Η Αθήνα επιχειρεί να κινηθεί σε δύο παράλληλες τροχιές, μέσα σ’ ένα ασταθές γεωπολιτικά περιβάλλον. Αφ’ ενός επιδιώκει να διατηρήσει ανοιχτούς διαύλους επικοινωνίας με όλους τους κρίσιμους παίκτες της Ανατολικής Μεσογείου και της Μέσης Ανατολής και αφ’ ετέρου να ενισχύσει τη στρατηγική σχέση της με τις Ηνωμένες Πολιτείες, χωρίς να παρασυρθεί από τις αναταράξεις που χαρακτηρίζουν τις ευρωατλαντικές σχέσεις. Οσο η περιοχή φλέγεται, η ελληνική διπλωματία επιδιώκει να εμφανιστεί ως δύναμη σταθερότητας και όχι ως μέρος του προβλήματος. Δεν είναι τυχαίο το ότι το υπουργείο Εξωτερικών περιγράφει πλέον την Ανατολική Μεσόγειο, την Ερυθρά Θάλασσα, τη Μέση Ανατολή και τον Κόλπο ως ένα «ενιαίο γεωπολιτικό τόξο».
Πρόκειται για διατύπωση με ιδιαίτερη σημασία, καθώς αποτυπώνει την αντίληψη που έχει διαμορφωθεί στην Αθήνα, ότι οι κρίσεις δεν είναι πλέον αποσπασματικές αλλά αλληλένδετες: ό,τι συμβαίνει στα Στενά του Ορμούζ επηρεάζει την ευρωπαϊκή ενεργειακή ασφάλεια και ό,τι συμβαίνει στην Ερυθρά Θάλασσα επηρεάζει τη ναυσιπλοΐα, το εμπορικό ναυτικό και τις τιμές των αγαθών, ενώ κάθε ανάφλεξη στη Μέση Ανατολή μεταφέρεται σχεδόν αυτομάτως στην Ανατολική Μεσόγειο.
Πλάνο μαζί με το Παρίσι
Απέναντι σε αυτή την πραγματικότητα, η Αθήνα επιλέγει να επενδύσει στη διεθνή νομιμότητα και στις συμμαχίες της. Η συνεχής επίκληση του Διεθνούς Δικαίου της Θάλασσας μόνο τυχαία δεν είναι. Η ελληνική πλευρά θεωρεί ότι η ελευθερία της ναυσιπλοΐας και η προστασία των εμπορικών πλοίων αποτελούν όχι μόνο ελληνικό, αλλά παγκόσμιο διακύβευμα. Η Ελλάδα φιλοδοξεί να αξιοποιήσει τη ναυτιλιακή ισχύ της και να λειτουργήσει ως βασικός πυλώνας σταθερότητας όταν σταματήσουν οι εχθροπραξίες.
Σύμφωνα με γαλλικές διπλωματικές πηγές, Αθήνα και Παρίσι έχουν ήδη συζητήσει για το πώς θα επιχειρήσουν στα Στενά του Ορμούζ, μετά τη λήξη του πολέμου. Επεξεργάζονται ένα επιχειρησιακό σχέδιο σαν τις «Ασπίδες» στην Ερυθρά Θάλασσα, με τη συμμετοχή των Γαλλίας και Βρετανίας, που είχαν την αρχική ιδέα, της Ελλάδας ως ναυτικού έθνους, της Ιταλίας, ενδεχομένως και της Ισπανίας. Αυτός ο συνασπισμός, που ενδεχομένως να διευρυνθεί, δεν έχει καταλήξει στο πόσα πλοία θα σταλούν στην περιοχή για να διασφαλίσουν την ελεύθερη ναυσιπλοΐα. Διότι δεν υπάρχει το περιθώριο να αποδυναμωθεί η δύναμη που επιχειρεί στην Ερυθρά, ειδικά τώρα που οι Χούθι δείχνουν πιο δραστήριοι από ποτέ. Είναι ενδεικτικό ότι Αθήνα και Παρίσι, σύμφωνα με αρμόδιες πηγές, επιδιώκουν ενίσχυση της ευρωπαϊκής αποστολής «Ασπίδες» με τη συμμετοχή περισσότερων κρατών!
«Δεν θα επεκταθούν οι “Ασπίδες”. Αλλο πράγμα οι πρωτοβουλίες μας στην Ερυθρά Θάλασσα και άλλο τα σχέδιά μας για το Ορμούζ. Δεν τίθεται ζήτημα γεωγραφικής επέκτασης της δράσης μας, αλλά για “επανάληψη” τρόπον τινά του μοντέλου που είδαμε ότι δούλεψε στην Ερυθρά Θάλασσα», διευκρίνιζαν αρμόδιες πηγές στην «Κυριακάτικη Α».
Σε αυτό το πλαίσιο, Αθήνα και Λευκωσία επιχειρούν να συντονίσουν τις κινήσεις τους με χώρες-κλειδιά της περιοχής, όπως η Ιορδανία και τα (συμμαχικά) Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, επιδιώκοντας να διαμορφώσουν άξονα συνεννόησης που δεν θα περιορίζεται στις παραδοσιακές ευρωπαϊκές γραμμές. Αλλωστε, η Ελλάδα και η Κύπρος είναι οι δύο χώρες της Ευρωπαϊκής Ενωσης που βρίσκονται πιο κοντά στη «ζώνη του πυρός» και συνεπώς έχουν κάθε λόγο να λειτουργούν κατ’ αυτόν τον τρόπο.
