Ο τουρισμός δεν αποκαλείται τυχαία «βαριά βιομηχανία» της Ελλάδας. Κάθε καλοκαίρι εκατομμύρια επισκέπτες επιλέγουν τη χώρα για τις διακοπές τους και τα έσοδα του κλάδου καταρρίπτουν το ένα ρεκόρ μετά το άλλο τα τελευταία χρόνια. Παρότι όμως αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους πυλώνες της οικονομίας, οι ντόπιοι εξακολουθούν να δυσκολεύονται να απολαύσουν αυτό που η χώρα τους προσφέρει σε εκατομμύρια ξένους τουρίστες.
Τα τελευταία στοιχεία της Eurostat για το 2025 αποκαλύπτουν ότι το 46,6% των κατοίκων της Ελλάδας ηλικίας 16 ετών και άνω δεν έχει την οικονομική δυνατότητα να καλύψει το κόστος μίας εβδομάδας διακοπών μακριά από το σπίτι. Το ποσοστό αυτό είναι το δεύτερο υψηλότερο στην Ευρωπαϊκή Ένωση, πίσω μόνο από τη Ρουμανία (61,4%), όταν ο μέσος όρος της ΕΕ διαμορφώνεται στο 27,5%.
Λίγο καλύτερα, όχι αρκετά
Η πρώτη ανάγνωση των στοιχείων θα μπορούσε να οδηγήσει στο συμπέρασμα ότι η κατάσταση παραμένει αμετάβλητη. Δεν είναι όμως έτσι. Το 2019, πριν από την πανδημία, το αντίστοιχο ποσοστό στην Ελλάδα ανερχόταν στο 49%. Σήμερα βρίσκεται στο 46,6%, γεγονός που σημαίνει ότι, σε σχέση με πριν από έξι χρόνια, ένα μικρό μέρος των νοικοκυριών έχει ανακτήσει τη δυνατότητα να πραγματοποιήσει έστω μία εβδομάδα διακοπών.
Η βελτίωση, ωστόσο, είναι περιορισμένη. Μάλιστα, σε σύγκριση με το 2024, όταν ο δείκτης είχε υποχωρήσει στο 46%, το 2025 καταγράφεται εκ νέου μια μικρή επιδείνωση. Ανάλογη τάση παρατηρείται και στην Ευρωπαϊκή Ένωση, όπου το ποσοστό αυξήθηκε οριακά από το 27% στο 27,5%. Ωστόσο, η συνολική εικόνα είναι διαφορετική. Η Ευρώπη κατάφερε μέσα στην τελευταία δεκαετία να μειώσει αισθητά το ποσοστό των πολιτών που στερούνται τις διακοπές για οικονομικούς λόγους, ενώ η Ελλάδα εξακολουθεί να κινείται με πολύ πιο αργούς ρυθμούς.
Νέες συνήθειες
Η περιορισμένη βελτίωση δεν σημαίνει ότι οι Έλληνες ταξιδεύουν όπως παλαιότερα. Αντίθετα, τα τελευταία χρόνια παρατηρείται σαφής αλλαγή στη συμπεριφορά των νοικοκυριών. Η συνεχής αύξηση του κόστους διαμονής, των ακτοπλοϊκών εισιτηρίων, των αεροπορικών μεταφορών αλλά και της εστίασης έχει οδηγήσει πολλούς στην αναζήτηση οικονομικότερων λύσεων. Οι διακοπές μικρότερης διάρκειας, η φιλοξενία σε συγγενείς και φίλους, η αξιοποίηση εξοχικών κατοικιών και οι μονοήμερες αποδράσεις αποτελούν πλέον επιλογές για ολοένα περισσότερες οικογένειες. Με άλλα λόγια, αρκετοί εξακολουθούν να κάνουν διακοπές, αλλά όχι με τον τρόπο που συνήθιζαν πριν από λίγα χρόνια.
