Σε νέα, ιδιαίτερα προκλητική δήλωση για τα Στενά του Ορμούζ προχώρησε ο Αμερικανός πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ, υποστηρίζοντας ότι προτίθεται να ανακηρύξει τη στρατηγικής σημασίας θαλάσσια οδό έδαφος των Ηνωμένων Πολιτειών.
Μιλώντας την Παρασκευή σε πολιτική συγκέντρωση σε αστυνομική ακαδημία στην πολιτεία της Νέας Υόρκης, ο Τραμπ συνέδεσε την πρόθεσή του με την έκβαση της σύγκρουσης με το Ιράν, υποστηρίζοντας ότι η Τεχεράνη έχει υποστεί βαριά ήττα.
«Μόλις τελειώσουμε με το να νικάμε το Ιράν, το οποίο είναι πολύ βαριά ηττημένο, πολύ σύντομα θα κηρύξω το Στενό του Ορμούζ έδαφος των Ηνωμένων Πολιτειών», δήλωσε χαρακτηριστικά, προκαλώντας νέα ένταση γύρω από μία από τις σημαντικότερες θαλάσσιες οδούς του πλανήτη.
Ο Αμερικανός πρόεδρος υποστήριξε παράλληλα ότι οι ΗΠΑ έχουν επιβάλει αποκλεισμό στη θαλάσσια περιοχή, λέγοντας πως «κανένα πλοίο δεν περνάει, παρά μόνο αν το θέλουμε εμείς».
Η σκληρή απάντηση του Ιράν
Οι δηλώσεις Τραμπ προκάλεσαν άμεση αντίδραση από την Τεχεράνη, η οποία απέρριψε κατηγορηματικά κάθε αμερικανική αξίωση ελέγχου ή κυριαρχίας στα Στενά του Ορμούζ.
Ο υφυπουργός Εξωτερικών του Ιράν, Καζέμ Γαριμπαμπαντί, υποστήριξε ότι η στρατηγική θαλάσσια οδός δεν μπορεί να περάσει υπό αμερικανικό έλεγχο ούτε μέσω αναρτήσεων στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, ούτε μέσω στρατιωτικής ισχύος ή προεδρικών αποφάσεων.
Σε ανάρτησή του στην πλατφόρμα X, ο Ιρανός αξιωματούχος απάντησε με ιδιαίτερα αιχμηρό τρόπο, υπογραμμίζοντας ότι τα Στενά του Ορμούζ δεν μπορούν να «καταληφθούν» με δηλώσεις, αεροπλανοφόρα ή διατάγματα.
Το μήνυμα της Τεχεράνης ήταν ξεκάθαρο: «Το Ορμούζ ήταν, είναι και θα παραμείνει ιρανικό».
Ο Γαριμπαμπαντί κάλεσε παράλληλα την Ουάσινγκτον να «αποδεχθεί την πραγματικότητα», υποστηρίζοντας ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν υποστεί στρατηγικές και βαριές ήττες.
Παράλληλα, επέμεινε ότι η θαλάσσια οδός παραμένει κλειστή και ότι η επαναλειτουργία της θα γίνει μόνο με απόφαση της Τεχεράνης.
«Όσο οι ΗΠΑ δεν αποδέχονται την ήττα τους, το Ιράν θα συνεχίσει να επιβάλλει τον αποκλεισμό», ανέφερε.
Στο επίκεντρο το πετρέλαιο και τα καύσιμα
Η αντιπαράθεση για το Ορμούζ έχει άμεσες οικονομικές και ενεργειακές επιπτώσεις, καθώς από τα Στενά διέρχεται σημαντικό μέρος των παγκόσμιων πετρελαϊκών προμηθειών.
Την ίδια στιγμή, η άνοδος των τιμών των καυσίμων προκαλεί αυξανόμενες πιέσεις στην αμερικανική οικονομία και στα νοικοκυριά. Σύμφωνα με τα στοιχεία που επικαλείται το δημοσίευμα, η τιμή της βενζίνης στις ΗΠΑ έχει αυξηθεί κατά περισσότερο από 35% σε σύγκριση με τα επίπεδα πριν από την έναρξη του πολέμου.
Η εξέλιξη αυτή δημιουργεί πολιτικό κόστος για την κυβέρνηση Τραμπ, καθώς η αύξηση του κόστους μετακίνησης και ενέργειας επηρεάζει άμεσα την καθημερινότητα των Αμερικανών.
Μία ημέρα νωρίτερα, ο αντιπρόεδρος των ΗΠΑ Τζέι Ντι Βανς είχε δώσει έμφαση ακριβώς σε αυτό το ζήτημα, παρουσιάζοντας ως βασική προτεραιότητα της κυβέρνησης τη συγκράτηση των τιμών του πετρελαίου και της βενζίνης.
Σε συνέντευξή του στο Fox News, ο Βανς υποστήριξε ότι οι τιμές του πετρελαίου έχουν υποχωρήσει σημαντικά από τα υψηλά επίπεδα που είχαν καταγράψει στην αρχή της σύρραξης και τόνισε ότι η Ουάσινγκτον επιδιώκει να διατηρήσει χαμηλό το ενεργειακό κόστος για τους Αμερικανούς.
Ως δεύτερο βασικό στόχο ανέφερε την αποτροπή του ενδεχομένου να αποκτήσει το Ιράν πυρηνικό όπλο.
«Παγωμένος» ο διπλωματικός διάλογος
Την ίδια ώρα, η διπλωματική οδός μεταξύ Ουάσινγκτον και Τεχεράνης παραμένει ουσιαστικά σε αδιέξοδο.
Η κυβέρνηση Τραμπ φαίνεται τις τελευταίες εβδομάδες να δίνει μεγαλύτερη έμφαση στην οικονομική πίεση προς το Ιράν, ενώ οι στρατιωτικές επιχειρήσεις έχουν ανασταλεί τουλάχιστον προσωρινά.
Από την πλευρά της Τεχεράνης, ο υπουργός Εξωτερικών Αμπάς Αραγτσί δήλωσε ότι δεν έχει ληφθεί ακόμη απόφαση για την επανέναρξη των διαπραγματεύσεων με τις Ηνωμένες Πολιτείες.
Σύμφωνα με το ιρανικό πρακτορείο ISNA, Κατάρ και Πακιστάν επιχειρούν να διαδραματίσουν ρόλο μεσολαβητών και βρίσκονται σε επικοινωνία με την Τεχεράνη, με μηνύματα να ανταλλάσσονται μεταξύ των εμπλεκόμενων πλευρών.
Ωστόσο, ο Αραγτσί ξεκαθάρισε ότι επίσημες διαπραγματεύσεις δεν διεξάγονται αυτή τη στιγμή.
Έτσι, η κατάσταση παραμένει ιδιαίτερα εύθραυστη, με το Στενό του Ορμούζ να βρίσκεται στο επίκεντρο τόσο της γεωπολιτικής αντιπαράθεσης όσο και των διεθνών ανησυχιών για την πορεία των τιμών της ενέργειας.






