Για δεκαετίες, τα Στενά του Ορμούζ αποτελούσαν ένα από τα ισχυρότερα γεωπολιτικά πλεονεκτήματα του Ιράν. Από τη στενή θαλάσσια δίοδο, που συνδέει τον Περσικό Κόλπο με τον Κόλπο του Ομάν, περνούσε πριν από τον πόλεμο περίπου το ένα πέμπτο του παγκόσμιου πετρελαίου και των πετρελαϊκών προϊόντων.
Η στρατηγική της θέση έδινε στην Τεχεράνη τη δυνατότητα να απειλεί ότι μια περιφερειακή σύγκρουση θα μπορούσε να μετατραπεί μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα σε διεθνή ενεργειακή κρίση, με επιπτώσεις στις τιμές του πετρελαίου, στις εφοδιαστικές αλυσίδες και στην παγκόσμια οικονομία.
Ωστόσο, η αξιοποίηση του Ορμούζ ως εργαλείου πίεσης δημιουργεί πλέον ένα σοβαρό στρατηγικό παράδοξο. Όσο περισσότερο το Ιράν απειλεί με περιορισμό ή διακοπή της ναυσιπλοΐας, τόσο περισσότερο οι χώρες του Κόλπου αναζητούν τρόπους να μειώσουν την εξάρτησή τους από τα Στενά.
Το «παράδοξο του Ορμούζ»
Η εξέλιξη αυτή περιγράφεται ως το «παράδοξο του Ορμούζ»: ένα γεωπολιτικό όπλο τόσο ισχυρό, ώστε η επαναλαμβανόμενη χρήση ή απειλή χρήσης του να ωθεί τους αντιπάλους να επενδύουν σε λύσεις που θα περιορίσουν την αποτελεσματικότητά του.
Σαουδική Αραβία, Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, Κατάρ, Κουβέιτ και Ιράκ εξετάζουν ή υλοποιούν υποδομές που θα τους επιτρέψουν να διοχετεύουν μεγαλύτερο μέρος των ενεργειακών εξαγωγών τους μέσω εναλλακτικών διαδρομών.
Αγωγοί, λιμενικές εγκαταστάσεις και νέες θαλάσσιες διαδρομές δημιουργούν σταδιακά ένα διαφορετικό ενεργειακό τοπίο στον Κόλπο, μειώνοντας την έκθεση των χωρών της περιοχής σε μια πιθανή κρίση στο Ορμούζ.
H συζήτηση για το κόστος του πολέμου
Οι εξελίξεις έχουν προκαλέσει προβληματισμό και στο εσωτερικό του Ιράν. Το γραφείο του ανώτατου ηγέτη έχει χαρακτηρίσει τα Στενά «πυλώνα» της νέας αρχιτεκτονικής ασφάλειας της χώρας, αποδίδοντάς τους στρατηγική σημασία που, σύμφωνα με την ιρανική προσέγγιση, μπορεί να συγκριθεί ακόμη και με ένα πυρηνικό αποτρεπτικό μέσο.
Την ίδια ώρα, όμως, Ιρανοί οικονομολόγοι και γεωπολιτικοί αναλυτές προειδοποιούν ότι η αξία αυτού του πλεονεκτήματος μπορεί να υποχωρήσει ταχύτερα από όσο αναμενόταν.
Ο Χαμίντ Πακτινάτ, ιδρυτής του Forum of Economic Activists, εκτιμά ότι οι υποδομές που σχεδιάζουν οι χώρες του Κόλπου θα μπορούσαν μέσα σε περίπου τρία χρόνια να μειώσουν κατά το ήμισυ τη στρατηγική σημασία του Ορμούζ.
Η εκτίμηση αυτή οδηγεί σε ένα κρίσιμο συμπέρασμα για την Τεχεράνη: εάν επιδιώκει μια συμφωνία, το σημερινό χρονικό σημείο ενδέχεται να είναι ευνοϊκότερο από μια μελλοντική περίοδο κατά την οποία τα διαπραγματευτικά της χαρτιά θα έχουν εξασθενήσει.
Πεζεσκιάν: «Ο πόλεμος πρέπει κάποια στιγμή να τελειώσει»
Οι πιέσεις δεν περιορίζονται στον οικονομικό τομέα. Ο πρόεδρος του Ιράν Μασούντ Πεζεσκιάν και ο πρόεδρος του κοινοβουλίου Μοχαμάντ Μπαγκέρ Γκαλιμπάφ έχουν μιλήσει με ασυνήθιστα άμεσο τρόπο για το κόστος της συνέχισης της σύγκρουσης.
