Τραγουδιστής, συνθέτης, στιχουργός, συγγραφέας και ζωγράφος, ο Λουδοβίκος των Ανωγείων είναι, πάνω απ’ όλα, ένας ποιητής, που καταφέρνει και κοινωνεί το θαύμα της καθημερινότητας. Εδώ, σε μια συνέντευξη -εφ’ όλης της ύλης- στην «Κυριακάτικη Απογευματινή» ο κορυφαίος τροβαδούρος μιλάει, μεταξύ άλλων, για το ξεκίνημά του, τους ανθρώπους που τον καθόρισαν (όπως ο Μάνος Χατζιδάκις και ο φίλος του Βαγγέλης Παπαθανασίου), τα καλλιτεχνικά του ερεθίσματα στην «αετοφωλιά» των Ανωγείων, τη σχέση του με τη ζωγραφική, την έμπνευση, αλλά και για το ελληνικό τραγούδι σήμερα.
Ετοιμάζετε μια μουσικοποιητική παράσταση, με τίτλο «Γκρεμό δεν έχουν τα πουλιά», με αφετηρία την Τετάρτη 15 Ιουλίου στο Ανοιχτό Θέατρο Λευκών, στην Πάρο. Ποια είναι η ιδέα πίσω από αυτή την παράσταση;
Το «Γκρεμό δεν έχουν τα πουλιά» είναι μια σκέψη και μια αναζήτηση που έκανα παλιά. Ηταν μια παρατήρησή μου κοιτώντας σε ένα εγκαταλελειμμένο σπίτι, όπου είχε φωλιάσει ένα περιστέρι. Ξαφνικά το πουλί κάνει μια ωραία κίνηση, μια καμπύλη στον αέρα, και φεύγει. Τι μαγικό πράγμα είναι αυτό; Πιστεύω ότι ο καθένας οφείλει μία πτήση στον εαυτό του, έστω και χωρίς φτερά. Η πτήση είναι ίσως το πιο φιλόδοξο όνειρο του ανθρώπου. Ο Ικαρος εξυψώνεται ακόμα και μέσα από την πτώση του. Η παράσταση, λοιπόν, περιφέρεται γύρω από αυτή την ιστορία του «πετώ», του «ανεβαίνω», κατανοώντας ότι ένα πουλί είναι ένας κωπηλάτης στην απέραντη θάλασσα του ουρανού. Μέσα σε αυτή την ιδέα εντάσσονται τραγούδια που έχω γράψει κατά καιρούς, αλλά και καινούργια. Παράλληλα, υπάρχει ένας θεατρικός μονόλογος με τίτλο «Η Κλυταιμνήστρα ήταν μια κακοποιημένη γυναίκα». Συμπεριλαμβάνεται, έτσι, η δύσκολη εποχή που ζούμε, όπου καθημερινά βλέπουμε περιστατικά βίας, ιδιαίτερα οικογενειακής. Νιώθω την ανάγκη να εκφράσω έναν προσωπικό λόγο απέναντι σε αυτήν τη βία: πώς δύο άνθρωποι που κάποτε υπήρξαν ερωτευμένοι και αγαπημένοι φτάνουν ξαφνικά στη μεγαλύτερη έκρηξη. Είναι ένα προσωπικό αδιέξοδο του καθενός, που δεν ξέρει προς τα πού να διοχετεύσει την οργή του. Ακόμα και η τέχνη περνά μια δύσκολη φάση.
Πώς μπορεί η τέχνη να αποτελέσει μια απάντηση σε αυτά τα αδιέξοδα;
Η τέχνη οφείλει να είναι αυτό που ήταν πάντοτε: Επινοήθηκε από την ανώτερη δυνατότητα της δημιουργίας, για να σε κάνει συμμέτοχο, συν-δημιουργό. Και να σου δείξει προς τα πού οδηγεί το φως. Σε κάθε δύσκολη στιγμή, η τέχνη έρχεται να βοηθήσει, να σου αποκαλύψει μια άλλη πραγματικότητα. Μια άλλη ουσία, ένα διαφορετικό νόημα, μήπως και βρεθεί μια διέξοδος. Κατά τη γνώμη μου, η σωστή τέχνη δεν έχει τις απαντήσεις. Οργανώνει σωστά τις ερωτήσεις. Και όταν κατανοήσεις βαθιά μια ερώτηση, ίσως να μη χρειάζεται καν απάντηση.
