Εκλογική βαβέλ στο Ισραήλ

Τα «στοιχήµατα» για µια επόµενη πλειοψηφία – H µάχη του Νετανιάχου, η σύγκρουση στη «δεξιά πολυκατοικία», το σενάριο συνεργασίας µε τα αραβικά κόµµατα, η «αλλαγή µε Αϊζενκοτ και το µήνυµα Τραµπ
13:05 - 25 Οκτωβρίου 2026

Oι βουλευτικές εκλογές της 27ης Οκτωβρίου στο Ισ-ραήλ διεξάγονται σε ένα περιβάλλον έντονων πολιτικών αντιπαραθέσεων, µε 38 εκλογικούς συνδυασµούς να έχουν καταθέσει υποψηφιότητα για την 26η Κνεσέτ: µια εκλογική βαβέλ, µε αντιµαχόµενα στρατόπεδα και εύθραυστες συµµαχίες. Οι δηµοσκοπήσεις δείχνουν ότι περίπου 13 κόµµατα ενδέχεται να ξεπεράσουν το εκλογικό όριο του 3,25%, χωρίς κανένα από τα δύο βασικά πολιτικά στρατόπεδα να εξασφαλίζει αυτοδύναµη πλειοψηφία 61 εδρών στο Κοινοβούλιο των 120 µελών.

Στο στρατόπεδο του Μπενιαµίν Νετανιάχου, το Λικούντ συµπράττει πολιτικά µε τα υπερορθόδοξα κόµµατα Σας (Shas) και Γιουνάιτεντ Τορά Τζου-ντάιζµ (Yahadut HaTorah), καθώς και µε την Ακροδεξιά του Μπεζαλέλ Σµότριτς, µέσω του Θρησκευτικού Σιω-νισµού (HaTzionut HaDatit) και της συµµαχίας του µε το Ζεχούτ, και του Ιταµάρ Μπεν-Γκβιρ, επικεφαλής του Οτσµά Γιεχουντίτ (Otzma Yehudit).

Ωστόσο, η εµφάνιση νέων δεξιών σχηµατισµών απειλεί να διασπάσει την εκλογική τους βάση. Ο πρώην στρατηγός Οφέρ Βίντερ διεκδικεί ψήφους µε το Αµχά Γισραέλ (Amcha Yisrael), γνωστό και ως People of Israel, προ-βάλλοντας µια αυστηρή γραµµή ασφα-λείας, αλλά ταυτόχρονα ζητώντας επίσηµη έρευνα για τις αποτυχίες της 7ης Οκτωβρίου 2023 και καθολική συµµετοχή στη στρατιωτική θητεία, συµπεριλαµβανοµένων των υπερορθόδοξων Εβραίων.

Ο Νετανιάχου και ο Σµότριτς τον πιέζουν να αποσυρθεί, φοβούµενοι ότι το κόµµα του δεν θα περάσει το εκλογικό όριο και θα στερήσει έδρες από τη ∆εξιά. Ο Βίντερ, ωστόσο, επιµένει να παραµείνει στην κούρσα. Η αποχώρηση του υποψήφιου Νταβίντι Μπεν Ζιόν, έπειτα από πιέσεις, ανέδειξε την ένταση της σύγκρουσης για την κατανοµή των ψήφων.

Οι πιθανές συµµαχίες

Απέναντι στον πρωθυπουργό, το στρατόπεδο της αλλαγής επιδιώκει να συ-γκροτήσει εναλλακτική κυβερνητική πλειοψηφία, αλλά παραµένει διχασµένο ως προς την ηγεσία και τις µετεκλογικές συνεργασίες. Ο Γκάντι Αϊζενκοτ, επικεφαλής του Γιασάρ (Yashar!), ο Ναφτάλι Μπένετ και ο Γιαΐρ Λαπίντ, που συνεργάζονται στο Μπεγιαχάντ (Beyachad), καθώς και ο Γιαΐρ Γκολάν των ∆ηµοκρατών και ο Αβιγκντορ Λίµπερµαν, του Γισραέλ Μπεϊτενού, διεκδικούν πρωταγωνιστικό ρόλο. Η αποχώρηση του Μπένι Γκαντς από την εκλογική αναµέτρηση αναδιατάσσει περαιτέρω τους συσχετισµούς.

Το βασικό εµπόδιο είναι η στάση απέναντι στα αραβικά κόµµατα. Η κοινή λίστα Χάντας (Hadash), Τάαλ (Ta’al) και Μπάλαντ (Balad), υπό την ονοµασία ΧαΡεσίµα ΧαΜεσουτέφετ, επιδιώκει να περιορίσει τον κατακερµατισµό της αραβικής ψήφου. Αντίθετα, το Ραάµ (Ra’am), υπό τον Μανσούρ Αµπάς, ακολουθεί πιο πραγµατιστική στρατηγική, αφήνοντας ανοιχτό το ενδεχόµενο συµµετοχής ή στήριξης κυβέρνησης µε αντάλλαγµα συγκεκριµένες δεσµεύσεις για τις αραβικές κοινότητες. Αυτό δηµιουργεί ένα κρίσιµο δίληµµα: η στήριξη του Ραάµ θα µπορούσε να δώσει στην αντιπολίτευση τις αναγκαίες έδρες, αλλά αρκετά κόµµατα έχουν αποκλείσει κυβέρνηση που θα εξαρτάται από αραβική κοινοβουλευτική στήριξη.