Το παράδοξο
Η εικόνα αυτή αποκτά ιδιαίτερο ενδιαφέρον αν συγκριθεί με τις επιδόσεις του ελληνικού τουρισμού. Η χώρα συνεχίζει να καταγράφει ιστορικά υψηλές αφίξεις επισκεπτών και αυξημένα τουριστικά έσοδα, ενώ περισσότερο από το 40% των ετήσιων διανυκτερεύσεων συγκεντρώνεται τους μήνες Ιούλιο και Αύγουστο. Η ισχυρή αυτή ζήτηση όμως συμπιέζει ακόμη περισσότερο την προσφορά καταλυμάτων και διατηρεί τις τιμές σε υψηλά επίπεδα κατά την περίοδο αιχμής. Το αποτέλεσμα είναι ότι οι δημοφιλείς προορισμοί γίνονται ολοένα πιο προσιτοί για τους ξένους επισκέπτες με υψηλότερο διαθέσιμο εισόδημα και ολοένα πιο δύσκολα προσβάσιμοι για μεγάλο μέρος των ελληνικών νοικοκυριών.
Κρίσιμος δείκτης
Η Eurostat δεν χρησιμοποιεί τυχαία τη δυνατότητα πραγματοποίησης μίας εβδομάδας διακοπών ως κοινωνικό δείκτη. Η αδυναμία ενός νοικοκυριού να καλύψει αυτήν τη δαπάνη θεωρείται ένδειξη υλικής και κοινωνικής στέρησης, καθώς αποτυπώνει το διαθέσιμο εισόδημα και το περιθώριο που απομένει μετά την κάλυψη των βασικών αναγκών. Για τον λόγο αυτόν, ο συγκεκριμένος δείκτης χρησιμοποιείται ευρέως στις ευρωπαϊκές συγκρίσεις για την ποιότητα ζωής. Η Ελλάδα εξακολουθεί να εμφανίζει μία από τις χειρότερες επιδόσεις στην Ένωση, παρά το γεγονός ότι η οικονομία έχει αναπτυχθεί τα τελευταία χρόνια και η ανεργία έχει αποκλιμακωθεί.
Το ζητούμενο
Η εικόνα που προκύπτει από τα στοιχεία της Eurostat είναι σύνθετη. Από τη μία πλευρά, η κατάσταση είναι καλύτερη σε σχέση με το 2019, καθώς λιγότεροι Έλληνες δηλώνουν ότι αδυνατούν να πραγματοποιήσουν διακοπές για οικονομικούς λόγους. Από την άλλη, η πρόοδος είναι αργή και εύθραυστη, όπως δείχνει και η μικρή επιδείνωση του 2025. Την ίδια στιγμή, η απόσταση από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο παραμένει μεγάλη. Σχεδόν ένας στους δύο Έλληνες εξακολουθεί να στερείται μία εβδομάδα θερινής ανάπαυσης, όταν στις περισσότερες χώρες της Ευρώπης το αντίστοιχο ποσοστό κινείται πολύ χαμηλότερα.
Ίσως αυτό να είναι και το μεγαλύτερο παράδοξο του ελληνικού τουρισμού. Η χώρα μπορεί να εξελίσσεται σε έναν από τους πιο δημοφιλείς προορισμούς του κόσμου, όμως η επιτυχία αυτή δεν μεταφράζεται ακόμη σε αντίστοιχη δυνατότητα των ίδιων των πολιτών της να απολαμβάνουν τις διακοπές στον τόπο τους. Και όσο σχεδόν οι μισοί Έλληνες συνεχίζουν να δηλώνουν ότι δεν μπορούν να αντέξουν οικονομικά ούτε μία εβδομάδα διακοπών, το χάσμα ανάμεσα στην τουριστική ανάπτυξη και την καθημερινότητα των νοικοκυριών θα παραμένει ένα από τα πιο χαρακτηριστικά κοινωνικά παράδοξα της χώρας.
Εφημερίδα Απογευματινή








