Η επόµενη ηµέρα των ενδιάµεσων εκλογών στις ΗΠΑ µεθαύριο, 3 Νοεµβρίου, µπορεί να σηµατοδοτήσει µια νέα φάση διεθνών ανακατατάξεων. Εάν ο Ντόναλντ Τραµπ χάσει τον έλεγχο της Βουλής των Αντιπροσώπων ή περιοριστεί η επιρροή του στο Κογκρέσο, η εξωτερική πολιτική µπορεί να εξελιχθεί στο βασικό πεδίο άσκησης ισχύος και διεκδίκησης πολιτικής υστεροφηµίας. Από τον πόλεµο στην Ουκρανία έως την αντιπαράθεση µε το Ιράν, οι αποφάσεις του θα µπορούσαν να επηρεάσουν τη δυτική συµµαχία, τις ενεργειακές αγορές και τις σχέσεις µεταξύ των µεγάλων δυνάµεων. Οι ∆ηµοκρατικοί εµφανίζονται ως διεκδικητές της πλειοψηφίας στη Βουλή των Αντιπροσώπων, ενώ η έκβαση της µάχης για τη Γερουσία παραµένει αβέβαιη. Ενας τέτοιος συσχετισµός θα δυσκόλευε την προώθηση της νοµοθετικής ατζέντας του Λευκού Οίκου και θα µπορούσε να εντείνει τον κοινοβουλευτικό έλεγχο της προεδρίας.
Η ιστορική εµπειρία δείχνει, ωστόσο, ότι οι περιορισµοί στο εσωτερικό δεν συνεπάγονται υποχρεωτικά υποχώρηση στο εξωτερικό. Ο Μπαράκ Οµπάµα προώθησε τη συµφωνία για το πυρηνικό πρόγραµµα του Ιράν, ο Μπιλ Κλίντον την εµπορική ενσωµάτωση της Κίνας στη διεθνή οικονοµία και ο Ρόναλντ Ρίγκαν συµφώνησε µε τη Σοβιετική Ενωση στον περιορισµό πυρηνικών πυραύλων, εξηγούν αναλυτές στο «Politico». Για τον Τραµπ, η σύναψη συµφωνιών µε ισχυρό διεθνές αποτύπωµα µπορεί να αποτελέσει κεντρικό στόχο της δεύτερης διετίας.
Το µέτωπο της Μόσχας
Ο πόλεµος στην Ουκρανία παραµένει κρίσιµο τεστ για την αξιοπιστία της αµερικανικής πολιτικής. Ο Τραµπ έχει δεσµευθεί να τερµατίσει τη σύγκρουση, όµως οι πιέσεις προς τον Βολοντίµιρ Ζελένσκι και η προσέγγιση µε τη Μόσχα προκαλούν ανησυχία στο Κίεβο και τις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες. Ο Βλαντίµιρ Πούτιν συµφώνησε επί της αρχής να επαναληφθούν οι τριµερείς συνοµιλίες Ρωσίας, ΗΠΑ και Ουκρανίας σε τεχνικό επίπεδο στο Αµπου Ντάµπι, πιθανότατα µετά τις 10 Νοεµβρίου, σύµφωνα µε τον σύµβουλό του Γιούρι Ουσακόφ. Κατόπιν ακολούθησε συνάντηση του Ρώσου προέδρου µε τον Αµερικανό απεσταλµένο Στιβ Γουίτκοφ στην Αγία Πετρούπολη.
Οι προοπτικές συµφωνίας παραµένουν περιορισµένες, καθώς η Μόσχα απαιτεί τον πλήρη έλεγχο του Ντονέτσκ και τον αποκλεισµό της Ουκρανίας από το ΝΑΤΟ. Την ίδια ώρα, η επανέναρξη εξαγωγών ρωσικού ντίζελ προς τις ΗΠΑ, µε ένα πρώτο δεξαµενόπλοιο 40.000 τόνων, αναδεικνύει την οικονοµική διάσταση της προσέγγισης.
Οι χειρισµοί του Γουίτκοφ προκάλεσαν, παράλληλα, αντιδράσεις στο εσωτερικό των Ρεπουµπλικανών, όταν χαρακτήρισε τον Πούτιν «ανθρωπιστή», µε αφορµή την απελευθέρωση του Αµερικανού Στίβεν Χάµπαρντ. Ο γερουσιαστής Τοµ Τίλις χαρακτήρισε τη δήλωση «ντροπιαστική και εξωφρενική», ο Τζον Κόρνιν αποκάλεσε τον Ρώσο πρόεδρο «ψυχρό δολοφόνο» και ο βουλευτής Ντον Μπέικον µίλησε για «άλλη µια ντροπή». Αντίθετα, ο αντιπρόεδρος Τζέι Ντι Βανς υπερασπίστηκε τον απεσταλµένο, δίνοντας προτεραιότητα στην επιστροφή του Αµερικανού στην οικογένειά του.