Ειδικά με τα Εμιράτα, όπου μετέβησαν ο πρωθυπουργός και ο υπουργός Εξωτερικών, μας συνδέει μια στρατηγική σχέση, κορωνίδα της οποίας είναι η διμερής συμφωνία του 2020 που περιλαμβάνει και ρήτρα αμοιβαίας αμυντικής συνδρομής σε περίπτωση επίθεσης από τρίτη χώρα. Υπενθυμίζεται ότι κατά τη διάρκεια της ελληνοτουρκικής κρίσης του 2020 οι Εμιρατινοί είχαν στείλει F-16 στη Σούδα -θεωρητικά στο πλαίσιο άσκησης- κάτι το οποίο η Ελλάδα δεν ξεχνά (και το αποδεικνύει). Παράλληλα, στέλνεται και μήνυμα προς την απέναντι πλευρά του Αιγαίου: ότι δεν είμαστε μόνοι…
Η ελληνική κυβέρνηση επιμένει ότι η στρατηγική της παραμένει προσανατολισμένη στη διπλωματία και στον διάλογο, ακόμη κι αν η Αγκυρα επιλέγει τον δρόμο της έντασης. «Επιδιώκουμε να διατηρούμε έναν ανοιχτό δίαυλο επικοινωνίας με την Τουρκία για να αποφεύγονται κρίσεις», έλεγε χαρακτηριστικά η εκπρόσωπος του υπουργείου Εξωτερικών, Λάνα Ζωχιού.
Προκλήσεις
Την ίδια ώρα, η Τουρκία συνεχίζει να κινείται σε εντελώς διαφορετικό μήκος κύματος. Η προσπάθεια θεσμοθέτησης ενός τουρκικού «νόμου για τη θάλασσα», όπως αποκάλυψε η «Milliyet», με κατάθεση νομοσχεδίου δεν αντιμετωπίζεται στην Αθήνα ως μια απλή εσωτερική νομική πρωτοβουλία. Αντιθέτως, θεωρείται απόπειρα να δοθεί θεσμικός και νομικός μανδύας στις αναθεωρητικές διεκδικήσεις της «γαλάζιας πατρίδας». Με άλλα λόγια, η Αγκυρα επιχειρεί να μετατρέψει το αφήγημά της σε κρατικό δόγμα με επίσημη νομική κατοχύρωση. Παράλληλα, οι Τούρκοι συνεχίζουν να επενδύουν στην προβολή στρατιωτικής ισχύος. Η παρουσίαση του νέου βαλλιστικού πυραύλου μεγάλου βεληνεκούς εντάσσεται ακριβώς σε αυτή τη στρατηγική. Δεν πρόκειται μόνο για στρατιωτικό μήνυμα, αλλά και για πολιτικό εργαλείο πίεσης προς τη Δύση και τους γείτονες της Τουρκίας. Η Αγκυρα θέλει να δείξει ότι εξελίσσεται σε αυτόνομη περιφερειακή δύναμη που δεν εξαρτάται αποκλειστικά από την αμερικανική ομπρέλα προστασίας.
Σενάρια για επίσκεψη Τραμπ
Μέσα σε αυτό το σύνθετο περιβάλλον, η συζήτηση περί επίσκεψης του Ντόναλντ Τραμπ στην Αθήνα αποκτά ιδιαίτερο πολιτικό βάρος. Ωστόσο, παρά τον θόρυβο που έχει δημιουργηθεί, η πραγματικότητα είναι πιο σύνθετη. Σύμφωνα με πληροφορίες από διπλωματικές πηγές, αλλά και συνομιλίες με αμερικανικούς κύκλους στην Αθήνα, δεν υπάρχει μέχρι στιγμής επίσημη επιβεβαίωση ούτε για την επίσκεψη του Αμερικανού προέδρου ούτε για την άφιξη κορυφαίων υπουργών του, όπως ο Μάρκο Ρούμπιο ή ο Πιτ Χέγκσεθ. Υπάρχει, πάντως, αμοιβαία θετική πρόθεση. Μάλιστα, η πρέσβειρα των ΗΠΑ, Κίμπερλι Γκίλφοϊλ, συνομιλώντας με στελέχη της ΕΡΤ, είπε ότι ευελπιστεί πως ο Ντ. Τραμπ θα έρθει στη χώρα μας εντός του έτους.
Στο ελληνικό ΥΠ.ΕΞ. έχει ξεκινήσει προεργασία για τον επόμενο γύρο του στρατηγικού διαλόγου Ελλάδας-ΗΠΑ, ο οποίος ούτως ή άλλως αναμένεται να πραγματοποιηθεί μέσα στο 2026. Ομως η προετοιμασία που απαιτείται για την προεδρική επίσκεψη είναι εντελώς διαφορετικής κλίμακας και σύμφωνα με καλά πληροφορημένες πηγές δεν έχει ακόμη ξεκινήσει. Το πιθανότερο σενάριο είναι να κάνει μια στάση ο «πλανητάρχης» στην Αθήνα μετά τη Σύνοδο του ΝΑΤΟ που θα πραγματοποιηθεί στην Αγκυρα (7-8 Ιουλίου).
Εφημερίδα «Κυριακάτικη Απογευματινή»










