Ρεπορτάζ: Γιώργος Μάλτης
Ανέκρουσε πρύμναν μέσα στο Σαββατοκύριακο η κυβέρνηση στο ζήτημα του πλαφόν στα ενοίκια για συγκεκριμένες κατηγορίες ακινήτων (χαμηλής ποιότητας και ενεργειακής απόδοσης), μετά τις έντονες αντιδράσεις που εκδηλώθηκαν και δημιούργησαν την αίσθηση ότι το πλαφόν θα μπορούσε να επιβληθεί οριζόντια σε όλα τα ακίνητα που μισθώνονται. Η σχετική πρόταση που περιλαμβάνεται στο σχέδιο διαβούλευσης αναφορικά με την Εθνική Στρατηγική για τη Στεγαστική Πολιτική 2026-2035 διαψεύδεται «κατηγορηματικά» από πηγές του υπουργείου Κοινωνικής Συνοχής, που χθες αποσαφήνιζαν ότι δεν εξετάζεται και δεν προτίθεται να εφαρμοστεί οποιοδήποτε σύστημα διοικητικού καθορισμού ή ανώτατου ορίου στις τιμές των μισθώσεων.
Εξηγώντας το σκεπτικό τους, οι ίδιες πηγές τόνιζαν ότι η διεθνής εμπειρία από χώρες που υιοθέτησαν παρεμβάσεις αυτού του τύπου είναι σύνθετη και τα αποτελέσματα συχνά αμφιλεγόμενα. Σε αρκετές περιπτώσεις έχουν καταγραφεί παρενέργειες, όπως η μείωση της προσφοράς κατοικιών προς ενοικίαση, η αναστολή επενδύσεων στην κατοικία και η επιδείνωση της ποιότητας του διαθέσιμου οικιστικού αποθέματος.
Επιπλέον -όπως εξηγούν- η ελληνική στεγαστική αγορά παρουσιάζει ιδιαίτερα χαρακτηριστικά που καθιστούν τέτοιου είδους παρεμβάσεις ακόμη πιο προβληματικές, παραπέμποντας στο γεγονός ότι το μέσο δηλωμένο μίσθωμα στα «βιβλία» της φορολογικής διοίκησης παραμένει σε επίπεδα που δεν αντανακλούν πλήρως την πραγματική εικόνα της αγοράς, γεγονός που καταδεικνύει την έκταση του φαινομένου της υποδήλωσης μισθωμάτων. Υπ’ αυτές τις συνθήκες, η επιβολή διοικητικών περιορισμών θα μπορούσε να ενισχύσει περαιτέρω την αδήλωτη οικονομία, αντί να αντιμετωπίσει το πρόβλημα της προσιτής στέγασης, ισχυρίζονται στο υπουργείο Κοινωνικής Συνοχής.
Τονίζεται δε ότι «σε κάθε περίπτωση, η θέσπιση ρυθμιζόμενου ενοικίου στο πλαίσιο της κοινωνικής κατοικίας δεν πρέπει να συγχέεται με την επιβολή πλαφόν σε ιδιωτικά ακίνητα». Η κυβερνητική πολιτική για τη στέγαση, σημειώνουν οι ίδιες πηγές, επικεντρώνεται στην αύξηση της προσφοράς κατοικιών, στην αξιοποίηση κλειστών ακινήτων, στην ενίσχυση της κοινωνικής και προσιτής κατοικίας, στη διευκόλυνση της πρόσβασης των νέων σε ιδιόκτητη κατοικία και στη στήριξη των ενοικιαστών μέσω στοχευμένων μέτρων. «Η αντιμετώπιση της στεγαστικής κρίσης απαιτεί διαρθρωτικές παρεμβάσεις που αυξάνουν το διαθέσιμο στεγαστικό απόθεμα και όχι διοικητικό καθορισμό τιμών», καταλήγουν οι σχετικές διευκρινίσεις.
