ΕΕ: Έρευνα κατά της Booking.com για παραπλανητικές καταχωρίσεις και διαδικτυακές απάτες

Οι Βρυξέλλες εξετάζουν την προστασία των πελατών και τη διαφάνεια στις πληρωμένες καταχωρίσεις – Αν διαπιστωθούν παραβάσεις, η πλατφόρμα κινδυνεύει με πρόστιμο
21:21 - 21 Οκτωβρίου 2026
Booking

Έρευνα κατά της πλατφόρμας κρατήσεων Booking.com ξεκίνησε η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, προκειμένου να διαπιστώσει αν λαμβάνει επαρκή μέτρα για την προστασία των χρηστών από παραπλανητικές καταχωρίσεις καταλυμάτων και διαδικτυακές απάτες.

Παράλληλα, οι Βρυξέλλες εξετάζουν αν η εταιρεία τηρεί τις υποχρεώσεις διαφάνειας σχετικά με τις λεγόμενες «ενισχυμένες καταχωρίσεις», μέσω των οποίων τα καταλύματα αποκτούν μεγαλύτερη προβολή στα αποτελέσματα αναζήτησης έναντι υψηλότερης προμήθειας.

Πρόκειται για την πρώτη διαδικασία που κινεί η Ευρωπαϊκή Ένωση κατά της πλατφόρμας, με έδρα την Ολλανδία και μητρική εταιρεία τον αμερικανικό όμιλο Booking Holdings, βάσει του Νόμου για τις Ψηφιακές Υπηρεσίες (DSA).

«Οι Ευρωπαίοι πρέπει να κάνουν κρατήσεις χωρίς φόβο»

«Οι Ευρωπαίοι πρέπει να μπορούν να κάνουν κρατήσεις για τις διακοπές τους χωρίς φόβο ότι θα εξαπατηθούν», δήλωσε η αντιπρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για τις Ψηφιακές Υποθέσεις, Χένα Βίρκουνεν.

Όπως τόνισε, ο ευρωπαϊκός ψηφιακός νόμος επιβάλλει «πολύ σαφείς ευθύνες» στις πλατφόρμες, οι οποίες οφείλουν να τις λαμβάνουν σοβαρά υπόψη.

Από την πλευρά της, η Booking.com δήλωσε στο Γαλλικό Πρακτορείο ότι συνεργάζεται πλήρως με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή και απαντά εποικοδομητικά στα ερωτήματά της.

Η εταιρεία υπογράμμισε ότι η ασφάλεια, η εμπιστοσύνη και η προστασία των προσωπικών δεδομένων αποτελούν απόλυτες προτεραιότητές της. Παράλληλα, ανέφερε ότι παραμένει προσηλωμένη στη συνεργασία με κυβερνήσεις, ρυθμιστικές αρχές, υπηρεσίες επιβολής του νόμου και φορείς του κλάδου για την αντιμετώπιση του κυβερνοεγκλήματος και της διαδικτυακής απάτης.

Οι ψεύτικες καταχωρίσεις και οι απόπειρες ηλεκτρονικής απάτης

Στο επίκεντρο της έρευνας βρίσκεται το κατά πόσο η Booking.com έχει λάβει επαρκή μέτρα για να αποτρέπει τη δημοσίευση δόλιων καταχωρίσεων, οι οποίες μπορούν να προκαλέσουν οικονομική ζημία στους καταναλωτές.

Σε ορισμένες περιπτώσεις, οι χρήστες κάνουν κράτηση σε διαμερίσματα που δεν υπάρχουν, διαπιστώνοντας την απάτη μόνο όταν φτάνουν στον προορισμό τους. Άλλες καταχωρίσεις κρίνονται παραπλανητικές επειδή οι φωτογραφίες ή οι περιγραφές δεν ανταποκρίνονται στην πραγματική κατάσταση του καταλύματος.

Οι ευρωπαϊκές Αρχές εξετάζουν επίσης αν η πλατφόρμα προστατεύει επαρκώς τους χρήστες από απόπειρες ηλεκτρονικού «ψαρέματος» (phishing).

Σύμφωνα με τις υποψίες που διερευνώνται, επιτήδειοι εκμεταλλεύονται πληροφορίες που είναι διαθέσιμες στην πλατφόρμα, εγγράφονται ως οικοδεσπότες και στη συνέχεια επιχειρούν να εξαπατήσουν πελάτες, προσποιούμενοι ότι επικοινωνούν μαζί τους για την κράτησή τους, με στόχο να τους αποσπάσουν χρήματα.

Στο μικροσκόπιο οι πληρωμένες καταχωρίσεις

Ένα ακόμη σκέλος της έρευνας αφορά τις «ενισχυμένες καταχωρίσεις», μέσω των οποίων οι πάροχοι καταλυμάτων μπορούν να εξασφαλίσουν μεγαλύτερη προβολή στα αποτελέσματα αναζήτησης, καταβάλλοντας υψηλότερη προμήθεια στην πλατφόρμα.

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή επιδιώκει να διαπιστώσει αν οι χρήστες μπορούν να αναγνωρίζουν με σαφήνεια ότι πρόκειται για πληρωμένη προβολή και, επομένως, για διαφήμιση.

Η διαδικασία βασίζεται, μεταξύ άλλων, σε μεγάλο αριθμό μαρτυριών και καταγγελιών από πελάτες που αναφέρουν ότι έπεσαν θύματα απάτης, κυρίως στην Ολλανδία και σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Σύμφωνα με αξιωματούχο της Επιτροπής, έχουν υποβληθεί πολυάριθμες καταγγελίες, ιδίως από ενώσεις καταναλωτών και ξενοδοχειακούς οργανισμούς.

Πότε κινδυνεύει με πρόστιμο η Booking.com

Εφόσον η έρευνα καταλήξει στη διαπίστωση μίας ή περισσότερων παραβάσεων, η Booking.com ενδέχεται να αντιμετωπίσει πρόστιμο. Ωστόσο, η εταιρεία θα έχει τη δυνατότητα να υπερασπιστεί τη θέση της και να προτείνει μέτρα για την αντιμετώπιση των ζητημάτων που έχουν θέσει οι ευρωπαϊκές Αρχές.

Η υπόθεση αποτελεί τη δεύτερη έρευνα που ξεκινούν οι Βρυξέλλες βάσει του Νόμου για τις Ψηφιακές Υπηρεσίες με στόχο την αντιμετώπιση διαδικτυακών απατών. Είχε προηγηθεί, τον Απρίλιο του 2024, η έναρξη έρευνας κατά της αμερικανικής εταιρείας Meta, η οποία παραμένει σε εξέλιξη.