Ο Γκαλιμπάφ έχει επισημάνει ότι ακόμη και η σημαντική στρατιωτική ισχύς δεν μπορεί να διασφαλίσει τη σταθερότητα ενός κράτους όταν η οικονομία βρίσκεται υπό συνεχή πίεση και η ανάπτυξη περιορίζεται.
Ο Πεζεσκιάν, από την πλευρά του, έχει διατυπώσει ακόμη πιο ξεκάθαρα την ανάγκη για τερματισμό της σύγκρουσης, σημειώνοντας ότι «ο πόλεμος πρέπει κάποια στιγμή να τελειώσει».
Η συγκεκριμένη τοποθέτηση συνδέεται με τη λογική ότι η Τεχεράνη θα πρέπει να αξιοποιήσει τα διαπραγματευτικά της πλεονεκτήματα όσο αυτά παραμένουν ισχυρά, αντί να περιμένει έως ότου οι οικονομικές και στρατηγικές της δυνατότητες περιοριστούν περαιτέρω.
Πολλαπλά μέτωπα για την ιρανική οικονομία
Την κατάσταση της ιρανικής οικονομίας έχει περιγράψει και ο διοικητής της Κεντρικής Τράπεζας, Αμπντολνασέρ Χεματί.
Σύμφωνα με την ανάλυση του Guardian, αναφέρθηκε σε μια σειρά προβλημάτων που αντιμετωπίζει ταυτόχρονα η χώρα, μεταξύ των οποίων οι κυρώσεις της πολιτικής «μέγιστης πίεσης», ο αποκλεισμός, η μείωση των εξαγωγών πετρελαίου και οι δημοσιονομικές ανισορροπίες.
Πίσω από τις δημόσιες προειδοποιήσεις διακρίνεται η αυξανόμενη οικονομική πίεση που βιώνει η ιρανική κοινωνία, αλλά και η σταδιακή συνειδητοποίηση ότι ο έλεγχος του Ορμούζ, όσο σημαντικός και αν είναι, δεν μπορεί από μόνος του να αποτελέσει μακροπρόθεσμη στρατηγική εθνικής ασφάλειας.
Κίνδυνος να «κάψει» το ισχυρότερο διαπραγματευτικό χαρτί
Ο δημοσιογράφος και αναλυτής Χαμίντ Ασεφί θέτει το ζήτημα από μια διαφορετική σκοπιά.
Εάν κάθε νέα κρίση συνοδεύεται από απειλές της Τεχεράνης για κλείσιμο ή περιορισμό της ναυσιπλοΐας στο Ορμούζ, η απειλή κινδυνεύει να χάσει σταδιακά τον χαρακτήρα του έκτακτου αποτρεπτικού μέσου και να μετατραπεί σε μια επαναλαμβανόμενη πολιτική πρακτική.
Και όσο συχνότερα χρησιμοποιείται, τόσο μεγαλύτερο γίνεται το κίνητρο των υπόλοιπων χωρών να επενδύσουν σε υποδομές που θα τους επιτρέψουν να παρακάμπτουν τα Στενά.
Έτσι, το βασικό ερώτημα για την Τεχεράνη αλλάζει. Δεν είναι πλέον μόνο αν μπορεί να περιορίσει τη ναυσιπλοΐα, αλλά και τι θα απομείνει από τη γεωπολιτική ισχύ αυτού του εργαλείου εάν η χρήση του οδηγήσει στη δημιουργία ενός παγκόσμιου ενεργειακού συστήματος λιγότερο εξαρτημένου από το Ορμούζ.
Η ναυσιπλοΐα παραμένει περιορισμένη
Παρά τις εξελίξεις, το ιρανικό πλεονέκτημα δεν έχει σε καμία περίπτωση εξαφανιστεί. Τα Στενά εξακολουθούν να αποτελούν κρίσιμο σημείο για την παγκόσμια ενεργειακή αγορά.
Στοιχεία της εταιρείας παρακολούθησης πλοίων Kpler, τα οποία επικαλείται ο Guardian, δείχνουν ότι από την 1η έως τις 19 Αυγούστου μόλις 112 δεξαμενόπλοια πετρελαίου και φυσικού αερίου διέσχισαν τα Στενά.
