθε λόγο να επιδιώκει τη σταθερότητα στον Περσικό Κόλπο. Παράλληλα όµως επιταχύνει τις επενδύσεις σε ενεργειακές διασυνδέσεις µε τη Ρωσία και την Κεντρική Ασία, επιδιώκοντας να µειώσει την εξάρτησή του από τις θαλάσσιες οδούς που ελέγχονται από το αµερικανικό ναυτικό. Η νέα πραγµατικότητα οδηγεί επίσης σε αναθεώρηση των στρατηγικών αποθεµάτων από πολλές χώρες.
Η µεγαλύτερη αλλαγή δεν αποτυπώνεται µόνο στους χάρτες ή στις τιµές του πετρελαίου. Αφορά τον τρόπο µε τον οποίο οι κυβερνήσεις, οι επιχειρήσεις και οι αγορές αντιλαµβάνονται πλέον τον γεωπολιτικό κίνδυνο. Για δεκαετίες επικρατούσε η πεποίθηση ότι ακόµη και οι σοβαρές κρίσεις στη Μέση Ανατολή θα µπορούσαν τελικά να περιοριστούν χωρίς να διαταράξουν ουσιαστικά το παγκόσµιο ενεργειακό σύστηµα. Η πρόσφατη αντιπαράθεση απέδειξε ότι αυτή η αντίληψη δεν ισχύει πλέον.
Το βέβαιο είναι ότι η σύγκρουση ΗΠΑ – Ιράν σηµατοδοτεί ένα ιστορικό σηµείο καµπής. Από εδώ και στο εξής, κάθε νέα κρίση στη Μέση Ανατολή θα αξιολογείται όχι ως ένα µεµονωµένο περιφερειακό γεγονός, αλλά ως πιθανός καταλύτης για ανατροπές µε παγκόσµιες οικονοµικές και στρατηγικές συνέπειες.
Εφημερίδα «Κυριακάτικη Απογυματινή»







