Ρεπορτάζ: Δέσποινα Νικολάου
Αντιμέτωπη με μια νέα πίεση βρίσκεται η ευρωπαϊκή αγορά εργασίας: τη σταδιακή κατάργηση των ορίων της ίδιας της εργάσιμης ημέρας. Καθώς η εξ αποστάσεως και η υβριδική εργασία έχουν πλέον εδραιωθεί στη μετά την πανδημία οικονομία, τα όρια μεταξύ επαγγελματικής και προσωπικής ζωής γίνονται ολοένα και πιο δύσκολο να διατηρηθούν. Την ίδια στιγμή, η οικονομική αβεβαιότητα, οι αναδιαρθρώσεις και οι απολύσεις έχουν ενισχύσει τον φόβο των εργαζομένων ότι μπορεί να θεωρηθούν μη διαθέσιμοι ή ανεπαρκώς αφοσιωμένοι στη δουλειά τους.
Το αποτέλεσμα είναι μια ολοένα και πιο διαδεδομένη κουλτούρα «always-on», στο πλαίσιο της οποίας e-mails, μηνύματα και τηλεφωνήματα εισβάλλουν συστηματικά τα βράδια, τα Σαββατοκύριακα και τις διακοπές.
Σύμφωνα με νέα έρευνα του Eurofound, περίπου ένας στους πέντε εργαζόμενους στην Ε.Ε. δηλώνει ότι δέχεται επανειλημμένα, αρκετές φορές τον μήνα, επικοινωνίες για λόγους που σχετίζονται με την εργασία εκτός του κανονικού ωραρίου. Η ανάλυση των δεδομένων δείχνει ότι η συχνότητα με την οποία ένας εργαζόμενος έρχεται σε επαφή εκτός ωραρίου εργασίας σχετίζεται άμεσα και αναλογικά με τα επίπεδα άγχους του. Μεταξύ εκείνων που έρχονται σε επαφή σε καθημερινή βάση, 6 στους 10 (59%) αναφέρουν ότι βιώνουν άγχος στην εργασία τους πάντα ή σχεδόν συνεχώς. Στο αντίθετο άκρο της κλίμακας, μεταξύ εκείνων που δεν έρχονται ποτέ σε επαφή εκτός ωραρίου εργασίας, το ποσοστό αυτό μειώνεται στο 17%.
Απλήρωτες ώρες
Επί της ουσίας, πρόκειται για μια μορφή απλήρωτης εργασίας. Στη Βρετανία, ανάλυση των στοιχείων της Labour Force Survey από το Trades Union Congress (TUC) εκτιμά ότι περίπου 3,5 εκατομμύρια εργαζόμενοι -περίπου ένας στους οκτώ- εργάστηκαν συστηματικά υπερωρίες χωρίς αμοιβή πέρυσι. Το TUC αποτιμά την αξία αυτής της απλήρωτης εργασίας σε 28,5 δισ. λίρες (33,3 δισ. ευρώ). Τα στοιχεία καταδεικνύουν πώς η οικονομία του «always-on» μπορεί ουσιαστικά να μεταφέρει μέρος του κόστους της εργασίας από τους εργοδότες στους εργαζόμενους, με τους τελευταίους να επωμίζονται επιπλέον ώρες τα βράδια και τα Σαββατοκύριακα.
Η εξ αποστάσεως εργασία έχει προσφέρει μεγαλύτερη ευελιξία σε εκατομμύρια εργαζόμενους, αλλά ταυτόχρονα έχει αποδυναμώσει έναν από τους πιο βασικούς μηχανισμούς που διαχωρίζουν την εργασία από την προσωπική ζωή: τη φυσική απόσταση.
Το Eurofound διαπίστωσε ότι το 63% των εργαζομένων εξ αποστάσεως δήλωσαν ότι δέχονται επικοινωνίες εκτός ωραρίου, έναντι 48% των εργαζομένων που εργάζονται αποκλειστικά στις εγκαταστάσεις του εργοδότη τους. Μεταξύ εκείνων με ευέλικτη ώρα έναρξης και λήξης της εργασίας, το 64% είχε τουλάχιστον περιστασιακά τέτοιες επικοινωνίες, έναντι 49% όσων εργάζονται με τυπικό ωράριο.
