Μία σημαντική απόφαση για το ζήτημα των αυθαιρέτων εξέδωσε η Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας, κρίνοντας αντισυνταγματικές τις διατάξεις του νόμου 4495/2017 που επέτρεπαν την τακτοποίηση κτιρίων, των οποίων οι οικοδομικές άδειες είχαν ακυρωθεί με δικαστική απόφαση.
Ποιους αφορά
Οι αποφάσεις 1182 και 1183/2026 αφορούν τις διατάξεις (α΄ και β΄ της παραγράφου 3 του άρθρου 110 του νόμου 4495/2017), οι οποίες επέτρεπαν τη διατήρηση αυθαιρέτων που είχαν ανεγερθεί με οικοδομικές άδειες που ακυρώθηκαν λόγω εφαρμογής ανίσχυρου ή εσφαλμένου πολεοδομικού καθεστώτος, υπό την προϋπόθεση ότι ο ιδιοκτήτης δεν είχε υποβάλει ψευδή ή αναληθή στοιχεία.
Η Ολομέλεια ΣτΕ, κρίνοντας το ζήτημα, επανεξέτασε τη νομολογία που έχει διαμορφωθεί διαχρονικά γύρω από τις αυθαίρετες κατασκευές και υπενθύμισε τις αποφάσεις 3500/2009 και 3921/2010, με τις οποίες είχε κριθεί ότι η εξαίρεση από την κατεδάφιση κτισμάτων που κατασκευάστηκαν μετά την 31η Ιανουαρίου 1983 παραβιάζει το άρθρο 24 του Συντάγματος.
Σχεδόν 1.900.000 αυθαίρετα είχαν καταγραφεί πανελλαδικά
893.304 αυθαίρετα είχαν συνδεθεί με τον ν. 4495/2017
Πάνω από 2.000 κτίσματα είχαν οικοδομική άδεια που ακυρώθηκε αμετάκλητα από δικαστήριο
Το δικαστήριο αναφέρθηκε επίσης στις αποφάσεις 3341/2013, 1118/2014 και 1119/2014, με τις οποίες κρίθηκε ότι η διαδικασία αυτόματης τακτοποίησης που προέβλεπε ο νόμος 4014/2011 ήταν αντίθετη προς το Σύνταγμα, καθώς οδηγούσε σε αλλοίωση του πολεοδομικού σχεδιασμού. Στην προκειμένη περίπτωση, η Ολομέλεια του ΣτΕ, έκρινε ότι οι διατάξεις του νόμου 4495/2017 παραβιάζουν περισσότερες από μία συνταγματικές διατάξεις. Η πρώτη αφορά την υποχρέωση της διοίκησης να συμμορφώνεται προς τις δικαστικές αποφάσεις και το δικαίωμα των πολιτών για αποτελεσματική δικαστική προστασία.
Όπως αναφέρει το Ανώτατο Δικαστήριο οι επίμαχες διατάξεις επιλέγουν «το σύστημα αυτόματης υπαγωγής των συγκεκριμένων αυθαιρέτων, των οποίων οι οικοδομικές άδειες έχουν ακυρωθεί με αμετάκλητες δικαστικές αποφάσεις, στις ευεργετικές διατάξεις του ν. 4495/2017, με αποτέλεσμα την αποδυνάμωση των εκδοθεισών δικαστικών αποφάσεων». Σύμφωνα με το δικαστήριο, η εφαρμογή της συγκεκριμένης ρύθμισης καταργεί στην πράξη την υποχρέωση της διοίκησης να συμμορφωθεί προς τις ακυρωτικές αποφάσεις, ενώ ταυτόχρονα περιορίζει την αποτελεσματικότητα της δικαστικής προστασίας που αναζήτησαν και πέτυχαν οι διάδικοι.
Καλόπιστοι ιδιοκτήτες
Σχετικά με την καλή πίστη των ιδιοκτητών, το ΣτΕ επισημαίνει ότι, η προστασία της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης των πολιτών, οι οποίοι δεν ευθύνονται για την ακύρωση της οικοδομικής άδειας, δεν μπορεί να αποτελέσει λόγο υπέρτερο της συνταγματικής υποχρέωσης εφαρμογής των δικαστικών αποφάσεων. Το ΣτΕ υπενθύμισε, μάλιστα, ότι έχει ήδη διαμορφώσει πάγια νομολογία, σύμφωνα με την οποία κτίσματα που ανεγέρθηκαν με άδειες οι οποίες ακυρώθηκαν αμετάκλητα δεν μπορούν να εξαιρεθούν από την κατεδάφιση.
Η δεύτερη συνταγματική βάση της απόφασης αφορά το άρθρο 24 του Συντάγματος και την προστασία του περιβάλλοντος. Το δικαστήριο έκρινε ότι δεν είναι δυνατόν να διατηρούνται κτίρια με τα χαρακτηριστικά που προέβλεπαν άδειες οι οποίες έχουν ήδη ακυρωθεί, χωρίς να έχει προηγηθεί νέα διοικητική πράξη, βασισμένη σε διαφορετικά πολεοδομικά δεδομένα. Μόνη περίπτωση κατά την οποία θα μπορούσε να δικαιολογηθεί η διατήρηση τέτοιων κατασκευών θα ήταν μία συνολική μεταβολή του πολεοδομικού καθεστώτος της περιοχής, η οποία θα στηριζόταν σε πολεοδομικά κριτήρια, θα λάμβανε υπόψη τη φυσιογνωμία και τις ανάγκες του οικισμού και θα επιδίωκε την περιβαλλοντική και πολεοδομική εξισορρόπηση της επιβάρυνσης.
Το δικαστήριο διατύπωσε και μία ακόμη σημαντική παρατήρηση. Οι διατάξεις του νόμου 4495/2017 κρίθηκαν προβληματικές και επειδή δεν προέβλεπαν έναν εναλλακτικό τρόπο ικανοποίησης του δικαιώματος δικαστικής προστασίας για όσους είχαν δικαιωθεί στα δικαστήρια, με το ΣτΕ να επισημαίνει ότι θα μπορούσε να είχε προβλεφθεί η χορήγηση αποζημίωσης.
Εφημερίδα Απογευματινή






