Ένας οδηγός που ενημερώνεται μέσω κινητού τηλεφώνου για τις διαθέσιμες θέσεις στάθμευσης, φωτισμός που προσαρμόζει την κατανάλωσή του στις πραγματικές ανάγκες, αισθητήρες που ειδοποιούν πότε πρέπει να αδειάσουν οι κάδοι απορριμμάτων. Ψηφιακές υπηρεσίες που περιορίζουν τις μετακινήσεις των πολιτών και τεχνολογικά εργαλεία που συμβάλλουν στην πρόληψη πλημμυρών και πυρκαγιών. Αυτές είναι ορισμένες από τις εφαρμογές που συνθέτουν την πρακτική διάσταση της «έξυπνης πόλης».
Η αξιοποίηση της τεχνολογίας αποσκοπεί στη βελτίωση των δημοτικών υπηρεσιών, στην εξοικονόμηση πόρων και στην αποτελεσματικότερη διαχείριση της καθημερινότητας. Η μετάβαση, ωστόσο, δεν ακολουθεί την ίδια πορεία σε όλες τις περιπτώσεις.
Διαφορετικές είναι οι δυνατότητες όταν μια πόλη σχεδιάζεται από την αρχή και διαφορετικές όταν οι νέες τεχνολογίες καλούνται να ενσωματωθούν σε έναν ήδη διαμορφωμένο αστικό ιστό, με παλαιές υποδομές, πυκνή δόμηση και υπηρεσίες που λειτουργούν καθημερινά.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα της πρώτης περίπτωσης αποτελεί το Ελληνικό, όπου η LAMDA Development αναπτύσσει στην έκταση του πρώην αεροδρομίου μια νέα πόλη, με ψηφιακές και τηλεπικοινωνιακές υποδομές, ενεργειακά αποδοτικά κτίρια, έξυπνα δίκτυα και σύγχρονες υπηρεσίες συνδεσιμότητας. Πρόκειται για την πρώτη υπερσύγχρονη έξυπνη πόλη στην Ευρώπη που σχεδιάζεται και κατασκευάζεται εξ ολοκλήρου από την αρχή.
Για την πλειονότητα των ελληνικών πόλεων, όμως, το ζητούμενο είναι πώς οι νέες τεχνολογίες θα αναβαθμίσουν τις υφιστάμενες υποδομές, θα αντιμετωπίσουν καθημερινά προβλήματα και θα προσφέρουν καλύτερες υπηρεσίες στους κατοίκους.
Έπειτα από μια περίοδο σχεδιασμού, χρηματοδοτήσεων και διαγωνιστικών διαδικασιών, το ενδιαφέρον στην Ελλάδα μετατοπίζεται σταδιακά από τις εξαγγελίες στα αποτελέσματα. Ποια έργα έχουν αρχίσει να λειτουργούν, πόσο χρησιμοποιούνται, τι εξοικονόμηση προσφέρουν και ποιος θα αναλάβει τη λειτουργία και τη συντήρησή τους τα επόμενα χρόνια;
Πότε μια πόλη θεωρείται πραγματικά έξυπνη
Ο ΟΟΣΑ επισημαίνει ότι η επίδοση μιας έξυπνης πόλης δεν πρέπει να αξιολογείται αποκλειστικά με βάση τον βαθμό ψηφιοποίησης ή τον αριθμό των τεχνολογικών συστημάτων που διαθέτει. Το ουσιαστικό κριτήριο είναι κατά πόσο η ψηφιακή καινοτομία βελτιώνει την ευημερία, τη συμπερίληψη, τη βιωσιμότητα και την ανθεκτικότητά της.
Με αυτή την προσέγγιση, η τεχνολογία αποτελεί το μέσο και όχι τον τελικό στόχο. Ένα σύστημα έξυπνης στάθμευσης έχει αξία εφόσον μειώνει τον χρόνο αναζήτησης θέσης και την κυκλοφοριακή επιβάρυνση. Αντίστοιχα, η ψηφιακή διαχείριση του φωτισμού πρέπει να οδηγεί σε μετρήσιμη εξοικονόμηση ενέργειας, ενώ μια ηλεκτρονική υπηρεσία αξιολογείται με βάση τις μετακινήσεις και τον χρόνο που εξοικονομεί για πολίτες και επιχειρήσεις.
