Η θέσπιση της αναβαλλόμενης φορολογικής απαίτησης (DTC), ήταν μια επωφελής για την Ελλάδα ρύθμιση που ενίσχυσε καθοριστικά τα εποπτικά κεφάλαια των ελληνικών τραπεζών κατά την περίοδο της κρίσης. Συγκεκριμένα, με το άρθρο 23 του Ν. 4302/2014 προστέθηκε το άρθρο 27Α στον Ν. 4172/2013, με το οποίο θεσπίστηκε η προαιρετική μετατροπή της DTC των εποπτευόμενων από την Τράπεζα της Ελλάδος χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων, των εταιρειών χρηματοδοτικής μίσθωσης (leasing) και των εταιρειών πρακτορείας επιχειρηματικών απαιτήσεων (factoring) σε οριστική και εκκαθαρισμένη απαίτησή τους έναντι του ελληνικού Δημοσίου, υπό προϋποθέσεις. Έτσι, δόθηκε η δυνατότητα στα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα και στα ως άνω νομικά πρόσωπα να διατηρήσουν φορολογικό πλεονέκτημα σε περίπτωση που σε ορισμένη χρήση εμφανίσουν λογιστική (ύστερα από φόρους) ζημία, μετατρέποντας την αναβαλλόμενη φορολογική τους απαίτηση σε οριστική και εκκαθαρισμένη απαίτησή τους έναντι του ελληνικού Δημοσίου.
Η ποιότητα αυτών των εποπτικών κεφαλαίων δεν ήταν η καλύτερη δυνατή, αλλά έδωσε τότε ανάσα στις τράπεζες χωρίς να στραγγαλίσει τους φορολογουμένους που είχαν ήδη υποστεί μεγάλη μείωση μισθών, συντάξεων και εν γένει εισοδημάτων λόγω της κρίσης χρέους στην οποία είχε μπει από το 2010 η Ελλάδα. Η σταδιακή απομείωση του αναβαλλόμενου φόρου θα ολοκληρωνόταν το 2040, γι’ αυτό απομένουν περίπου 13 δισ. ευρώ για να «σβήσει» αυτή η πρωτότυπη, αλλά αποτελεσματική, κεφαλαιακή ενίσχυση στις τράπεζες.
Με δεδομένο όμως, ότι τα τελευταία χρόνια οι τράπεζες στην Ελλάδα επανήλθαν στην κερδοφορία και μοιράζουν μέρισμα στους μετόχους τους, επανήλθε στον δημόσιο διάλογο και αυτό το «ξεχασμένο» για μία δεκαετία περίπου θέμα. Μάλιστα ακούγονται λαϊκίστικες κορόνες για έκτακτη φορολόγηση των κερδών των τραπεζών, με αποκορύφωμα τη σχετική περσινή τροπολογία που προώθησε η αξιωματική αντιπολίτευση του ΠΑΣΟΚ.
Πολύ πιο αποτελεσματικό -και δημοσιονομικά και χρηματοπιστωτικά ορθότερο- είναι να επισπευσθεί η απομείωση του αναβαλλόμενου φόρου. Και αντί του 2040 να «σβήσει» νωρίτερα, μέσα στην επόμενη δεκαετία, προς όφελος και των Ελλήνων φορολογουμένων, αλλά και των ιδίων των μετόχων των τραπεζών και της ευστάθειας του τραπεζικού συστήματος.
Πράγματι, προς αυτήν την κατεύθυνση κινείται η σε εθελοντική βάση συμφωνία των συστημικών τραπεζών με τον Ενιαίο Εποπτικό Μηχανισμό (SSM) της ΕΕ. Το πλαίσιο που συμφωνήθηκε επιτρέπει στις πιο αδύναμες κεφαλαιακά τράπεζες να ολοκληρώσουν την απομείωση του DTC στον μισό περίπου από τον προβλεπόμενο χρόνο, χωρίς την ίδια στιγμή να αποτρέπει σε κάποιες πιο εύρωστες τράπεζες από ταχύτερη απομείωση. Το ύψος αυτής της απομείωσης συμφωνήθηκε να είναι στο 29% του μερίσματος ή/και του προγράμματος επαναγοράς μετοχών. Σε ένα απλό παράδειγμα, αν μία τράπεζα είχε 1 δισ. ευρώ κέρδη το 2025 και μοιράσει στους μετόχους 500.000.000 ευρώ μέρισμα, τότε θα απομειωθεί το υπόλοιπο DTC κατά 145.000.000 ευρώ (500×29%).
Η κίνηση αυτή είναι στη σωστή κατεύθυνση. Παραμένει όμως εθελοντική. Κατά την άποψή μου, η κυβέρνηση μπορεί και πρέπει να καταστήσει αυτό τον μηχανισμό υποχρεωτικό με σχετική νομοθετική ρύθμιση. Πρόκειται για «win-win», αμοιβαία επωφελή ρύθμιση. Στους φορολογουμένους, επιστρέφει ετησίως εκατοντάδες εκατομμύρια ευρώ επιβραβεύοντάς τους για τη στήριξη που πρόσφεραν στις τράπεζες όταν τη χρειάστηκαν για να παραμείνουν όρθιες, ενώ για τις τελευταίες αντισταθμίζει τον κίνδυνο να υποκύψει μια κυβέρνηση στις «Σειρήνες» του λαϊκισμού και να επιβάλλει έκτακτες επιβαρύνσεις που τελικά το μόνο που πετυχαίνουν είναι να καταστρέφουν την εμπιστοσύνη, δηλαδή αυτό το άυλο πολύτιμο κεφάλαιο που είναι συνυφασμένο με την τραπεζική πίστη, αλλά και την πρόοδο οποιασδήποτε οικονομίας.
Ας νομοθετήσουμε, λοιπόν, για να τελειώνουμε και με την αναβαλλόμενη φορολογία των τραπεζών, μία από τις εκκρεμότητες της κρίσης της περασμένης δεκαετίας.
Στέλιος Πέτσας, βουλευτής ΝΔ Α’ Ανατολικής Αττικής
Εφημερίδα Απογευματινή