Οι κυβερνήσεις σε ολόκληρη την Ευρώπη αναγνωρίζουν ολοένα και περισσότερο ότι το πρόβλημα δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί απλώς ζητώντας από τους εργαζόμενους να επιδεικνύουν μεγαλύτερη αυτοπειθαρχία. Οπως επισημαίνει η έρευνα του Eurofound, 13 κράτη-μέλη της Ε.Ε., το Βέλγιο, η Βουλγαρία, η Κροατία, η Κύπρος, η Γαλλία, η Ελλάδα, η Ιρλανδία, η Ιταλία, το Λουξεμβούργο, η Πορτογαλία, η Σλοβακία, η Σλοβενία και η Ισπανία, έχουν θεσπίσει κάποια μορφή ρύθμισης που διέπει το δικαίωμα αποσύνδεσης. Ωστόσο, η ευρωπαϊκή προσέγγιση παραμένει κατακερματισμένη.
Στη Γαλλία, στο Βέλγιο και στην Ισπανία η προστασία επεκτείνεται σε ολόκληρο τον ιδιωτικό τομέα, ενώ χώρες όπως η Ελλάδα, η Κύπρος, η Ιταλία και η Σλοβακία έχουν υιοθετήσει μέτρα που επικεντρώνονται ειδικά στους εργαζόμενους εξ αποστάσεως. Οι νομικοί μηχανισμοί διαφέρουν επίσης. Ορισμένα συστήματα προβλέπουν ότι οι εργαζόμενοι δεν υποχρεούνται να απαντούν, ενώ άλλα επιβάλλουν ρητές υποχρεώσεις στους εργοδότες να αποφεύγουν την επικοινωνία σε περιόδους ανάπαυσης.
Νόμοι και κοινωνικός διάλογος
Ο ρόλος του κοινωνικού διαλόγου αποτελεί ακόμα έναν σημαντικό άξονα διαφοροποίησης. Στο Βέλγιο, στη Γαλλία, στο Λουξεμβούργο και στην Ισπανία, οι συλλογικές διαπραγματεύσεις, τόσο σε κλαδικό όσο και σε εταιρικό επίπεδο, διαδραματίζουν κεντρικό ρόλο στον ορισμό και στην εφαρμογή του δικαιώματος. Αντιθέτως, σε χώρες όπως η Κροατία, η Ελλάδα και η Πορτογαλία δεν έχουν θεσπιστεί συγκεκριμένες διαδικασίες για την εφαρμογή του.
Τα στοιχεία δείχνουν ότι η νομοθεσία μπορεί να κάνει τη διαφορά, αν και δεν αποτελεί από μόνη της εγγύηση για αλλαγή. Η Γαλλία, η οποία εφαρμόζει κανόνες εδώ και πολλά χρόνια, καταγράφει ένα από τα χαμηλότερα ποσοστά επικοινωνίας εκτός ωραρίου στην Ε.Ε., στο 17%. Η Ιρλανδία, με έναν πιο πρόσφατο, αλλά ήδη εδραιωμένο κώδικα πρακτικής, καταγράφει ποσοστό 21%. Το αντίστοιχο ποσοστό στην Ελλάδα είναι 18,9%.
Αντίθετα, η Ολλανδία και η Σουηδία, οι οποίες δεν διαθέτουν ειδική εθνική νομοθεσία, συγκαταλέγονται στις χώρες όπου οι εργαζόμενοι αναφέρουν τα υψηλότερα επίπεδα επικοινωνίας εκτός ωραρίου, με περίπου 31% να δηλώνει ότι δέχεται τέτοιες επικοινωνίες αρκετές φορές τον μήνα.
Η συζήτηση αφορά τελικά την παραγωγικότητα, τη διατήρηση του προσωπικού και τη βιωσιμότητα των σύγχρονων αγορών εργασίας. Ενας εργαζόμενος που τυπικά βρίσκεται εκτός ωραρίου, αλλά παραμένει ψυχολογικά συνδεδεμένος με την εργασία του, δεν ανακάμπτει απαραίτητα από τις απαιτήσεις της εργάσιμης ημέρας. Με την πάροδο του χρόνου, αυτό μπορεί να υπονομεύσει τα ίδια τα οφέλη της παραγωγικότητας που υποτίθεται ότι προσφέρουν η ψηφιακή και η ευέλικτη εργασία.
Κυριακάτικη Απογευματινή