Τη διαφορά ανάμεσα στην απλή ψηφιοποίηση και την πραγματικά έξυπνη πόλη αναδεικνύει, μιλώντας στο ΑΠΕ-ΜΠΕ, ο Σταύρος Ασθενίδης, διευθύνων σύμβουλος της Κοινωνίας της Πληροφορίας και πρώην CEO της Αναπτυξιακής Εταιρείας Μηχανογράφησης και Επιχειρησιακών Μονάδων ΟΤΑ του Δήμου Αθηναίων.
Όπως εξηγεί, η συζήτηση για τις έξυπνες πόλεις άρχισε να αναπτύσσεται στην Ελλάδα πριν από περισσότερο από μία δεκαετία. Έξυπνη είναι η πόλη που αναγνωρίζει τα προβλήματά της και αξιοποιεί την τεχνολογία για να δώσει λύσεις μέσω αυτοματοποίησης ή με την ελάχιστη δυνατή ανθρώπινη παρέμβαση. Η απλή μηχανογράφηση, όπως επισημαίνει, δεν αρκεί.
Επενδύσεις εκατοντάδων εκατομμυρίων ευρώ
Ο ψηφιακός μετασχηματισμός των ελληνικών πόλεων προχωρά μέσα από διαφορετικές χρηματοδοτικές δράσεις.
Η δράση «Έξυπνες Πόλεις» του Ταμείου Ανάκαμψης διαθέτει αρχικό προϋπολογισμό 90 εκατ. ευρώ και αφορά 17 δήμους: 16 μεγάλα αστικά κέντρα με πληθυσμό άνω των 100.000 κατοίκων και τον Δήμο Τρικκαίων, ο οποίος συμπεριλήφθηκε ως πρότυπος «έξυπνος δήμος».
Παράλληλα, το πρόγραμμα «Ψηφιακός Μετασχηματισμός των ΟΤΑ», μέσω του ΕΣΠΑ 2021-2027, έχει συνολικό προϋπολογισμό δημόσιας δαπάνης περίπου 235,3 εκατ. ευρώ και απευθύνεται στους 332 δήμους της χώρας.
Πρόκειται για δύο ξεχωριστές χρηματοδοτικές δράσεις, με κοινό στόχο τον εκσυγχρονισμό των δημοτικών υπηρεσιών και τη βελτίωση της καθημερινότητας των πολιτών.
Οι παρεμβάσεις που προβλέπονται καλύπτουν τομείς όπως η αστική κινητικότητα, η στάθμευση, η ενεργειακή διαχείριση, η πολιτική προστασία, η εξυπηρέτηση πολιτών και επιχειρήσεων, η κυβερνοασφάλεια και οι ψηφιακές υποδομές.
Στις διαθέσιμες τεχνολογικές λύσεις περιλαμβάνονται και πιο σύνθετες εφαρμογές, όπως οι ενιαίες πλατφόρμες διαχείρισης δεδομένων και τα ψηφιακά δίδυμα. Πρόκειται για ψηφιακές αναπαραστάσεις της πόλης, οι οποίες αξιοποιούν δεδομένα για την παρακολούθηση της λειτουργίας της και τον σχεδιασμό παρεμβάσεων.
Το κρίσιμο ερώτημα είναι, πλέον, πόσα από αυτά τα έργα έχουν περάσει από τον σχεδιασμό και τις συμβάσεις στην πραγματική λειτουργία.
Από τις συμβάσεις στην υλοποίηση
Κεντρικό ρόλο στην υλοποίηση της δράσης των 90 εκατ. ευρώ για τις 17 πόλεις έχει η Κοινωνία της Πληροφορίας, η οποία υποστηρίζει τις τοπικές αρχές κατά την εφαρμογή των έργων και παρακολουθεί την πορεία των παρεμβάσεων.
Σύμφωνα με τον Σταύρο Ασθενίδη, τα Τρίκαλα αποτέλεσαν ένα από τα πρώτα θετικά παραδείγματα εφαρμογής λύσεων προσαρμοσμένων στην κλίμακα της πόλης. Αντίστοιχα, τα Χανιά αξιοποίησαν μεγάλο μέρος των παρεμβάσεων του Ταμείου Ανάκαμψης, όπως αναφέρει.