Αλήθεια, πώς αρχίσατε να διαμορφώνετε τη σχέση σας με το τραγούδι;
Εγώ κατάγομαι από ένα χωριό και από εκεί σας μιλώ τώρα: τα Ανώγεια. Τα Ανώγεια είναι μια «αετοφωλιά» στον Ψηλορείτη. Ενα χωριό που, λόγω της απομόνωσής του, δημιούργησε έναν ιδιαίτερο πολιτισμό. Μέχρι πριν από περίπου εβδομήντα χρόνια δεν υπήρχε καν αυτοκίνητο εδώ. Σε έναν τόπο με χίλια χρόνια ιστορίας, που αναπτύχθηκε ακολουθώντας μια δική του πορεία και μια δική του κατεύθυνση σε όλα τα επίπεδα. Αυτές τις μέρες, για παράδειγμα, γίνεται μια έκθεση υφαντικής, που αφηγείται αριστουργηματικά την ιστορία του τόπου. Βλέπεις γυναί-κες που μεγάλωσαν οικογένειες με δεκάδες παιδιά να υφαίνουν με το βλέμμα καρφωμένο στο υφάδι. Το κόκκινο χρώμα καθόριζε τη ζωή τους: το πάθος, το αίμα, την αυγή, τη δύση. Θυμάμαι τη θεία μου να υφαίνει όταν ήμουν μικρός. Τη ρωτούσα γιατί βάφει ένα δέντρο μοβ. Και μου έλεγε: «∆εν του πάει όμορφα το κίτρινο δίπλα;». ∆ηλαδή δεν αντέγραφαν απλώς τη φύση. ∆ημιουργούσαν μια προσωπική αισθητική, μοναδική. Αυτό καθόριζε και τις καθημερινές σχέσεις: το φαγητό, τη συμπεριφορά, τον τρόπο ζωής. Μεγάλωσα σε έναν τόπο που είχε έντονες κοινωνικές συμβάσεις. Ο έρωτας, όμως, πάντα έβρισκε τρόπο να πετά ανάμεσα από τα βλέμματα. Και τότε ερχόταν η νύχτα. Η νύχτα ήταν το εισιτήριο του ερωτευμένου. Τραγουδούσαν τις καντάδες κάτω από τα σπίτια. Ακουγες στίχους όπως: «Ποιος ουρανός δενθα ’θελε να ’σαι δικό του αστέρι / τα μαύρα τα μεσάνυχτα να κάνεις μεσημέρι». Τέτοιες ατμόσφαιρες, τέτοια ποιητικά σύμπαντα υπήρχαν καθημερινά μπροστά στα μάτια και στα αυτιά μας. Ετσι μπολιάστηκα κι εγώ, όπως όλοι οι άνθρωποι του τόπου μου.
Ωσπου, το 1979, γνωριστήκατε με τον Μάνο Χατζιδάκι, ο οποίος είχε έρθει στα Ανώγεια με το Τρίτο Πρόγραμμα της ΕΡΤ για τις μουσικές γιορτές και σας ανακάλυψε. Τι ήταν για εσάς αυτή η γνωριμία;
Είχα, πράγματι, τη μεγάλη τύχη να γνωρίσω τον Μάνο Χατζιδάκι όταν ήμουν περίπου 26-27 ετών. Σπούδαζα τότε και ασχολούμουν με τη ζωγραφική. Θυμάμαι πως δεν χρειάστηκε να μου πει πολλά. Ουσιαστικά μου έδειξε μια κατεύθυνση: «Από εδώ πάει ο δρόμος». Με άκουσε ένα βράδυ να παίζω μαντολίνο και από εκεί και πέρα η ζωή μου πήρε μια πορεία πιστή στον εαυτό μου. Αργότερα γνώρισα και τον Νίκο Γκάτσο. Πήρα μια παρότρυνση από δύο σπουδαίες προσωπικότητες. Εκείνη την εποχή δεν είχα πλήρη συναίσθηση του μεγέθους τους. Βρέθηκα, όμως, στη μέση ενός περιβάλλοντος πολιτισμού εξαιρετικά υψηλού επιπέδου και αυτό καθόρισε τη διαδρομή μου. Αλλά το βασικότερο πράγμα που με δίδαξε ο Μάνος Χατζιδάκις ήταν το να ακούω.