Τι αναφέρει το επίσημο κείμενο της διαβούλευσης
Από το υπουργείο Κοινωνικής Συνοχής και Οικογένειας υποστήριζαν χθες ότι όχι μόνο η κυβέρνηση δεν εξετάζει ή προτίθεται να προχωρήσει σε οποιαδήποτε μορφή διοικητικού καθορισμού ή ανώτατου ορίου στις τιμές των μισθώσεων, αλλά και ότι στο σχέδιο για τη στεγαστική πολιτική «δεν περιλαμβάνεται σχετική πρόταση». Ωστόσο, στο επίσημο κείμενο της διαβούλευσης και ειδικότερα στο «Μέτρο 3: Θεσμοθέτηση εθνικού δείκτη τιμών», περιγράφεται αναλυτικά το «παράθυρο» που ανοίγει για την επιβολή πλαφόν. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται:
«Περιγραφή: Η θεσμοθέτηση εθνικού δείκτη τιμών ακινήτων στοχεύει στη δημιουργία ενός ενιαίου και αξιόπιστου μηχανισμού παρακολούθησης των τιμών αγοράς και μίσθωσης κατοικιών σε εθνικό, περιφερειακό και τοπικό επίπεδο. Ο δείκτης θα ενισχύσει τη διαφάνεια στην αγορά κατοικίας, θα επιτρέψει την έγκαιρη αναγνώριση περιοχών με αυξημένη στεγαστική πίεση και θα στηρίξει τη λήψη τεκμηριωμένων αποφάσεων για τον σχεδιασμό στεγαστικών πολιτικών.
· Η λειτουργία του δείκτη μπορεί να βασιστεί στη συνδυαστική αξιοποίηση υφιστάμενων πηγών δεδομένων, όπως στοιχεία μεταβιβάσεων, μισθώσεων, τραπεζικών αποτιμήσεων, φορολογικών δηλώσεων και διαθέσιμων δεικτών της αγοράς. Μέσω τακτικής επικαιροποίησης και δημοσίευσης συγκρίσιμων στοιχείων, ο δείκτης θα μπορεί να λειτουργεί ως εργαλείο παρακολούθησης της προσιτότητας, αξιολόγησης της αποτελεσματικότητας των μέτρων και εντοπισμού στρεβλώσεων στην αγορά κατοικίας.
· Συναφής διεθνής πρακτική: Αντίστοιχη διεθνή πρακτική αποτελεί ο δείκτης τιμών της Γερμανίας (Mietspiegel) που λειτουργεί ως επίσημος τοπικός δείκτης αναφοράς μισθωμάτων και καταρτίζεται με βάση πραγματικά στοιχεία αγοράς, λαμβάνοντας υπόψη χαρακτηριστικά όπως η περιοχή, το μέγεθος, η ποιότητα, ο εξοπλισμός και η γειτονιά του ακινήτου.
· Προστιθέμενη αξία στο ελληνικό πλαίσιο: Ο εθνικός δείκτης τιμών μπορεί να αποτελέσει τη βάση για τη διάκριση μεταξύ ελεύθερης και ρυθμιζόμενης αγοράς μίσθωσης, με τρόπο στοχευμένο και τεκμηριωμένο. Μέσω αντικειμενικών δεδομένων για τις τιμές, την περιοχή, την ποιότητα και την ενεργειακή κατάσταση των κατοικιών, θα μπορεί να προσδιορίζεται πότε μια κατηγορία ακινήτων παραμένει στην ελεύθερη αγορά και πότε απαιτείται ειδικότερο πλαίσιο προστασίας των ενοικιαστών. Ιδίως για κατοικίες χαμηλής ποιότητας ή χαμηλής ενεργειακής απόδοσης, ο δείκτης θα μπορούσε να αξιοποιηθεί ως εργαλείο αναφοράς για τον καθορισμό ανώτατων ευρών μισθώματος ή άλλων κανόνων ρύθμισης της αγοράς. Παράλληλα, η αναβάθμιση του ακινήτου, μέσω της αξιοποίησης υφιστάμενων κινήτρων όπως τα προγράμματα “Εξοικονομώ” και “Αναβαθμίζω το Σπίτι μου”, θα μπορούσε να αποτελέσει προϋπόθεση για την επανένταξή του σε πιο ελεύθερο πλαίσιο διαμόρφωσης τιμών».
Εφημερίδα Απογευματινή






