Την τελευταία του πνοή σε ηλικία 88 ετών άφησε ο Γερμανός ζωγράφος, σχεδιαστής, χαράκτης και γλύπτης Γκέοργκ Μπάζελιτς.
Ο Μπάζελιτς γεννήθηκε στη ναζιστική Γερμανία και μεγάλωσε στη συνέχεια στην Ανατολική Γερμανία, αφήνοντας πίσω του ένα έργο που εκτείνεται σε έξι δεκαετίες.
Απορρίφθηκε στα 17 του από την Ακαδημία Καλών Τεχνών της Δρέσδης, αλλά κατάφερε να μπει σε μια ακαδημία στο Ανατολικό Βερολίνο. Αποβλήθηκε, ωστόσο δύο εξάμηνα αργότερα για λόγω «κοινωνικοπολιτικής ανωριμότητας».
«Ήμουν αμόρφωτος, αλλά ήμουν επαναστάτης» είχε πει ο ίδιος, σύμφωνα με το Reuters. Έκτοτε ο Μπάζελιτς σφυρηλάτησε μια καριέρα που μετέτρεψε το παιδί της ναζιστικής Γερμανίας, που είχε μαθητεύσει υπό τον σοβιετικό κομμουνισμό, σε έναν από τους καθοριστικούς καλλιτέχνες της μεταπολεμικής Γερμανίας.
«Γεννήθηκα σε μια κατεστραμμένη τάξη, ένα κατεστραμμένο τοπίο, έναν κατεστραμμένο λαό, μια κατεστραμμένη κοινωνία» όπως είχε δηλώσει. «Και δεν ήθελα να αποκαταστήσω μια τάξη: είχα δει αρκετά από την λεγόμενη τάξη. Αναγκάστηκα να αμφισβητήσω τα πάντα, να είμαι «αφελής», να ξεκινήσω από την αρχή» είχε σχολιάσει.
Αφού αποβλήθηκε από την ακαδημία του Ανατολικού Βερολίνου, μετακόμισε στο Δυτικό Βερολίνο, όπου ολοκλήρωσε τις σπουδές του και απορρόφησε τον μοντερνισμό με έναν τρόπο που, όπως είχε πει, έμοιαζε με το να παίρνεις ξαφνικά οξυγόνο.
Ο ίδιος, είχε δηλώσει ότι ένιωσε σοκ όταν είδε για πρώτη φορά έργα του Τζάκσον Πόλοκ και άλλων εξπρεσιονιστών.
Αλλά αντί να μιμηθεί ένα αμερικανικό στυλ, ο Μπάζελιτς στράφηκε στις γερμανικές πηγές, αντλώντας έμπνευση από τον εξπρεσιονισμό, τις λαϊκές παραδόσεις και τις εικόνες που απορρίπτονται από τους κριτικούς ως άσχημες ή ακόμα και «εκφυλισμένες».
Σε μια ατομική έκθεση του 1963 στο Βερολίνο, οι αρχές κατέσχεσαν δύο από τους πίνακές του — «Η Μεγάλη Νύχτα Κάτω από την Αποχέτευση» και «Ο Γυμνός Άντρας».










