Για δεκαετίες το πτυχίο αποτελούσε το µεγάλο εισιτήριο για την επαγγελµατική αποκατάσταση και, σε έναν βαθµό, για την ίδια την κοινωνική ανέλιξη. Ηταν το επιστέγασµα µιας εκπαιδευτικής διαδροµής µε σχετικά προβλέψιµη συνέχεια: σπουδές, είσοδος στην αγορά εργασίας, σταδιακή επαγγελµατική εξέλιξη. Σήµερα, το µοντέλο αυτό δοκιµάζεται όσο ποτέ άλλοτε. Στη θέση του αναδύεται σταδιακά µια διαφορετική πραγµατικότητα: η ανάγκη για έναν ενιαίο χώρο µάθησης, όπου το πτυχίο δεν αποτελεί το τέλος, αλλά την αφετηρία µιας διαρκούς εκπαιδευτικής και επαγγελµατικής διαδροµής. Οι ραγδαίες αλλαγές στην οικονοµία και την τεχνολογία -µε την τεχνητή νοηµοσύνη να λειτουργεί ως επιταχυντής- µετασχηµατίζουν µε πρωτοφανή ταχύτητα το περιεχόµενο της εργασίας. Επαγγέλµατα αναδιαµορφώνονται, δεξιότητες καθίστανται παρωχηµένες µέσα σε λίγα χρόνια, ενώ νέες ανάγκες αναδύονται συνεχώς. Σε αυτό το περιβάλλον, η αντίληψη ότι η εκπαίδευση ολοκληρώνεται µε την απόκτηση ενός πτυχίου είναι ήδη παρωχηµένη. Η αγορά εργασίας αλλάζει ταχύτερα από τα προγράµµατα σπουδών. Οι γνώσεις απαξιώνονται πιο γρήγορα από ποτέ. Και οι επαγγελµατικές διαδροµές δεν είναι πλέον γραµµικές, αλλά πολυδιάστατες και συχνά απρόβλεπτες.
Ας είµαστε ειλικρινείς, το πρόβληµα δεν είναι το πρώτο -µετά το Λύκειο- πτυχίο. Είναι η αυταπάτη ότι αυτό αρκεί. Η βασική πανεπιστηµιακή εκπαίδευση παραµένει κρίσιµη, όχι µόνο για τον τίτλο σπουδών που αποδίδει, αλλά κυρίως γιατί εκεί καλλιεργείται η µεθοδολογία, η κριτική σκέψη και η ικανότητα κατανόησης σύνθετων φαινοµένων. Είναι το θεµέλιο πάνω στο οποίο µπορεί να οικοδοµηθεί µια διαδροµή επαγγελµατικής και προσωπικής εξέλιξης. Χωρίς αυτή τη βάση, η εξειδίκευση γίνεται εύθραυστη και βραχύβια. Ηδη, σε πολλά ευρωπαϊκά Πανεπιστήµια οι φοιτητές συνδυάζουν τις βασικές σπουδές τους µε σύντοµα, πιστοποιηµένα προγράµµατα, προσαρµόζοντας δυναµικά το προφίλ τους στις ανάγκες της εποχής. Τα micro-credentials, τα προγράµµατα επανακατάρτισης και αναβάθµισης δεξιοτήτων, δεν έρχονται να υποκαταστήσουν το Πανεπιστήµιο. Ερχονται να το συµπληρώσουν και να το καταστήσουν ουσιαστικά λειτουργικό σε ένα περιβάλλον διαρκούς µεταβολής.
Το πραγµατικό ζητούµενο, ωστόσο, δεν είναι η προσθήκη επιµέρους εργαλείων. Είναι ο συνολικός ανασχεδιασµός του εκπαιδευτικού οικοσυστήµατος. Χρειαζόµαστε τη µετάβαση σε έναν ενιαίο χώρο µάθησης. Σε ένα σύστηµα όπου τα όρια µεταξύ αρχικής εκπαίδευσης, επαγγελµατικής κατάρτισης και διά βίου µάθησης θα είναι διαπερατά και λειτουργικά. Οπου τα Πανεπιστήµια θα βρίσκονται σε ουσιαστικό διάλογο µε την οικονοµία και την κοινωνία. Οπου η επαγγελµατική κατάρτιση θα αντιµετωπίζεται ως ισότιµος πυλώνας ανάπτυξης δεξιοτήτων.