Καθοριστικοί παράγοντες για την επιτυχία είναι η πολιτική βούληση και η ύπαρξη ανθρώπων που μπορούν να υλοποιήσουν τον σχεδιασμό. Στα μεγάλα αστικά κέντρα, προσθέτει, απαιτούνται περισσότερο στοχευμένες λύσεις, καθώς η εφαρμογή τεχνολογιών σε μεγάλη κλίμακα παρουσιάζει μεγαλύτερες δυσκολίες.
Έξυπνη στάθμευση, φωτισμός και αποκομιδή απορριμμάτων
Η διαχείριση της στάθμευσης αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα τόσο των δυνατοτήτων όσο και των περιορισμών της τεχνολογίας.
Όπως εξηγεί ο κ. Ασθενίδης, ένα ολοκληρωμένο σύστημα πρέπει να παρέχει αξιόπιστη ενημέρωση μέσω κινητού τηλεφώνου για τις διαθέσιμες θέσεις, καθώς και δυνατότητα διασυνδεδεμένης πληρωμής. Ωστόσο, η παρακολούθηση της παρόδιας στάθμευσης σε μεγάλη κλίμακα απαιτεί δαπανηρές υποδομές.
Ανάλογη είναι η προσέγγιση στον φωτισμό και τη διαχείριση των απορριμμάτων. Η αντικατάσταση των λαμπτήρων με LED βελτιώνει την ενεργειακή απόδοση, αλλά ο φωτισμός γίνεται πραγματικά έξυπνος όταν η έντασή του προσαρμόζεται στις συνθήκες.
Αντίστοιχα, οι αισθητήρες πληρότητας στους κάδους μπορούν να συμβάλουν στον καλύτερο προγραμματισμό της αποκομιδής, ωστόσο το κόστος επέκτασής τους δεν αντισταθμίζεται πάντοτε από τα οφέλη.
Ένα ακόμη παράδειγμα είναι οι αισθητήρες ρύπανσης ή στάθμης υδάτων, οι οποίοι αποκτούν ουσιαστική αξία όταν τα δεδομένα τους ενεργοποιούν υπηρεσίες, προειδοποιήσεις ή αυτόματες παρεμβάσεις.
Σημαντική πρόοδος έχει σημειωθεί, σύμφωνα με τον κ. Ασθενίδη, στην ψηφιοποίηση των δημοτικών υπηρεσιών. Οι ηλεκτρονικές αιτήσεις και πληρωμές περιορίζουν τις επισκέψεις των πολιτών στις δημοτικές υπηρεσίες. Ωστόσο, ο ίδιος διαχωρίζει την ψηφιοποίηση από την έννοια της έξυπνης πόλης: η ουσιαστική αλλαγή έρχεται όταν μια διαδικασία μπορεί να ολοκληρώνεται αυτόματα, χωρίς περιττά στάδια και χωρίς φυσική παρουσία του πολίτη.
Κλιματική ανθεκτικότητα και τεχνητή νοημοσύνη
Για τον Σταύρο Ασθενίδη, το μεγαλύτερο διακύβευμα των επόμενων ετών είναι η ανθεκτικότητα των πόλεων απέναντι στην κλιματική αλλαγή, στα ακραία καιρικά φαινόμενα, στην πληθυσμιακή συγκέντρωση και στις μεταναστευτικές ροές.
Η τεχνολογία μπορεί να συμβάλει στην πρόβλεψη κινδύνων, στην αποτελεσματικότερη κατανομή πόρων και στην ταχύτερη αντίδραση των υπηρεσιών.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν τα ψηφιακά δίδυμα, τα οποία συγκεντρώνουν γεωγραφικά, κυκλοφοριακά και άλλα δεδομένα σε ένα υπολογιστικό μοντέλο της πόλης. Με τη χρήση αλγορίθμων και τεχνητής νοημοσύνης μπορούν να εξετάζονται διαφορετικά σενάρια και να εκτιμώνται πιθανές εξελίξεις.
Πρόκειται, ωστόσο, για σύνθετα έργα που προϋποθέτουν την ύπαρξη αξιόπιστων δεδομένων, όπως διευκρινίζει ο κ. Ασθενίδης.
Από την τεχνολογία σε μια ολοκληρωμένη στρατηγική
Βασική προϋπόθεση για την επιτυχία μιας έξυπνης πόλης είναι η καταγραφή των πραγματικών αναγκών της. Πολλοί δήμοι, όπως εξηγεί ο διευθύνων σύμβουλος της Κοινωνίας της Πληροφορίας, περιορίζονται σε αιτήματα για προσωπικό ή οχήματα, χωρίς να έχουν προηγουμένως αποτυπώσει συνολικά τις υποδομές και τις διαδικασίες τους.