Η πιθανότητα τριµερούς συνάντησης Τραµπ, Πούτιν και Σι Τζινπίνγκ εντείνει τους φόβους ότι οι µεγάλες δυνάµεις θα επιχειρήσουν να διαµορφώσουν νέους όρους ασφαλείας χωρίς ουσιαστική συµµετοχή της Ουκρανίας και της Ευρώπης. Το Κίεβο ζητά επιπλέον 70 δισ. ευρώ, πέραν των 90 δισ. ευρώ που έχουν εγκριθεί από τους Ευρωπαίους συµµάχους του, ενώ η Ευρωπαϊκή Ενωση αναζητά πρόσθετη στήριξη από τη Βρετανία και τον Καναδά. Οι ελλείψεις πυραύλων Patriot επιβαρύνουν περαιτέρω την αµυντική εξίσωση.
Για τις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις, το διακύβευµα είναι διπλό: η διατήρηση της αµερικανικής δέσµευσης στην ευρωπαϊκή ασφάλεια και η αποτροπή µιας συµφωνίας που θα παρακάµπτει τα δικά τους συµφέροντα. Ταυτόχρονα, η συµµετοχή της Κίνας σε ενδεχόµενες διαπραγµατεύσεις θα µπορούσε να ενισχύσει τον διεθνή διπλωµατικό της ρόλο.
Τα σχέδια µε Ισραήλ
Η Μέση Ανατολή αποτελεί ακόµη ένα µέτωπο αυξηµένου κινδύνου. Σύµφωνα µε τους «New York Times», ΗΠΑ και Ισραήλ έχουν εκπονήσει σχέδια για νέες στρατιωτικές επιχειρήσεις κατά του Ιράν, µε πιθανούς στόχους πυρηνικές εγκαταστάσεις, πυραυλικά συστήµατα και ενεργειακές υποδοµές. Ο Τραµπ έχει αναβάλει επανειληµµένα αντίστοιχα σχέδια, εποµένως η στρατιωτική δράση παραµένει ενδεχόµενο και όχι ειληµµένη απόφαση. Η Ουάσινγκτον επιχειρεί να αξιοποιήσει την απειλή νέων πληγµάτων ως µοχλό πίεσης στις διαπραγµατεύσεις για το πυρηνικό πρόγραµµα της Τεχεράνης και τον έλεγχο των Στενών του Ορµούζ. Το Ιράν, ωστόσο, προειδοποιεί ότι οποιαδήποτε νέα σύγκρουση θα µπορούσε να επεκταθεί σε ενεργειακές εγκαταστάσεις, κέντρα δεδοµένων και υποθαλάσσια καλώδια.
Οι επιθέσεις των Χούθι στη Σαουδική Αραβία οδήγησαν ήδη τις ΗΠΑ στην αποµάκρυνση µη απαραίτητου διπλωµατικού προσωπικού και των οικογενειών τους. Μια ευρύτερη σύγκρουση θα µπορούσε να διαταράξει τις ενεργειακές ροές, να αυξήσει τις τιµές του πετρελαίου και να εντείνει τον πληθωρισµό διεθνώς. Παράλληλα, η πίεση στα αµερικανικά αποθέµατα πυραύλων αναχαίτισης περιορίζει τα περιθώρια στρατιωτικών επιλογών.
ΝΑΤΟ – Πεκίνο – Ε.Ε.
Η αναθεώρηση της αµερικανικής στρατιωτικής παρουσίας προκαλεί ανησυχία στους συµµάχους του ΝΑΤΟ, ενώ οι θετικές αναφορές του Τραµπ σε συνοµιλίες µε τον Κιµ Γιονγκ Ουν και οι περιορισµοί στρατιωτικών δραστηριοτήτων στη Νότια Κορέα εγείρουν ερωτήµατα για την αµερικανική αποτροπή στην Ασία.
Στην Ευρώπη, η πιθανότητα δηµόσιας στήριξης της Μαρίν Λεπέν από τον Αµερικανό πρόεδρο προσθέτει νέα ένταση στις διατλαντικές σχέσεις. Την ίδια στιγµή, οι συµφωνίες που ο Λευκός Οίκος παρουσιάζει ως σηµαντικές επιτυχίες, µεταξύ άλλων για τη Γροιλανδία και τις ενεργειακές προµήθειες, αναδεικνύουν τη βαρύτητα που αποδίδει ο Τραµπ στην πολιτική εικόνα.
Η δεύτερη διετία Τραµπ προµηνύεται ως περίοδος αυξηµένης αβεβαιότητας. Ακόµη κι αν οι ενδιάµεσες εκλογές περιορίσουν την εσωτερική του ισχύ, η εξωτερική πολιτική θα παραµείνει πεδίο σηµαντικών πρωτοβουλιών. Το κρίσιµο ερώτηµα είναι αν αυτές θα οδηγήσουν σε βιώσιµες συµφωνίες ή σε νέες αντιπαραθέσεις που θα δοκιµάσουν τη συνοχή της ∆ύσης και τη σταθερότητα της παγκόσµιας οικονοµίας.
Εφημερίδα «Κυριακάτικη Απογευματινή»