∆ηµοσκόπηση του Αυγούστου έδειξε ότι το 79% των υποστηρικτών του κυβερνητικού συνασπισµού αντιτίθεται στη συµµετοχή του Ραάµ σε µελλοντική κυβέρνηση. Παράλληλα, όµως, έρευνα του Μαΐου κατέγραψε ότι το 77,2% των Αράβων ερωτηθέντων υποστηρίζει τη συµµετοχή αραβικού κόµµατος στην κυβέρνηση και το 63,7% τη συνεργασία Αράβων και Εβραίων πολιτικών.

Το εκλογικό τοπίο περιπλέκεται ακόµη περισσότερο από τα κόµµατα που δεν έχουν δεσµευθεί σε κάποιο στρατόπεδο, όπως το Αµχά Γισραέλ του Βίντερ και το κόµµα των Εφέδρων και της Οικονοµίας, µε επικεφαλής τον Γιοάζ Χέντελ και τον Γιαρόν Ζελέκχα. Η στάση τους θα µπορούσε να αποδειχθεί καθο-ριστική στις διαπραγµατεύσεις.

Χαµάς – Ιράν

Η πολιτική θέση του Νετανιάχου επηρεάζεται από τις συνέπειες της επίθεσης της Χαµάς τον Οκτώβριο του 2023, τις αντιπαραθέσεις για τη στρατιωτική θητεία και τις διαφωνίες σχετικά µε την ευθύνη για τις αποτυχίες ασφαλείας. Η σύγκρουση µε το Ιράν είχε αρχικά ενισχύσει την εικόνα του, αλλά η αναζωπύρωση των εχθροπραξιών και η αβεβαιότητα για την έκβασή τους περιόρισαν αυτή τη δυναµική. Ο Γκάντι Αϊζενκοτ, από την πλευρά του, δεσμεύθηκε ότι, εφόσον εκλεγεί πρωθυπουργός, η Χαµάς δεν θα κυβερνά τη Λωρίδα της Γάζας µέσα σε 18 µήνες. Η υπόσχεση αυτή εντάσσεται στην προσπάθειά του να συνδυάσει µια διαφορετική πολιτική ηγεσία µε αυστηρή προσέγγιση στα ζητήµατα ασφαλείας.

Στο διεθνές πεδίο, ο Ντόναλντ Τραµπ εξέφρασε δηµόσια την υποστήριξή του στον Νετανιάχου, χαρακτηρίζοντάς τον ισχυρό πρωθυπουργό σε περίοδο πολέµου και σηµαντικό εταίρο για την ειρήνη. Αντίθετα, ο αντιπρόεδρος των ΗΠΑ, Τζέι Ντι Βανς, απέφυγε να πάρει θέση, δηλώνοντας ότι δεν προτίθεται να εµπλακεί στις ισραηλινές εκλογές. Παράλληλα, δηµοσίευµα της «Israel Hayom» έκανε λόγο για αµερικανικό σχέδιο σχηµατισµού κυβέρνησης εθνικής ενότητας µετά τις εκλογές, µε συµµετοχή του Λικούντ και του Γιασάρ. Σύµφωνα µε το σενάριο που παρουσιάστηκε, ο Νετανιάχου θα παρέµενε πρωθυπουργός έως δύο χρόνια και στη συνέχεια θα αποχωρούσε από την πολιτική, διευκολύνοντας την προώθηση συµφωνίας εξοµάλυνσης µε τη Σαουδική Αραβία και την επέκταση των Συµφωνιών του Αβραάµ. Ο Αµερικανός πρέσβης στο Ισραήλ, Μάικ Χάκαµπι, φέρεται να είχε επαφές µε πολιτικούς παράγοντες, ενώ υπήρξαν διαψεύσεις για το δηµοσίευµα περί συγκεκριµένου σχεδίου της Ουάσινγκτον.

Η βαβέλ που επικρατεί δείχνει ότι το τελικό αποτέλεσµα δεν θα κριθεί µόνο από το ποιο κόµµα θα αναδειχθεί πρώτο, αλλά από το αν θα καταστεί δυνατή η συγκρότηση βιώσιµης κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας. Με τη ∆εξιά να κινδυνεύει από εσωτερικές διαρροές, την αντιπολίτευση να µην έχει συµφωνήσει σε κοινό ηγέτη και τη συµµετοχή των αραβικών κοµµάτων να παραµένει πολιτικά αµφιλεγόµενη, η επόµενη µέρα προµηνύεται δύσκολη. Ακόµα και µετά την κάλπη, οι διαπραγµατεύσεις ενδέχεται να καθορίσουν όχι µόνο τη σύνθεση της κυβέρνησης, αλλά και τη σχέση του Ισραήλ µε τις ΗΠΑ και την ευρύτερη Μέση Ανατολή.

Κυριακάτικη Απογευματινή