Από αυτά, περίπου το 79% χρησιμοποίησε μη επιβεβαιωμένες διαδρομές, το 19% κινήθηκε μέσω της βόρειας διαδρομής που προτιμά το Ιράν και μόλις το 2% ακολούθησε τη διαδρομή κοντά στο Ομάν.
Ορισμένα από τα πλοία των οποίων η ακριβής πορεία δεν καταγράφηκε εκτιμάται ότι ενδέχεται να είχαν απενεργοποιήσει τους αναμεταδότες τους και να κινήθηκαν υπό αμερικανική προστασία.
Η νέα στρατηγική των χωρών του Κόλπου
Στο μεταξύ, οι χώρες του Κόλπου φαίνεται να εφαρμόζουν μια νέα μέθοδο για τη διατήρηση των ενεργειακών ροών.
Σαουδική Αραβία, Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, Κατάρ και Κουβέιτ, με τη συνδρομή των ΗΠΑ, έχουν αρχίσει να χρησιμοποιούν έναν περιορισμένο αριθμό δεξαμενόπλοιων για τη μεταφορά φορτίων μέσω της νότιας διαδρομής προς τον Κόλπο του Ομάν.
Εκεί τα φορτία μεταφορτώνονται σε άλλα δεξαμενόπλοια που χρησιμοποιούν οι αγοραστές.
Με αυτόν τον τρόπο, σημαντικό μέρος του κινδύνου μεταφέρεται από τις διεθνείς ναυτιλιακές εταιρείες και τους αγοραστές πετρελαίου στις κρατικές πετρελαϊκές εταιρείες των χωρών παραγωγής, αλλά και στην αμερικανική κυβέρνηση.
Την ίδια ώρα, το Ιράν έχει καταρτίσει μαύρη λίστα περίπου 48 πλοίων, τα οποία επιδιώκει να αποκλείσει ή να τιμωρήσει με πρόστιμα.
Ουάσινγκτον και Τεχεράνη δίνουν διαφορετική εικόνα
Η αμερικανική κυβέρνηση υποστηρίζει ότι οι επιχειρήσεις της έχουν συμβάλει στην αποκατάσταση σε σημαντικό βαθμό των ενεργειακών ροών μέσω των Στενών.
Ο Αμερικανός υπουργός Ενέργειας Κρις Ράιτ δήλωσε στις 18 Αυγούστου ότι το αμερικανικό Πολεμικό Ναυτικό είχε συμβάλει στη μεταφορά περισσότερων από 15 εκατ. βαρελιών πετρελαίου και άλλων προϊόντων, ενώ υποστήριξε ότι η ημερήσια ροή μέσω του Ορμούζ είχε ξεπεράσει τα 8 εκατ. βαρέλια.
Ωστόσο, ακόμη και αυτός ο όγκος αντιστοιχεί σε λιγότερο από το ήμισυ των προπολεμικών επιπέδων. Παράλληλα, αρκετές εταιρείες που παρακολουθούν τη ναυσιπλοΐα εκτιμούν ότι η πραγματική ημερήσια ροή βρίσκεται κοντά στα 6 εκατ. βαρέλια.
Ανάλογη είναι και η εικόνα που δίνει ο γενικός γραμματέας του Διεθνούς Ναυτιλιακού Οργανισμού, Αρσένιο Ντομίνγκες, ο οποίος έχει απορρίψει την εκτίμηση ότι το Ορμούζ λειτουργεί πλέον κανονικά, επισημαίνοντας ότι ο αριθμός των πλοίων που εξακολουθούν να διέρχονται είναι ιδιαίτερα περιορισμένος.
Οι αγωγοί μπορεί να αλλάξουν οριστικά την εξίσωση
Η σημαντικότερη απειλή για τη μελλοντική γεωπολιτική αξία του Ορμούζ, ωστόσο, δεν αφορά τόσο τα πλοία που σήμερα καταφέρνουν να διέρχονται όσο τις υποδομές που κατασκευάζονται γύρω από τα Στενά.
Το γεγονός ότι περίπου το 20% του παγκόσμιου πετρελαίου και των συναφών προϊόντων περνούσε από το Ορμούζ πριν από τον πόλεμο έχει λειτουργήσει ως ισχυρό κίνητρο για την αναδιάρθρωση των ενεργειακών υποδομών των χωρών του Κόλπου.