Υπάρχει κάποια ιστορία ή ανάμνηση από εκείνα τα χρόνια που θα θέλατε να μοιραστείτε μαζί μας;
Ναι, πολλές. Μία την έχω πει και πιο παλιά: Θυμάμαι τα χρόνια που ο Μάνος Χατζιδάκις ερχόταν εδώ, στις εκδηλώσεις που οργανώναμε με τον τότε δήμαρχο. Είχε ενθουσιαστεί με τα Ανώγεια. Κάποτε, όταν του ζήτησα τηλεφωνικά να συναντηθούμε για μια συνέντευξη σε εφημερίδα, μου έδωσε τον αριθμό του γραμμένο σε ένα χαρτάκι. Το αστείο είναι ότι υπέγραφε το επίθετό του με δύο «ι». Απόρησα και τον ρώτησα γιατί το γράφει έτσι. Και μου απάντησε με το γνωστό του χιούμορ: «Με παχαίνει το ήτα». Θυμάμαι, επίσης, κάτι που έλεγε για τα Ανώγεια, το οποίο δεν είναι αστείο, αλλά έχει πολύ ενδιαφέρον: Παρατηρούσε ότι εδώ οι άνθρωποι, όταν μιλούν, η σκέψη βγαίνει μονομιάς, με μια μονοκοντυλιά.
Και αυτό το έχετε κρατήσει και εσείς στη δημιουργική σας πορεία. Τα τραγούδια σας έχουν μια αμεσότητα…
Ναι, είναι πολύ σωστό αυτό που λέτε. Στα τραγούδια μου ήθελα πάντοτε να με φιλοξενεί το συναίσθημα. Εκανα πάντοτε σε αυτά μια διαρκή επίκληση στο συναίσθημα. Αν ένα τραγούδι -ή γενικότερα οποιοδήποτε έργο τέχνης- δεν σου κινητοποιεί συναισθήματα στο στήθος, αν δεν σου ανεβάζει το δάκρυ, αν δεν σου ανοίγει το στόμα από έκπληξη, τότε δεν έχει λόγο ύπαρξης. Η τέχνη δεν πρέπει να είναι αναμενόμενη. Πρέπει να σε κινητοποιεί. Πρέπει να σου αποκαλύπτει, όπως είπαμε πριν, μια νέα πραγματικότητα, ένα νέο σύμπαν. Θυμάμαι τον Βαγγέλη Παπαθανασίου, με τον οποίο μας συνέδεε βαθιά φιλία, που μου είχε πει κάτι το οποίο δεν ξέχασα ποτέ: «Ολα είναι μνήμη». Και συμπλήρωνε πως είναι σχεδόν αλαζονικό να λες «το έκανα εγώ». Όλα προέρχονται από μια μεγάλη, συλλογική μνήμη. Το ζήτημα είναι τι δυνατότητα έχεις να αντλήσεις από αυτήν τη μνήμη και τι μπορείς να καταθέσεις εσύ. ∆εν τον άκουσα ποτέ να λέει «έγραψα αυτό το έργο». Ελεγε ότι η μουσική δεν γράφεται με τη βούληση. ∆εν κάθεσαι να τη γράψεις εσύ. Αδειάζεις τον εαυτό σου και εκείνη έρχεται.
Επειτα από τόσα χρόνια δημιουργίας, τι αγαπάτε περισσότερο; Τη μοναχική διαδικασία της σύνθεσης ή την επαφή με το κοινό;
Οσο περνά ο χρόνος, οι επαφές με τον κόσμο λιγοστεύουν. Υπάρχει, βέβαια, ένα πιστό κοινό που έρχεται από παλιά και συνεχίζει να με ακολουθεί. Ενα κοινό που σου υπενθυμίζει μια κοινή διαδρομή τριάντα και πλέον χρόνων. Το τραγούδι, όμως, δεν είναι πια ο μεγάλος καημός μου. Νομίζω πως έχω κάνει τον δικό μου κύκλο στη δημιουργία των τραγουδιών. Αν έρθει κάτι καινούργιο και με συγκινήσει, φυσικά θα το ακολουθήσω. Ομως, τα τελευταία χρόνια, το βλέμμα μου έχει στραφεί περισσότερο στη ζωγραφική, την οποία αγαπούσα πάντοτε. ∆εν είναι ένα χόμπι. Είναι ακόμα ένας τρόπος έκφρασης.
