Η στρατηγική αξία μιας χώρας δεν κρίνεται όταν ξεσπά μια κρίση αλλά από το επίπεδο της προετοιμασίας που έχει προηγηθεί. Οι διεθνείς κρίσεις δεν εμφανίζονται αιφνιδιαστικά· αποτελούν το αποτέλεσμα μιας σταδιακής συσσώρευσης στρατιωτικών, πολιτικών και οικονομικών εξελίξεων που τελικά μεταβάλλουν το περιβάλλον ασφαλείας. Οι τελευταίες εξελίξεις μεταξύ Ηνωμένων Πολιτειών και Ιράν καταδεικνύουν ότι η Μέση Ανατολή εισέρχεται σε μια περίοδο παρατεταμένης στρατηγικής αντιπαράθεσης, με επιπτώσεις που εκτείνονται πολύ πέραν του Περσικού Κόλπου.
Οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν εντείνει τις επιχειρήσεις τους, πλήττοντας στρατιωτικές εγκαταστάσεις, κέντρα διοίκησης, αποθήκες πυραύλων και υποδομές που συνδέονται με τους Φρουρούς της Ισλαμικής Επανάστασης. Παράλληλα, η Ουάσινγκτον εξακολουθεί να αφήνει ανοικτό το ενδεχόμενο διπλωματικής αποκλιμάκωσης, επιδιώκοντας να αποκαταστήσει την αξιοπιστία της αποτροπής χωρίς να οδηγηθεί σε γενικευμένο πόλεμο.
Το Ιράν, αντιθέτως, επιλέγει μια στρατηγική ασύμμετρης φθοράς. Αξιοποιεί βαλλιστικούς πυραύλους, μη επανδρωμένα αεροσκάφη, κυβερνοεπιθέσεις και περιφερειακές οργανώσεις-συμμάχους, επιδιώκοντας να αυξήσει το επιχειρησιακό και οικονομικό κόστος για τις Ηνωμένες Πολιτείες και τους εταίρους τους. Η επιδίωξη της Τεχεράνης δεν είναι μια συμβατική στρατιωτική νίκη αλλά η διατήρηση της αποτρεπτικής ικανότητάς της και της περιφερειακής επιρροής της.
Η κρίση αποκτά ιδιαίτερη σημασία λόγω των θαλάσσιων διαδρόμων. Από τα Στενά του Ορμούζ διέρχονται περίπου 20 εκατομμύρια βαρέλια πετρελαίου ημερησίως, σχεδόν το 20% της παγκόσμιας κατανάλωσης, καθώς και περίπου το 20% του παγκόσμιου εμπορίου υγροποιημένου φυσικού αερίου. Ακόμη και χωρίς πλήρη διακοπή της ναυσιπλοΐας, η αύξηση του γεωπολιτικού κινδύνου επηρεάζει άμεσα τις τιμές της ενέργειας, τα ασφάλιστρα πολέμου και το κόστος των θαλάσσιων μεταφορών.
Παράλληλα, η Ερυθρά Θάλασσα εξελίσσεται σε δεύτερο επιχειρησιακό μέτωπο. Μέσω του Μπαμπ ελ Μαντέμπ διέρχεται περίπου το 12% του παγκόσμιου εμπορίου.
Οι επιθέσεις των Χούθι κατά της εμπορικής ναυτιλίας έχουν οδηγήσει πολλές εταιρείες στην επιλογή της διαδρομής μέσω του Ακρωτηρίου της Καλής Ελπίδας, αυξάνοντας τον χρόνο μεταφοράς κατά αρκετές ημέρες, το κόστος καυσίμων και τα ασφάλιστρα. Η εξέλιξη αυτή επηρεάζει άμεσα τις παγκόσμιες εφοδιαστικές αλυσίδες και την ευρωπαϊκή οικονομία.
Οι διεθνείς αγορές έχουν ήδη αντιδράσει. Οι τιμές του μπρεντ κινήθηκαν πάνω από τα 105 δολάρια ανά βαρέλι, ενώ οι ασφαλιστικές επιβαρύνσεις για τη διέλευση πλοίων από περιοχές υψηλού κινδύνου αυξήθηκαν σημαντικά. Πρόκειται για σαφή ένδειξη ότι η γεωπολιτική αβεβαιότητα μεταφράζεται άμεσα σε οικονομικό κόστος.
Παρά τις διπλωματικές προσπάθειες μέσω περιφερειακών διαμεσολαβητών, κυρίως του Ομάν, οι προοπτικές άμεσης σταθεροποίησης παραμένουν περιορισμένες.
Η σημερινή εικόνα παραπέμπει περισσότερο σε ελεγχόμενη διαχείριση της κλιμάκωσης παρά σε ουσιαστική διαδικασία ειρήνευσης. Καμία από τις δύο πλευρές δεν φαίνεται διατεθειμένη να εγκαταλείψει τους βασικούς στρατηγικούς στόχους της.
Για την Ελλάδα και την Κυπριακή Δημοκρατία, οι εξελίξεις αυτές έχουν ιδιαίτερη σημασία. Η Ανατολική Μεσόγειος αποτελεί πλέον τη φυσική συνέχεια του στρατηγικού άξονα Ορμούζ – Μπαμπ ελ Μαντέμπ – Σουέζ. Η Σούδα, η Κύπρος, ο Πειραιάς, η Αλεξανδρούπολη, οι σταθμοί LNG, οι ενεργειακές εγκαταστάσεις και τα υποθαλάσσια καλώδια αποκτούν αυξημένη σημασία ως κρίσιμοι κόμβοι ασφάλειας, μεταφορών και ενεργειακής ανθεκτικότητας.
Η ελληνόκτητη ναυτιλία, η οποία διαχειρίζεται περίπου το 20% της παγκόσμιας εμπορικής χωρητικότητας, καθιστά την Ελλάδα άμεσα εκτεθειμένη στις εξελίξεις των θαλάσσιων γραμμών επικοινωνίας. Η απάντηση πρέπει να είναι συνολική: ενίσχυση της θαλάσσιας επίγνωσης κατάστασης, προστασία κρίσιμων υποδομών, αναβάθμιση της κυβερνοασφάλειας, διατήρηση στρατηγικών αποθεμάτων και στενότερη συνεργασία με την Ευρωπαϊκή Ένωση και το ΝΑΤΟ.
Η κρίση που εξελίσσεται σήμερα δεν αφορά μόνο τις σχέσεις Ηνωμένων Πολιτειών και Ιράν. Αφορά τη σταθερότητα του διεθνούς εμπορίου, την ενεργειακή ασφάλεια και τη στρατηγική ανθεκτικότητα της Ευρώπης. Οι κρίσεις δεν προαναγγέλλονται. Αφήνουν όμως πάντοτε προειδοποιητικά σημάδια. Το ζητούμενο για την Ελλάδα και την Κυπριακή Δημοκρατία δεν είναι να προβλέψουν την ακριβή στιγμή της επόμενης κρίσης αλλά να έχουν ήδη διαμορφώσει τις πολιτικές, τις δομές και τις δυνατότητες που θα τους επιτρέψουν να την αντιμετωπίσουν αποτελεσματικά όταν αυτή εκδηλωθεί.
*Ο κ. Ευθυμιόπουλος είναι διευθυντής του Strategy International (SI) Ltd και αναπληρωτής καθηγητής Διεθνούς Ασφάλειας και Στρατηγικής, Σχολή Πολιτικών Επιστημών και Διπλωματίας, Πανεπιστήμιο Vytautas Magnus, Λιθουανία
Eφημερίδα Απογευματινή