Στόχος είναι η δημιουργία ενός δικτύου εναλλακτικών αγωγών και εξαγωγικών διαδρομών, ώστε έως το τέλος της δεκαετίας οι χώρες της περιοχής να μπορούν να διασφαλίζουν περισσότερο από το ήμισυ των προπολεμικών εξαγωγών τους σε περίπτωση νέας κρίσης στο Ορμούζ.
Από 70% σε 15% η εξάρτηση της Σαουδικής Αραβίας
Οι εκτιμήσεις του Χαμίντ Πακτινάτ αποτυπώνουν το μέγεθος της πιθανής αλλαγής.
Σύμφωνα με την ανάλυσή του, η εξάρτηση της Σαουδικής Αραβίας από το Ορμούζ θα μπορούσε να μειωθεί από περίπου 70% σε 15%, ενώ για τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα θα μπορούσε να υποχωρήσει από 50% σε 15%.
Για το Ιράκ, η εξάρτηση θα μπορούσε να μειωθεί από το 100% σε περίπου 30%. Κουβέιτ και Κατάρ θα μπορούσαν επίσης να περιορίσουν τη σημερινή σχεδόν απόλυτη εξάρτησή τους σε λιγότερο από 50%, ενώ για το Μπαχρέιν η αντίστοιχη αναλογία θα μπορούσε να μειωθεί από 100% σε περίπου 15%.
Παράλληλα, το Ομάν, το οποίο δεν εξαρτάται από το Ορμούζ για τις δικές του εξαγωγές, θα μπορούσε να εξελιχθεί σε σημαντικό παράκτιο κόμβο μεταφοράς πετρελαίου για την ευρύτερη περιοχή.
Εάν τα έργα υλοποιηθούν σύμφωνα με τον σχεδιασμό, η στρατηγική αξία των Στενών θα μπορούσε, σύμφωνα με τον Πακτινάτ, να μειωθεί στο μισό μέσα σε τρία χρόνια και να περιοριστεί ακόμη περισσότερο σε ορίζοντα έξι ετών.
Ένα παράθυρο ευκαιρίας που μπορεί να κλείνει
Για την ιρανική ηγεσία διαμορφώνεται έτσι ένα σύνθετο στρατηγικό δίλημμα.
Σήμερα, το Ορμούζ εξακολουθεί να παρέχει στην Τεχεράνη τη δυνατότητα να προκαλεί σοβαρές αναταράξεις στις διεθνείς ενεργειακές αγορές. Οποιοσδήποτε περιορισμός στη ναυσιπλοΐα συνεπάγεται αυξημένο κόστος για τις χώρες του Κόλπου, τις ναυτιλιακές εταιρείες, τους καταναλωτές και τελικά την παγκόσμια οικονομία.
Όμως ο χρόνος ενδέχεται πλέον να λειτουργεί εναντίον του Ιράν.
Η Ουάσιγκτον προετοιμάζει νέο γύρο οικονομικών πιέσεων, με στόχο να περιορίσει κρίσιμες ροές της ιρανικής οικονομίας σε τομείς όπως ο χρυσός, τα κρυπτονομίσματα, η τεχνολογία, η ναυτιλία και οι αερομεταφορές.
Η αποτελεσματικότητα μιας νέας εκστρατείας «μέγιστης πίεσης» δεν θεωρείται δεδομένη, καθώς προηγούμενες αντίστοιχες προσπάθειες δεν κατάφεραν να κάμψουν αποφασιστικά την ιρανική οικονομία.
Ωστόσο, η σημερινή στρατηγική μπορεί να έχει διαφορετικό ορίζοντα: όχι απαραίτητα την άμεση υποχώρηση της Τεχεράνης, αλλά τη σταδιακή αποδυνάμωση της οικονομικής της αντοχής, την ίδια στιγμή που οι χώρες του Κόλπου περιορίζουν την εξάρτησή τους από το Ορμούζ.
Το Στενό θα εξακολουθήσει να βρίσκεται στη θέση του. Το κρίσιμο ερώτημα για το Ιράν είναι αν, σε λίγα χρόνια, ο υπόλοιπος κόσμος θα εξακολουθεί να το χρειάζεται στον ίδιο βαθμό.
Πηγή: Guardian








