Σε νέο ιστορικό υψηλό σκαρφάλωσε το παγκόσμιο χρέος, ξεπερνώντας τα 365 τρισ. δολάρια στο πρώτο εξάμηνο του 2026. Η αύξηση των κρατικών δαπανών, οι τεράστιες επενδύσεις στην Τεχνητή Νοημοσύνη και τις ψηφιακές υποδομές, αλλά και οι αυξημένες ανάγκες για άμυνα και ενεργειακή ασφάλεια τροφοδοτούν έναν νέο κύκλο δανεισμού, την ώρα που κυβερνήσεις και επιχειρήσεις βρίσκονται αντιμέτωπες με ένα μεγάλο κύμα αναχρηματοδοτήσεων.
Σύμφωνα με στοιχεία του Institute of International Finance (IIF), το συνολικό χρέος κυβερνήσεων, επιχειρήσεων και νοικοκυριών αυξήθηκε κατά περίπου 18 τρισ. δολάρια μέσα στο πρώτο εξάμηνο του έτους, από περίπου 347 τρισ. δολάρια στα τέλη του 2025.
Το παγκόσμιο χρέος βρίσκεται έτσι στο υψηλότερο επίπεδο που έχει καταγραφεί, με σημαντικό μέρος της νέας αύξησης να προέρχεται από κυβερνήσεις και μη χρηματοπιστωτικές επιχειρήσεις.
Πάνω από 110 τρισ. δολάρια το κρατικό χρέος
Μόνο το χρέος των κυβερνήσεων έχει ξεπεράσει ελαφρώς τα 110 τρισ. δολάρια, καθώς οι αυξημένες δημοσιονομικές ανάγκες οδηγούν πολλές χώρες σε νέο δανεισμό. Οι κυβερνήσεις καλούνται να χρηματοδοτήσουν ταυτόχρονα επενδυτικά προγράμματα, κοινωνικές και οικονομικές παρεμβάσεις, ενεργειακές ανάγκες και υψηλότερες αμυντικές δαπάνες. Το αποτέλεσμα είναι η προσφορά νέου κρατικού χρέους στις διεθνείς αγορές να παραμένει ιδιαίτερα υψηλή.
AI, data centers και άμυνα τροφοδοτούν τον νέο δανεισμό
Ο σημερινός κύκλος αύξησης του χρέους έχει διαφορετικά χαρακτηριστικά από εκείνον της πανδημίας ή της περιόδου των εξαιρετικά χαμηλών επιτοκίων. Σημαντικό ρόλο διαδραματίζουν πλέον οι επενδύσεις μεγάλης κλίμακας στην Τεχνητή Νοημοσύνη, στα data centers και γενικότερα στις ψηφιακές υποδομές. Οι επιχειρήσεις χρειάζονται τεράστια κεφάλαια προκειμένου να χρηματοδοτήσουν τον νέο τεχνολογικό ανταγωνισμό, με αποτέλεσμα να αυξάνεται και ο εταιρικός δανεισμός.
Την ίδια στιγμή, η γεωπολιτική αβεβαιότητα έχει οδηγήσει πολλές κυβερνήσεις –ιδιαίτερα στην Ευρώπη– στην αύξηση των αμυντικών δαπανών, ενώ η ενεργειακή ασφάλεια απαιτεί επίσης σημαντικές νέες επενδύσεις.
Το μεγάλο πρόβλημα δεν είναι μόνο το χρέος, αλλά και οι τόκοι
Το απόλυτο μέγεθος του χρέους αποτελεί μόνο τη μία πλευρά του προβλήματος. Η άλλη αφορά το κόστος εξυπηρέτησής του. Η περίοδος κατά την οποία κυβερνήσεις και επιχειρήσεις μπορούσαν να δανείζονται με εξαιρετικά χαμηλά επιτόκια έχει παρέλθει. Καθώς παλαιότερα ομόλογα και δάνεια φτάνουν στη λήξη τους, πρέπει να αντικατασταθούν με νέο δανεισμό, συχνά με αισθητά υψηλότερο κόστος.
Στις ανεπτυγμένες οικονομίες, οι πληρωμές τόκων για διεθνώς διαπραγματεύσιμα κρατικά ομόλογα ξεπέρασαν τα 3,5 τρισ. δολάρια μέσα στον τελευταίο χρόνο. Η αύξηση του κόστους χρηματοδότησης περιορίζει τα περιθώρια των κρατικών προϋπολογισμών, καθώς μεγαλύτερο μέρος των εσόδων πρέπει να κατευθύνεται στην εξυπηρέτηση του υφιστάμενου χρέους.