Σε αυτό το νέο τοπίο, η εξωστρέφεια αποτελεί επιβιωτική συνθήκη. Οι συνεργασίες µε ιδρύµατα του εξωτερικού, τα κοινά προγράµµατα σπουδών, η κινητικότητα φοιτητών και διδασκόντων, αλλά και η αξιοποίηση διεθνών πρακτικών µπορούν να ενισχύσουν την ποιότητα και τη συνάφεια της εκπαίδευσης. Παράλληλα, η ουσιαστική διασύνδεση µε την αγορά εργασίας -µέσω πρακτικής άσκησης, συνεργασιών µε επιχειρήσεις και συµµετοχής επαγγελµατιών στη µαθησιακή διαδικασία- µπορεί να γεφυρώσει το διαχρονικό χάσµα µεταξύ γνώσης και εφαρµογής.
Για την Ελλάδα, η πρόκληση είναι συγκεκριµένη και επείγουσα. Απαιτείται πιο αποτελεσµατικός συντονισµός ανάµεσα στις διαφορετικές δοµές εκπαίδευσης και κατάρτισης που λειτουργούν συχνά σε παράλληλες διαδροµές. Περαιτέρω, είναι αναγκαία η ενίσχυση της συµβουλευτικής σταδιοδροµίας και επαγγελµατικού προσανατολισµού τόσο εντός του σχολείου όσο και µετά το Λύκειο, είτε στην Τριτοβάθµια Εκπαίδευση είτε στην επαγγελµατική κατάρτιση. Επιπλέον, χρειάζεται ενίσχυση της εµπιστοσύνης σε µορφές µάθησης πέραν του παραδοσιακού πανεπιστηµιακού πτυχίου, χωρίς αυτό να σηµαίνει υποβάθµιση του τελευταίου. Η ισορροπία δεν είναι εύκολη, αλλά είναι αναγκαία.
Τέλος, η διά βίου µάθηση δεν µπορεί πλέον να αντιµετωπίζεται ως συµπληρωµατική επιλογή για λίγους. Οφείλει να καταστεί δοµικό στοιχείο του εκπαιδευτικού µας συστήµατος και της επαγγελµατικής ζωής. Σε έναν κόσµο που αλλάζει, η ικανότητα προσαρµογής είναι προϋπόθεση συµµετοχής.
Ο Εθνικός ∆ιάλογος για την Παιδεία είναι εξαιρετική ευκαιρία για να αναδειχθούν και να προσεγγιστούν µε ειλικρίνεια όλα αυτά τα ζητήµατα. Είναι χρέος όλων µας απέναντι στη νέα γενιά να τον διαφυλάξουµε από τον θόρυβο της µικροπολιτικής αντιπαράθεσης και να ενεργήσουµε υπεύθυνα, ώστε τα πορίσµατά του να αποτελέσουν αξιοποιήσιµη πρώτη ύλη γι’ αυτή τη µετάβαση. Μια όχι εύκολη µετάβαση, που προϋποθέτει θεσµικές τοµές, επενδύσεις και -ίσως ιδίως- µια βαθύτερη αλλαγή νοοτροπίας.
Την αποδοχή ότι η µάθηση δεν ολοκληρώνεται µε την αποφοίτηση, αλλά αποτελεί διαρκή διαδικασία προσαρµογής και εξέλιξης. Οτι η εκπαίδευση δεν είναι στάδιο της ζωής, αλλά κεντρικό στοιχείο της βιοτικής τροχιάς. Το ερώτηµα, τελικά, δεν είναι αν το εκπαιδευτικό σύστηµα θα αλλάξει. Αυτό είναι δεδοµένο. Το κρίσιµο είναι αν θα µπορέσουµε να σχεδιάσουµε συνειδητά αυτή τη µετάβαση, οικοδοµώντας ένα συνεκτικό και ανοιχτό οικοσύστηµα µάθησης, ή αν θα περιοριστούµε στο να ακολουθούµε εκ των υστέρων τις εξελίξεις. Το διακύβευµα είναι βαθιά αναπτυξιακό και ταυτόχρονα κοινωνικό. Η επιλογή αυτή θα καθορίσει όχι µόνο την ποιότητα της εκπαίδευσης, αλλά και τις προοπτικές της κοινωνίας και της οικονοµίας µας τα επόµενα χρόνια.
*PhD, βουλευτής Επικρατείας µε τη Νέα ∆ηµοκρατία, τ. υφυπουργός Παιδείας
Κυριακάτικη Απογευματινή