Πώς η μία ενασχόληση συμπληρώνει την άλλη;
Στην ουσία πρόκειται για το ίδιο πράγμα. Απλώς αλλάζουν τα εργαλεία. Στη μία περίπτωση χρησιμοποιείς το αυτί, στην άλλη το βλέμμα. Η ανάγκη, όμως, είναι η ίδια. Αυτή την περίοδο δουλεύω μια σειρά έργων με θέμα τα πουλιά. Πρόκειται για προσωπογραφίες πουλιών. Παρατηρώ κάτι που δεν είχα προσέξει παλαιότερα: Το πουλί δεν σε κοιτάζει απλώς. Σε παρατηρεί. Σε εξερευνά. ∆ιεκδικεί μια σχέση μαζί σου. Η σειρά αυτή θα λέγεται «Κωπηλατώντας στους ουρανούς», γιατί εξακολουθώ να πιστεύω ότι ένα πουλί στον αέρα είναι σαν έναν κωπηλάτη στη θάλασσα του ουρανού. Αυτά είναι που γεμίζουν την καθημερινότητά μου. Σήμερα το πρωί, για παράδειγμα, πήγα στο περιβόλι να ποτίσω τις ντομάτες. Ακουσα υπέροχα πουλιά. Κάθισα κάτω από ένα δέντρο και ένιωσα κάτι που θεωρώ πολύ σημαντικό: ότι ο άνθρωπος οφείλει να γίνει μέρος του όλου και όχι το κέντρο του κόσμου. Ηχογράφησα ένα αηδόνι. Επειτα του έβαλα να ακούσει τη φωνή του από το κινητό μου. ∆εν μπορείτε να φανταστείτε την αντίδρασή του. Πετούσε από κλαδί σε κλαδί, πλησίαζε, αναζητούσε την πηγή του ήχου. Η ζωή είναι γεμάτη πληροφορίες και εκπλήξεις. Ο χρόνος μάς κοιτάζει λοξά και μας υπενθυμίζει διαρκώς ότι κάποτε δεν θα υπάρχουμε. Εχουμε, λοιπόν, την τύχη να είμαστε μάρτυρες ενός θαύματος.
Πώς βλέπετε την πορεία του ελληνικού τραγουδιού μέσα στον χρόνο; Ποιο είναι το μυστικό της αξίας του;
Το ελληνικό τραγούδι έχει γνωρίσει μεγάλες δόξες, οι οποίες δεν πρόκειται ποτέ να σβήσουν. Η εποχή, όμως, έχει αλλάξει. Η παγκοσμιοποίηση και η τεχνολογία έφεραν τεράστιες δυνατότητες, αλλά ταυτόχρονα οδήγησαν σε μια ομογενοποίηση της μουσικής παραγωγής. Παλαιότερα άκουγες ένα τραγούδι και αναγνώριζες αμέσως τον δημιουργό του. Ηξερες ότι αυτό είναι τραγούδι του Σαββόπουλου, του Χατζιδάκι ή κάποιου άλλου μεγάλου δημιουργού.
Ενας καλλιτέχνης εξακολουθεί να ασκεί επίδραση στον κόσμο;
Ενας άνθρωπος που έχει διανύσει μια σεβαστή καλλιτεχνική διαδρομή κουβαλά μαζί του μια εμπειρία. ∆εν το λέω εγωιστικά. Απλώς η εμπειρία, με τα χρόνια, σου δίνει μια οπτική που ίσως ένας νεότερος άνθρωπος θέλει να ακούσει. Μπορεί να βρεθείς σε ένα καφενείο, σε μια παρέα, και να διηγηθείς μια ιστορία από μια συναυλία ή από έναταξίδι. Με τον καιρό εκπέμπεις περισσότερο μέσα από τις αναμνήσεις. Και, αν αφηγείσαι σωστά αυτές τις αναμνήσεις, αν τις μοιράζεσαι με αλήθεια και ζωντάνια, τότε είναι σχεδόν σαν να δίνεις μια καλή συναυλία.
Εφημερίδα «Κυριακάτικη Απογευματινή»