«Τείχος» αναχρηματοδοτήσεων άνω των 30 τρισ. δολαρίων
Μία από τις μεγαλύτερες προκλήσεις για τα επόμενα χρόνια είναι ο τεράστιος όγκος χρέους που φτάνει σε λήξη και θα πρέπει να αναχρηματοδοτηθεί. Σύμφωνα με τα στοιχεία του IIF, οι λήξεις που βρίσκονται μπροστά σε κυβερνήσεις και επιχειρήσεις ξεπερνούν συνολικά τα 30 τρισ. δολάρια.
Οι αναδυόμενες οικονομίες αντιμετωπίζουν ανάγκες αναχρηματοδότησης άνω των 9 τρισ. δολαρίων, ενώ στις ανεπτυγμένες αγορές το αντίστοιχο ποσό υπερβαίνει τα 20 τρισ. δολάρια. Η πρόκληση γίνεται μεγαλύτερη επειδή σημαντικό μέρος αυτού του χρέους είχε εκδοθεί όταν τα επιτόκια βρίσκονταν πολύ χαμηλότερα. Έτσι, επιχειρήσεις και κυβερνήσεις που είχαν εξασφαλίσει φθηνή χρηματοδότηση καλούνται πλέον να ανανεώσουν τις υποχρεώσεις τους με δυσμενέστερους όρους.
Οι αποδόσεις των ομολόγων αυξάνουν την πίεση
Οι μεγάλες ανάγκες χρηματοδότησης έχουν οδηγήσει σε ιδιαίτερα υψηλές εκδόσεις κρατικών ομολόγων διεθνώς. Την ίδια στιγμή, οι υψηλότερες αποδόσεις που ζητούν οι επενδυτές μεταφράζονται σε αυξημένο κόστος δανεισμού για τα κράτη. Μπροστά σε αυτή την κατάσταση, ορισμένες κυβερνήσεις στρέφονται περισσότερο σε βραχυπρόθεσμες εκδόσεις, οι οποίες μπορεί να προσφέρουν χαμηλότερο άμεσο κόστος αλλά αυξάνουν την έκθεση στις μελλοντικές μεταβολές των επιτοκίων.
Οι αγορές αντέχουν – Αλλά οι ισορροπίες παραμένουν εύθραυστες
Παρά το μέγεθος του παγκόσμιου χρέους, οι αγορές έχουν μέχρι στιγμής καταφέρει να απορροφήσουν τον μεγάλο όγκο νέων εκδόσεων. Ασφαλιστικές εταιρείες, συνταξιοδοτικά ταμεία και διεθνείς επενδυτές εξακολουθούν να αποτελούν σημαντικές πηγές ζήτησης.
Ωστόσο, οι αυξανόμενες διασυνδέσεις μεταξύ τραπεζών και μη τραπεζικών χρηματοπιστωτικών οργανισμών –όπως private credit funds, private equity, ασφαλιστικές και hedge funds– δημιουργούν επιπλέον διαύλους μέσω των οποίων μια χρηματοπιστωτική αναταραχή θα μπορούσε να μεταδοθεί στην ευρύτερη οικονομία.
Η ανάπτυξη το βασικό «αντίβαρο»
Καθοριστικός παράγοντας για τη διαχείριση του τεράστιου παγκόσμιου χρέους παραμένει η οικονομική ανάπτυξη. Οι επενδύσεις στην Τεχνητή Νοημοσύνη και στις νέες τεχνολογικές υποδομές έχουν συμβάλει στην ενίσχυση της επενδυτικής δραστηριότητας, ιδιαίτερα στις Ηνωμένες Πολιτείες.
Όσο οι οικονομίες αναπτύσσονται και οι αγορές ομολόγων παραμένουν λειτουργικές, το υψηλό χρέος μπορεί να είναι ευκολότερα διαχειρίσιμο.
Η ισορροπία, ωστόσο, εξαρτάται από την πορεία της ανάπτυξης, των επιτοκίων και της εμπιστοσύνης των επενδυτών. Σε ένα περιβάλλον παγκόσμιου χρέους άνω των 365 τρισ. δολαρίων, μια νέα χρηματοπιστωτική ή γεωπολιτική αναταραχή θα μπορούσε να αυξήσει σημαντικά τις πιέσεις.
Με πληροφορίες από Institute of International Finance (IIF)