Ακολουθεί η επιλογή των κατάλληλων τεχνολογικών λύσεων, με κριτήριο όχι μόνο τις δυνατότητές τους αλλά και την οικονομική βιωσιμότητα. Μια τεχνικά άρτια εφαρμογή μπορεί να αποδειχθεί υπερβολικά δαπανηρή για έναν μικρό δήμο.
Η σαφής στρατηγική, η διοικητική συνέχεια, η πολιτική βούληση και η ύπαρξη κατάλληλου ανθρώπινου δυναμικού αποτελούν, σύμφωνα με τον ίδιο, καθοριστικές προϋποθέσεις ώστε η τεχνολογία να μετατραπεί σε λειτουργική λύση.
Η συμβουλή προς τους δημάρχους
Τη σημασία μιας συνολικής προσέγγισης στον ψηφιακό μετασχηματισμό υπογραμμίζει και ο Αναστάσιος Μάνος, πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος της DOTSOFT, ελληνικής εταιρείας πληροφορικής και επικοινωνιών με έντονη δραστηριότητα στη δημιουργία εξυπνότερων, πιο λειτουργικών και πιο ανθεκτικών πόλεων.
Όπως έχει αναφέρει στο ΑΠΕ-ΜΠΕ, η σημαντικότερη συμβουλή προς έναν δήμαρχο που ξεκινά τον ψηφιακό μετασχηματισμό του δήμου του είναι να αντιμετωπίσει την προσπάθεια ως διαρκή στρατηγική επιλογή και όχι ως μια σειρά μεμονωμένων τεχνολογικών έργων.
Η επιτυχία δεν θα κριθεί από τον αριθμό των αισθητήρων που θα εγκατασταθούν ή των εφαρμογών που θα αποκτήσει ένας δήμος, αλλά από το κατά πόσο οι επενδύσεις θα βελτιώσουν μετρήσιμα την καθημερινότητα των πολιτών και θα καταστήσουν αποτελεσματικότερο τον ίδιο τον οργανισμό.
Σημαντική είναι επίσης η επένδυση σε λύσεις που μπορούν να εξελίσσονται με την πάροδο του χρόνου, να διασυνδέονται μεταξύ τους και να αξιοποιούν τα δεδομένα με ασφαλή και παραγωγικό τρόπο. Παράλληλα, απαιτούνται διαρκής εκπαίδευση του προσωπικού, συνεργασία μεταξύ των υπηρεσιών και συνεχής αξιολόγηση των αποτελεσμάτων.
Οι πόλεις του μέλλοντος δεν θα ξεχωρίζουν απλώς επειδή θα διαθέτουν περισσότερη τεχνολογία. Θα ξεχωρίζουν επειδή θα λαμβάνουν καλύτερες αποφάσεις, θα αξιοποιούν αποτελεσματικότερα τους διαθέσιμους πόρους και θα τοποθετούν τον πολίτη στο επίκεντρο κάθε ψηφιακής υπηρεσίας.
Η μετάβαση στις έξυπνες πόλεις έχει ήδη ξεκινήσει και αφορά κάθε δήμο που επιδιώκει να ανταποκριθεί στις σύγχρονες προκλήσεις της βιώσιμης ανάπτυξης, της κλιματικής ανθεκτικότητας και της αναβάθμισης των υπηρεσιών προς τους πολίτες.
Το πραγματικό μέτρο της επιτυχίας θα είναι, τελικά, κατά πόσο οι τεχνολογικές επενδύσεις θα μετατραπούν σε υπηρεσίες που λειτουργούν, χρησιμοποιούνται και μπορούν να συντηρηθούν σε βάθος χρόνου. Για τους ελληνικούς δήμους, το ζητούμενο είναι οι νέες υποδομές να περιορίζουν το κόστος, να εξοικονομούν χρόνο, να βελτιώνουν την καθημερινότητα και να ενισχύουν την ανθεκτικότητα των πόλεων. Εκεί θα κριθεί και η αποτελεσματικότητα των χρηματοδοτήσεων εκατοντάδων εκατομμυρίων ευρώ.
Πηγή: ΑΠΕ-ΜΠΕ









